Κυριακή, 25 Φεβρουαρίου 2018

Τι χρωστάμε γιατρέ; Την αγάπη σας…

Το κείμενο που ακολουθεί είναι βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα και ειλικρινή αισθήματα!



Παρασκευή βράδυ. Η ώρα πλησιάζει δέκα και κοντεύω να συμπληρώσω 12ωρο στο ιατρείο. Από νωρίς το πρωί εξετάζω παιδάκια, με μια σύντομη ξεκούραση για φαγητό το μεσημέρι διάρκειας ούτε μιας ώρας. Τέλος της εβδομάδας, τέλος της ημέρας, και τα μωρά συνεχίζουν να έρχονται, μαζί με την φυσική κόπωση. Οι ιώσεις του χειμώνα προστέθηκαν στη τακτική παρακολούθηση και τους εμβολιασμούς, οπότε ο φόρτος εργασίας δοκιμάζει τις αντοχές.
Το πιτσιρίκι μπροστά μου είναι το καλύτερο βάλσαμο για την κούραση μου. Κάτι φουσκωτές μαγούλες και αμυγδαλωτά μάτια που φωτίζονται όταν καταφέρνω να του εκμαιεύσω ένα χαμόγελο, όπως κάθεται στην ποδιά της μάνας του. Ο πατέρας του, μου απευθύνεται στον ενικό, με μια οικειότητα που δε δικαιολογείται από τις μόλις 5 φορές που έχω εξετάσει το 17 μηνών νήπιο. Δεν τον αποπαίρνω, μια που προτιμώ την ανθρώπινη, άμεση, αν όχι φιλική, σχέση με τους γονείς στο ιατρείο. Έχουμε να παλέψουμε για την υγεία του παιδιού και σε αυτή τη μάχη πρέπει να είμαστε στο ίδιο στρατόπεδο. Οι γονείς είναι τα αυτιά και τα μάτια μου. Όσο πιο γλαφυρά και ολοκληρωμένα μου μεταφέρουν την εικόνα του άρρωστου παιδιού τους τόσο περισσότερο με βοηθούν, να εκτιμήσω σωστά το ιστορικό και τα συμπτώματα, για να τα παντρέψω στη συνέχεια με την κλινική εξέταση, ώστε με τις γνώσεις και με την πείρα μου να προσπαθήσω να βοηθήσω να γίνει καλά το παιδί τους.
Η περίπτωση μπροστά μου θαρρείς βγαλμένη από εγχειρίδιο παιδιατρικής. Νήπιο 17 μηνών, τους τελευταίους μήνες πηγαίνει σε παιδικό σταθμό και αρρωσταίνει με λοιμώξεις του αναπνευστικού μια ή ακόμα και δύο φορές το μήνα. Δε θηλάζει, οι γονείς καπνιστές και το μικρό κάθε περίπου δεκαπέντε με είκοσι μέρες, αρρωσταίνει. Άλλοτε για μια δυό μέρες και άλλοτε για 4-5 μέρες, ανεβάζει πυρετό, βήχει, έχει πολλές μύξες και μειώνεται η όρεξή του. Εννοείται ότι κάθε φορά εξετάζεται από ιατρό και οφείλει να εξετάζεται από παιδίατρο. Δυστυχώς, στο παραπάνω προφίλ, προστίθενται γονείς που είναι ελλιπώς ενημερωμένοι, ενώ δείχνουν έντονη δυσπιστία προς τους γιατρούς ή μάλλον πιο σωστά τους παιδίατρους. Θεωρούν πανάκια την αντιβίωση, δε διστάζουν να αρχίσουν από μόνοι τους εισπνεόμενα φάρμακα, ενώ θα χαρούν αν στη θεραπεία προσθέσεις και κορτιζόνη. Αντιμετώπιση που θυμίζει μάλλον μέτριο γιατρό ενηλίκων, παρά ενημερωμένο παιδίατρο. Άκρως συντηρητική προσέγγιση, όπου δε βασίζεσαι σε επιστημονικά δεδομένα αλλά στη λογική «δώσ΄τα όλα και ότι πιάσει».
Εξετάζω το μικρό και επιβεβαιώνω τις αρχικές μου υποψίες. Καθαρός πνεύμονας, μια χαρά αυτάκια, λίγο κόκκινος λαιμός με κάτι μικρές-μικρές άσπρες γραμμές. Ξοδεύω περισσότερη ώρα για να εξηγήσω γιατί δεν χρειάζεται κάποια άλλη θεραπεία εκτός από ξεκούραση, πολλά υγρά, μακάρι μάλιστα να είναι φυσικός χυμός πορτοκάλι, τακτικό καθάρισμα της μύτης και αντιπυρετικά. Τα συμπτώματα είχαν μόλις ξεκινήσει και ο πυρετός μόλις που συμπλήρωνε ένα εικοσιτετράωρο, οπότε είχαμε δρόμο μπροστά μας. Ένα κοινό κρυολόγημα μπορεί να κρατήσει μια εβδομάδα ή ακόμα και δέκα μέρες, ενώ συγκεκριμένο φάρμακο για τις ιώσεις του αναπνευστικού δεν έχουμε. Τους καθησύχασα ότι θα είμαι το Σαββατοκύριακο στο Ρέθυμνο, οπότε αν με χρειαστούν μπορούν να με βρουν στο τηλέφωνο. Ο πατέρας έκανε να με πληρώσει και τον σταμάτησα μια που το παιδί το είχα εξετάσει ξανά πριν μόλις μια βδομάδα. Οι γονείς μεροκαματιάρηδες που παλεύουν να αναθρέψουν το μικρό τους, δε μου πήγε η καρδιά να πάρω και πάλι αμοιβή. Με ευχαρίστησαν και έφυγαν.
Το απογευματινό ιατρείο της Παρασκευής τελείωσε λίγο πριν τις έντεκα το βράδυ. Κούραση μαζί με αγωνία για ένα παιδάκι μου που νοσηλευόταν στο νοσοκομείο με πυρετό και δεν είχαμε ξεκαθαρίσει την αιτία και τα πρώτα αποτελέσματα μιλούσαν για …AIDS! Ένα άλλο κοριτσάκι μου, το χτύπησε αυτοκίνητο και αφού νοσηλεύτηκε για λίγο στο νοσοκομείο μας, μεταφέρθηκε προληπτικά στο Ηράκλειο για παρακολούθηση. Η μητέρα του στο τηλέφωνο ακουγόταν ψυχολογικό ράκος, ευτυχώς όμως το παιδί ήταν καλά. Το άγχος για την υγεία των παιδιών μας, και δεν εννοώ εν προκειμένω τα βιολογικά μας παιδιά αλλά τα παιδιά του ιατρείου, το κουβαλάμε μαζί μας, δεν το αφήνουμε στο ιατρείο. Έγνοια, ειδικά για τα άρρωστα που δεν έχει ξεκαθαρίσει από τι πάσχουν αλλά και για εκείνα που πιστεύουμε ότι έχουμε βρει την αιτία του κακού. Πολλές φορές η εξέλιξη της αρρώστιας αλλάζει τα δεδομένα. Όπως έγινε και για το μικρό της ιστορίας μας.
Νωρίς το απόγευμα του Σαββάτου ο πατέρας, με την χαρακτηριστική οικειότητα, με παίρνει τηλέφωνο και μου λέει: «Έλα, Νίκο! Το παιδί συνεχίζει να κάνει πυρετό, η μάνα του, του άρχισε και εισπνεόμενη κορτιζόνη, όμως φαίνεται να ζορίζεται…». Δεν είχε νόημα να προσπαθήσω να κάνω ιατρική από το τηλέφωνο, ειδικά στην περίπτωση ενός γονιού που αναφέρει ότι το παιδί του δεν είναι καλά και ζορίζεται. Σε λίγη ώρα σμίγουμε και πάλι στο ιατρείο να χαζεύω τις αναψοκοκκινισμένες μαγούλες να μου γελάνε.
Όντως η εικόνα είχε αλλάξει. Το «χουρχούρισμα» σαν βράσιμο από το στήθος και το σφύριγμα στην εκπνοή ήταν ακροάσιμα χωρίς καν το στηθοσκόπιο. Παρόλα αυτά, το οξυγόνο ήταν φυσιολογικό, η κλινική εικόνα του παιδιού καλή και η εξέταση χωρίς άλλα παθολογικά ευρήματα εκτός από τον κόκκινο λαιμό. Για περισσότερη από μια ώρα, Σάββατο απόγευμα στο ιατρείο, μιλούσα με τους γονείς για αυτό που αντιμετωπίζαμε. Τους εξήγησα τι είναι η βρογχιολίτιδα, πως να ελέγχουν μετρώντας τις αναπνοές του παιδιού πόσο βαραίνει. Τους είπα ότι σύμφωνα με πρόσφατα δεδομένα τα εισπνεόμενα κάτω των δύο χρονών δεν είναι τόσο αποτελεσματικά, παρόλα αυτά καλά έκαναν και συνέχιζαν το βρογχοδιασταλτικό, ειδικά τη στιγμή που είχαν την αίσθηση ότι ανακουφίζει το παιδί.
Είπα ότι η εισπνεόμενη κορτιζόνη δεν έχει αξία στην οξεία φάση, μια που μέχρι να αρχίσει η δράση της, θα την έχουν σταματήσει γιατί θα είναι καλά το παιδί. Τόνισα, ότι η αντιβίωση δεν έχει καμία θέση στη θεραπεία, όμως επειδή πραγματικά επέμεναν τους είπα και τους έγραψα στο συνταγολόγιο μου, Κλαριθρομυκίνη για να μη νομίζουν ότι κουράζομαι να την γράψω. Η εμμονή τους με την αντιβίωση με έκανε να νιώθω ότι για κάποιο λόγο που δε μπορώ να φανταστώ, απέφευγα να τη χορηγήσω. Τους εξιστόρησα το τρόπο με τον οποίο ανακαλύψαμε την αντιβίωση. Πως ο Φλέμινγκ στην ουσία την «έκλεψε» από τους μύκητες και πως δε κάνει τίποτα παρά μόνο παρενέργειες στις ιώσεις. Από την άλλη με την αλόγιστη χρήση τους εκπαιδεύονται τα μικρόβια μας, αποχτούν ανθεκτικότητα και έτσι στην ουσία την αχρηστεύουμε. Δικαιολόγησα μάλιστα την επιλογή μου, μια που το παιδί είχε ήδη πάρει πρόσφατα αντιβίωση ευρέως φάσματος και τα μικρόβια την γνωρίζανε, ενώ η συγκεκριμένη θεωρείται ότι έχει μια ανοσορρυθμιστική δράση στο κατώτερο αναπνευστικό... Θα μου πείτε, τι κάθεσαι και εξηγείς; Δώσε εκεί ότι νομίζεις και άσε τους ανθρώπους να πάνε στο καλό. Δυστυχώς, δεν είναι τόσο απλό. Για να μπορέσει η αγωγή μου να φτάσει στον ασθενή μου, πρέπει να μεσολαβήσει ο γονιός, οπότε αν δεν τον πείσω, δεν πρόκειται η ιατρική μου να αγγίξει το παιδί. Από την άλλη, όπως ανέφερα και παραπάνω, ο γονιός είναι τα μάτια και τα αυτιά μου, οπότε αν δεν τον έχω ενημερώσει σωστά μπορεί να εκτιμήσει λάθος την κατάσταση του παιδιού. Για αυτό μέχρι και βίντεο από το site μου, με βρέφος με αναπνευστική δυσχέρεια τους έδειξα, μήπως και η εικόνα αλλάξει προς το χειρότερο. Οι συγκεκριμένοι δε γονείς, ήταν φανερό ότι είχαν ελλειπή ενημέρωση, μια που από τη μια είχαν ήδη αλλάξει τέσσερις διαφορετικούς παιδίατρους, συν τις φορές που αντιμετωπίστηκαν στο νοσοκομείο μόλις στους πρώτους δεκατέσσερις μήνες ζωής, όταν ήρθαν στο δικό μου το ιατρείο πρώτη φορά. Τι αφελής να νομίζω ότι έκτοτε εμπιστεύθηκαν σε εμένα την υγεία του μικρού τους!
Εδώ θα μου επιτραπεί μια παρένθεση. Είναι πολύ σημαντικό να περιστοιχίζεσαι από καλούς συναδέλφους. Το έχω αναφέρει πολλές φορές, με κάθε ευκαιρία, ότι στο Ρέθυμνο έχουμε καλούς και ηθικούς παιδίατρους. Όχι όλοι, όμως τόσο οι ιδιώτες όσο και οι νοσοκομειακοί, από αυτά που βλέπω και ακούω από άλλα μέρη, είναι σε ψηλό επίπεδο ιατρικής και ηθικής. Δεν είμαστε ίδιοι και για αυτό καλό είναι να επιλέγεις κάποιον που να σου ταιριάζει, όμως δε θα φύγεις από το Νίκο και θα πας στο Γιώργο για να ακούσεις τελείως διαφορετικά πράγματα. Η βρογχιολίτιδα είναι ιογενής και η αντιβίωση δεν έχει καμία θέση στην θεραπεία της, εκτός αν ανιχνευθεί κάποια επιπλοκή. Αυτή είναι βασική παιδιατρική γνώση και τουλάχιστον η πλειοψηφία των παιδιάτρων στο Ρέθυμνο την κατέχουν. Όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, τα παραπάνω οι συγκεκριμένοι γονείς τα είχαν ακούσει και άλλες φορές από τους άλλους παιδίατρους που βρέθηκαν στο δρόμο τους  όμως στο παρελθόν επέλεξαν να τους αγνοήσουν. Αυτή τη φορά φάνηκε να τους έπεισα γιατί μου είπαν ότι δε θα άρχιζαν την αντιβίωση χωρίς να επικοινωνήσουμε.
Η μακρόχρονη ενημέρωση, Σάββατο απόγευμα, δε θα μπορούσε να κλείσει χωρίς μια σύντομη αναφορά στο παθητικό κάπνισμα και στο κακό που έκανε το τσιγάρο όχι μόνο στους γονείς που είχαν ένα τόσο πολύτιμο θησαυρό να δίνει πλέον αξία και ιδιαίτερο νόημα στη ζωή τους, αλλά κυρίως στο μικρό τους, που κάπνιζε μαζί τους, ακόμα και αν δεν κάπνιζαν μέσα στο σπίτι.
Ο πατέρας προσφέρθηκε και πάλι να με πληρώσει, όμως του εξήγησα ότι η εξέταση ήταν συνέχεια της προηγούμενης και όταν μου υπενθύμισε ότι ούτε και για την προηγούμενη δεν είχα πληρωθεί του απάντησα ότι ο λόγος για τον οποίο δεν πληρώθηκα στην προηγούμενη ισχύει και για την σημερινή. Όσοι με γνωρίζετε έστω και λίγο, ή ακόμα και μόνο μέσα από τα γραφόμενά μου, θα ξέρετε ότι ποτέ δεν έχω κάνει αναφορά στην αμοιβή μου, όμως όπως θα διαπιστώσετε παρακάτω, στην συγκεκριμένη περίπτωση έχει ίσως τη δική του σημασία σχετικά με το πως αξιολογούν κάποιοι άνθρωποι τις προθέσεις σου.
Η Κυριακή πέρασε χωρίς να έχουμε κάποια επικοινωνία, την Δευτέρα όμως πρωί-πρωί το «Έλα Νίκο!» από τον άγνωστο κολλητό μου, ήταν από τα πρώτα τηλεφωνήματα που δέχθηκα. Ο μικρός συνέχιζε τον πυρετό και το βήχα. Ζήτησα λοιπόν να κάνουν μια Γενική Αίματος και μια εξέταση που ακούει στο ακρωνύμιο CRP και που μας βοηθά να ξεχωρίσουμε αν μια λοίμωξη είναι ιογενής ή μικροβιακή. Μάλιστα, ο πατέρας φάνηκε να περιμένει την εξέλιξη, γνωρίζοντας τι είναι η CRP. Λίγες ώρες αργότερα, το μικροβιολογικό εργαστήριο μου έστειλε τα αποτελέσματα. Επικοινώνησα άμεσα με τον πατέρα, τον ενημέρωσα ότι δεν ήταν κακές οι εξετάσεις (φυσιολογικά λευκά, καλός αιματοκρίτης), όμως επειδή η CRP άρχισε να αυξάνεται και τα λευκά, οι στρατιώτες μας να στρέφονται προς μικροβιακού τύπου, θα ήθελα και εγώ να ξεκινήσει το παιδί αντιβίωση, την Κλαριθρομυκίνη που του είχα ήδη από το Σάββατο υπολογίσει. Μάλιστα, επειδή ο πατέρας οδηγούσε, θεώρησα σωστό να του στείλω το όνομα του φαρμάκου και τη δόση με μήνυμα στο κινητό του. Με ρώτησε αν θα είμαι στο ιατρείο το απόγευμα για να του συνταγογραφήσουμε τις εξετάσεις και του απάντησα θετικά. Μέχρι εδώ όλα μοιάζουν να πηγαίνουν καλά, όμως η πραγματικότητα ήταν τελείως διαφορετική.
Η Δευτέρα πέρασε και παρόλο που έχω πρωί-απόγευμα ιατρείο, οι γονείς δεν επικοινώνησαν ξανά. “No news, good news” είναι ο κανόνας με εμάς τους γιατρούς. Η αλήθεια είναι ότι και το άλλο παιδί, αυτό που φοβόμασταν ότι είχε AIDS, ήταν καλά. Ο δεύτερος έλεγχος ήρθε να διαψεύσει τον πρώτο και η αγαλλίαση ήρθε να πάρει τη θέση της αγωνίας. Δυστυχώς, τα πράγματα δεν ήταν το ίδιο καλά σχετικά με τον μικρό μου με τις φουσκωτές μαγούλες.
Την επόμενη το πρωί ο πατέρας μίλησε με τη γραμματέα μου για να έρθει να γράψουμε τις εξετάσεις. Φτάσαμε λοιπόν να είναι μεσημέρι Τρίτης πλέον, κάτι μετά τις 2 και ότι αποχαιρετούσα το τελευταίο μου παιδάκι για το πρωινό, το κινητό μου χτυπά και η γνωστή οικειότητα από τον σχεδόν άγνωστο πατέρα με αιφνιδιάζει…
- Έλα Νίκο, στο ιατρείο είσαι;
- Ότι ξεπροβοδίζω το τελευταίο παιδί…
- Θα είσαι εκεί το απόγευμα;
- Τρίτη απόγευμα δεν έχω ιατρείο… γιατί τι έγινε;
- Τίποτα, απλώς ήθελα να σου στείλω να δεις κάτι εξετάσεις του μικρού…
- Μα τις είδα τις εξετάσεις..
- Όχι αυτές, άλλες που κάναμε χθες στο νοσοκομείο…
- Πήγατε χθες στο νοσοκομείο;!!
Ρωτάω με απορία, μια που την προηγούμενη είχα πρωί-απόγευμα ιατρείο και πέραν της τηλεφωνικής επικοινωνίας το μεσημέρι για να δώσω τις οδηγίες για την προσθήκη της αντιβίωσης στην θεραπεία, δεν ξαναμιλήσαμε. Αυτή η εξέλιξη μου καθιστά σαφές ότι, αν μη τι άλλο η εμπιστοσύνη, αλλά και η επαφή έχει χαθεί.
- Ναι! Που μπορώ να σου στείλω φωτογραφία τις εξετάσεις ; Έχεις viber;
- Ναι.. απαντώ
Περνάνε λίγα λεπτά και στην οθόνη του κομπιούτερ μου προβάλει η εικόνα ενός παιδιού σε νοσοκομειακό κρεβάτι να φοράει μια μάσκα παροχής οξυγόνου και στο χεράκι του να διακρίνεται το ταβλάκι που χρησιμοποιούμε προκειμένου να σταθεροποιήσουμε την φλέβα για τον ορό.
- Ο μικρός είναι αυτός;
Δεν προλαβαίνω να ολοκληρώσω την φράση μου και ένας απίστευτος οχετός από βρισιές, κατάρες και ουρλιαχτά ξεχύθηκαν από το ακουστικό. Ανάμεσα από ομολογώ ευφάνταστες, μοναδικές θα έλεγα, βωμολοχίες που με κοσμούσαν εμένα και την οικογένεια μου, εκσφενδόνιζε απειλές για το πως θα με καταντήσει έτσι όπως εγώ κατάντησα το παιδί του, και πως θα μου κλείσει το «μαγάζακι» μου, υποθέτω ότι εννοούσε το ιατρείο μου, μια που θα μου έκανε μήνυση! Οι δικές μου απορίες για το τι έγινε; Για το για ποιο λόγο με κατηγορούσε.. δε ξέρω αν εισακούστηκαν, πάντως σίγουρα δεν απαντήθηκαν ποτέ..
Δεν πρέπει να πέρασε μισό λεπτό, αν και ο χρόνος έμοιαζε να διαστέλλεται καθώς η αγωνία μου για το παιδί συνδυαζόταν με τα ανάμικτα συναισθήματα που γεννούσαν οι εκφράσεις του προσώπου της βοηθού μου που άκουγε εμβρόντητη την οργή που ξέβραζε το ακουστικό του τηλεφώνου και έμοιαζε να αντανακλά τα δικά μου αισθήματα. Το τηλέφωνο έκλεισε το ίδιο βίαια με τον τρόπο που ξεκίνησε η έκρηξη. Λες και ένα μπουρίνι θυμού εκτονώθηκε με έναρξη και τέλος, σχεδόν προγραμματισμένο, από έναν ψυχρό εκτελεστή ταγμένο στην εκδίκηση για την αδικία που του έγινε. Τη μια στιγμή μου μιλούσε ήρεμα, φιλικά θα τολμούσα να πω, για να εκραγεί ξαφνικά στην συνέχεια.
Άρπαξα το τηλέφωνο και κάλεσα αμέσως το νοσοκομείο. Η συνάδελφος που μου απάντησε, έμπειρη παιδίατρος, έπεσε από τα σύννεφα. Με ρωτούσε αν μιλάμε για το ίδιο παιδί, μια που όντως νοσηλευόταν παιδί με το συγκεκριμένο όνομα, όμως είχε μια τυπική βρογχιολίτιδα που χρειαζόταν απλώς υποστήριξη γιατί είχε βαρύνει. Μάλιστα μου λέει, κρατήσαμε την αντιβίωση που είχες αρχίσει, αναφέροντας μου το όνομα άλλου αντιβιοτικού, ενός που δεν είχα χορηγήσει εγώ, μια που το ίδιο σκεύασμα το είχε πάρει πριν από σύντομο χρονικό διάστημα και πίστευα ότι δε θα είχε αποτέλεσμα. Η συνάδελφος με αφορμή την επικοινωνία μας με ρώτησε πως και έδωσα αντιβίωση στη βρογχιολίτιδα; Απορούσε μήπως είχα ακούσει κάπου εντοπισμένα ακροαστικά που θα έθεταν την υποψία της πνευμονίας; Γιατί κατά τα λοιπά το παιδί δεν είχε κάτι το ιδιαίτερο και τα εργαστηριακά του δεν ήταν τόσο επηρεασμένα. Τι να απαντήσω; Ότι συμφωνώ, απλά ήθελα να βοηθήσω το κατώτερο αναπνευστικό αλλά και να ηρεμήσω λίγο τους γονείς. Αφού και εγώ δεν ένιωθα σίγουρος για την αξία της αντιβίωσης στη συγκεκριμένη περίπτωση. Στο νοσοκομείο  συνέχισαν την αντιβίωση αφενός γιατί είχε ήδη αρχίσει να την πίνει και αφετέρου επειδή ίσως κάτι φαινόταν στην ακτινογραφία, την γεμάτη εκκρίσεις… Τέλος πάντων, τουλάχιστον το παιδί δεν ήταν βαριά και αυτό ήταν το σημαντικό.
Τώρα θα σκεφτείτε για ποιο λόγο αυτός ο άνθρωπος φέρθηκε έτσι; Προσπάθησα να τον ξαναπάρω τηλέφωνο αμέσως, για να τον ρωτήσω ακριβώς αυτό, όμως δε μου απάντησε ποτέ! Τα κορίτσια στο ιατρείο ανησύχησαν. Θέλανε να φύγουμε όλοι μαζί, μη γνωρίζοντας τι θα έκανε ο θυμωμένος πατέρας. Φύγαμε όντως όλοι μαζί και εγώ επικοινώνησα με δικηγόρο φίλη, μια που στα είκοσι χρόνια ασκούμενης παιδιατρικής, δε μου είχε συμβεί κάτι παρόμοιο. Όταν η δικηγόρος άκουσε για την ξεκάθαρη απειλή για μήνυση γέλασε και προσπάθησε να με καθησυχάσει. Δε μπορούσε να φανταστεί για τι πράγμα θα μπορούσε να με κατηγορήσει, γιατί μήνυση επειδή δεν έδωσα αντιβίωση της φαινόταν τουλάχιστον αστεία. Παρόλα αυτά, επειδή ο καθένας μπορεί να κάνει μήνυση για ότι του έρθει στο μυαλό, δε μπορούσε να αποκλείσει την πιθανότητα. Στο υποθετικό λοιπόν σενάριο, της πραγμάτωσης της απειλής, μια που όπως επέμενα η αντίδραση του συγκεκριμένου πατέρα, ξεπερνούσε τα όρια της λογικής, η συμβουλή της θα έπρεπε να είναι, να μείνω στην αφάνεια για τουλάχιστον 24ωρο για να αποφύγω πιθανή σύλληψή μου. Στις διαμαρτυρίες μου για το δίκιο μου, για το ότι δεν είχα κάνει τίποτα κακό και σίγουρα τίποτα για το οποίο θα έπρεπε να ντρέπομαι και να κρύβομαι, η πραγματικότητα για την οποία με διαβεβαίωνε η δικηγόρος φίλη ήταν ότι αν τολμούσα να πάω εγώ στην αστυνομία, αργά πλέον μεσημέρι για να καταθέσω παράπονο, εφόσον είχε πραγματοποιήσει την απειλή του, οι αστυνομικοί θα ήταν υποχρεωμένοι να με κρατήσουν στο τμήμα μέχρι την επόμενη, όταν ο εισαγγελέας θα με παραπέμψει σε δίκη όπου θα αθωωθώ.. Μα η Ελένη εφημερεύει; Τα παιδιά μου με ποιόν θα μείνουν; Αύριο έχουν σχολείο… τι να τους πω; Συνέλαβαν άδικα τον πατέρα τους και σύντομα η δικαιοσύνη θα λάμψει; «Για αυτό» μου λέει η φίλη δικηγόρος, «αν πιστεύεις ότι μπορεί να σου έχει κάνει μήνυση, κανονικά οφείλω να σε συμβουλέψω να μη πας ούτε αύριο στο ιατρείο, μια που αν τα πράγματα είναι τόσο τρελά όσο τα περιγράφεις, ο συγκεκριμένος πατέρας, μπορεί να παρουσιαστεί στο ιατρείο και να ζητήσει να έρθουν επιτόπου οι αστυνομικοί για να σε συλλάβουν!...». Να διακόψω δηλαδή το ιατρείο μου, να εγκαταλείψω τα παιδιά που εξετάζω, μαζί με τους γονείς που με εμπιστεύονται και με αγαπούν, για να πάω στο τμήμα και πιθανά και πάλι να παραμείνω στο κρατητήριο, ώστε την επομένη να παραπεμφθώ σε δίκη.
 Ένα τεράστιο «ΓΙΑΤΙ» άναψε στο μυαλό μου. Μια διαρκής εναλλαγή απορίας, θυμού, αίσθημα αδικίας, οργής, λύπης και απογοήτευσης.. Μόνο τα μάτια και οι μαγούλες του μικρού που θυμόμουν με ανακούφιζαν λίγο, μια που μόνο σε αυτόν ήμουν υπόλογος και για εκείνον έχω τη συνείδησή μου ήσυχη ότι έκανα ότι καλύτερο μπορούσα.. Αναρωτιόμουν πικραμένος, οι καπνίζοντες γονείς, που αναγκάζονται για να βιοποριστούν να τον στείλουν σε παιδικό σταθμό από τόσο μικρό, χωρίς μάλιστα να θηλάζει, αυτοί οι άνθρωποι τους οποίου συμπόνησα και ήθελα να βοηθήσω, που ξοδεύουν σε τσιγάρα, σε γιατρούς ( μάλλον έχουν παρεξηγήσει το να τα φας στους γιατρούς με τη πληρωμή παράβολου για μήνυση και στην πορεία δικηγόρου, εκτός αν το θεωρούν επένδυση),  οι παρασυρμένοι από γιατρό τον οποίο εκείνοι επέλεξαν και όχι εμένα, που φόρτωσαν το νήπιο με αντιβίωση, ακτινοβολία από ακτινογραφίες (η 2η ή η 3η μέσα σε τρεις μήνες σε τόσο μικρή ηλικία), μπορούσαν να πουν το ίδιο κοιτώντας τον καθρέφτη. Όμως ακόμα και έτσι να ήταν, να εμπιστεύονταν τον γιατρό που τους συμβούλεψε για την βρογχιολίτιδα να αρχίσουν άμεσα Αμοξυκιλίνη με Κλαβουλανικό, εισπνεόμενη κορτιζόνη και ένα σωρό άλλες ανυπόστατες παιδιατρικά επιλογές, εγώ τι τους έφταιγα; Επειδή εφαρμόζω την ιατρική που εφαρμόζω στα παιδιά μου και στο δικό τους παιδί; Επειδή χαίρομαι που το Χαρουλάκι μου στα δώδεκά της χρόνια δεν έχει χρειαστεί να πάρει ούτε μια φορά αντιβίωση, ενώ δε μετανιώνω για καμία από τις τέσσερις φορές που χρειάστηκε να δώσω αντιβίωση στον Ερμούλη μου, κάθε φορά στοχευμένα και  επιστημονικά αιτιολογημένα; Υποχρέωσα κάποιον να με εμπιστευτεί; Δεν ήμουν εκεί όποτε με χρειάστηκαν;
Δυστυχώς, ενώ όταν κάτι καλό τύχει σε καλό άνθρωπο μπορεί να προκύψει τελικά κάτι καλό, όπως το «Χαμόγελο του παιδιού», όταν  κάτι κακό τύχει σε κάποιον κακό άνθρωπο, τότε το κακό πολλαπλασιάζεται. Ο μόνος τρόπος για να κατανοήσω τον τρόπο σκέψης αυτού του είδους ανθρώπων είναι η ιστορία που έχω και στο παρελθόν γράψει για το σκορπιό και τον βάτραχο.
Μια φορά και έναν καιρό, ήταν ένας βάτραχος τροφαντός-τροφαντός, που ζούσε σε μια λίμνη!
Όταν ξεκίνησε μια μεγάλη φωτιά να καίει την μία πλευρά της λίμνης, αποφάσισε να κολυμπήσει μέχρι την απέναντι όχθη για να σωθεί. Πηδώντας, πλησίασε το νερό και την στιγμή που ήταν έτοιμος να βουτήξει, ακούει μια φωνή να του φωνάζει: «κυρ βάτραχε, περίμενε, περίμενε!». Γυρίζει και αντικρίζει ένα μαύρο σκορπιό να του φωνάζει «σε παρακαλώ, πάρε με μαζί σου στην πλάτη σου…».
«Δεν τρελάθηκα ακόμη, αν σε αφήσω να με πλησιάσεις, θα με τσιμπήσεις…» απάντησε και ετοιμάστηκε να βουτήξει. «Σε παρακαλώ, είσαι μεγάλος και αντέχεις να μας μεταφέρεις και τους δύο απέναντι, αν με αφήσεις εδώ θα καώ…». Το σκέφτηκε λίγο ο βάτραχος, τον ίδιο τόπο μοιραζόμαστε και αγαπάμε, λυπάμαι να τον αφήσω να καεί. Άλλωστε δεν ξέρει κολύμπι και δεν τον παίρνει να με σκοτώσει γιατί με χρειάζεται… Δίνει μια λοιπόν, βουτά στο νερό και πλησιάζοντας στην όχθη, προσφέρει την ράχη του στον σκορπιό, και εκείνος ανεβαίνει.
Μόλις που γλίτωσαν τις φλόγες, και κολυμπούσαν προς την σωτηρία. Κάπου στην μέση της λίμνης, ο σκορπιός σηκώνει την ουρά του και χτυπά δυνατά με το κεντρί του τον βάτραχο. Μετά τον πόνο, ο βάτραχος άρχισε να μουδιάζει και να μην μπορεί να κολυμπήσει. Όπως λοιπόν βυθιζόντουσαν προλαβαίνει και εκφράζει την απορία του προς το σκορπιό, «γιατί το έκανες αυτό, δεν ξέρεις να κολυμπάς και τώρα θα πνιγείς και εσύ μαζί μου…», για να τον ακούσει να απαντάει:
«Λυπάμαι, είναι η φύση μου…»
Σε επικοινωνία με συνάδελφο που είχε την ατυχία να φροντίσει τον μικρό πριν αποφασίσουν να δοκιμάσουν ιατρικά και εμένα, μου μετέφερε επί λέξη: «σαν να την βλέπω μπροστά μου τώρα την μάνα, εγώ θα δώσω Augmentin, αν δε μου το υπολογίσεις θα το δώσω μόνη μου!». Από αυτό που έζησα, είμαι σίγουρος ότι έτσι ακριβώς θα έγινε. Αναρωτιέμαι όμως τι μπορεί να σκέφτονται αυτοί οι γονείς, αν πραγματικά δεν πίστευα στην ορθότητα της ιατρικής μου αντιμετώπισης, γιατί να ξοδέψω τόσο από τον χρόνο μου, Παρασκευή Σάββατο και Δευτέρα; Τι είχα να κερδίσω εκτός από την ικανοποίηση ότι βοήθησα άλλο ένα παιδί που με χρειαζόταν;
Αγαπημένοι μου φίλοι προσπάθησαν να με αποτρέψουν από το να δημοσιοποιήσω αυτές μου τις σκέψεις! Ο πονεμένος γονιός έχει πάντα δίκιο στα μάτια της κοινής γνώμης. Ο καθένας θα ταυτιστεί μαζί του, και δε θα νοιαστεί για το πως φέρθηκε. Τη στιγμή που ο άνθρωπος πονά για το παιδί του, κανείς δε καταλογίζει πιθανές ευθύνες του ίδιου του γονιού, πόσο δε μάλλον να τον κατηγορήσει για το κακό ή τι συνέπειες μπορεί να έχουν οι πράξεις του σε τρίτους. Όταν γύρισα να πω ότι προτίθεμαι να κάνω και εγώ μήνυση στον συγκεκριμένο γονιό, η απάντηση ήταν τζάμπα θα ξοδέψεις χρήματα και χρόνο. Θα εμφανιστεί μπροστά στο δικαστή, το πιθανότερο θα ζητήσει συγνώμη δικαιολογώντας τις πράξεις του με τον πόνο που του προκάλεσε η ασθένεια του παιδιού του και θα αθωωθεί.
Δε θα έκανα σε καμία περίπτωση κάτι μέχρι να γίνει καλά το παιδί. Δε θα ήθελα να βρεθεί ένα παιδί στο νοσοκομείο με τον πατέρα του στο αυτόφωρο, κάτι που δε πρέπει να απασχόλησε ιδιαίτερα τον συγκεκριμένο πατέρα, μια που όπως πληροφορήθηκα, όταν λίγες μέρες μετά πήγα στην γραμματεία του εισαγγελέα, όντως μου έκανε μήνυση και είχα κινδυνεύσει εγώ να βρεθώ στο κρατητήριο! Το περιεχόμενο της μήνυσης, για ποιο λόγο δηλαδή με κατηγορεί αυτός ο άνθρωπος, ακόμα δε το ξέρω. Περιμένω να με καλέσει ο εισαγγελέας για να μου απαγγείλει τις κατηγορίες. Όμως, ένα ξέρω, δε πρόκειται να το αφήσω έτσι! Θυμώνω όταν την ευγένεια κάποιοι την εκλαμβάνουν ως αδυναμία. Θα κάνω ότι μπορώ ώστε να αποδείξω πως εννοώ τις λέξεις όταν κλείνω τα κείμενά μου με την ευχή…
Να είστε όλοι καλά και τα παιδιά μας καλύτερα!

Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017

Όταν τα παιδιά πάνε κατασκήνωση

Πρώτη μας φορά φέτος κατασκήνωση! Ο Ερμής και η Χαρά, και φυσικά η καλή μου και εγώ, μετά από έντεκα ολόκληρα χρόνια, θα μείνουμε χώρια για τρεις ολόκληρες εβδομάδες! Τηλέφωνο ή άλλη ηλεκτρονική συσκευή δεν επιτρέπεται να έχουν τα παιδιά μαζί τους και η μοναδική επικοινωνία μας θα είναι μέσω καρτοτηλεφώνων που υπάρχουν στις εγκαταστάσεις της κατασκήνωσης. Τρεις εβδομάδες μακριά μας λοιπόν με μοναδικές συνευρέσεις μας δια ζώσης, μερικές ώρες τις δύο Κυριακές αυτών των εβδομάδων που μας επιτρέπουν να πάμε να τους δούμε, να τους ανανεώσουμε και τα εφόδια σε ρούχα αλλά και ότι άλλο μας ζητήσουν . Επισκεπτήριο, όπως στον στρατό κανονικά…
Ομολογώ ότι οι μέρες πριν να φύγουν τα παιδιά περνούσαν δύσκολα στο ιατρείο. Η Αννέτα, η μαία και βοηθός μου, δεν έχανε ευκαιρία να με πειράξει. Σύντομα παρέσυρε στο παιχνίδι και την Αλεξάνδρα, τη γραμματέα μου, ενώ συμμετείχαν και οι περισσότεροι από τους γονείς. Η κουβέντα στο ιατρείο για όσα με απασχολούν λειτουργεί λυτρωτικά. Κάτι σαν ψυχοθεραπεία. Κάτι σαν αυτές τις αράδες που διαβάζετε και που μου επιτρέπουν να βάλω σε μια τάξη τις σκέψεις μου αλλά και τα συναισθήματα μου. Με δουλεύανε λοιπόν κανονικά στο ιατρείο, αν και κάποιοι μου αναπτερώνανε το ηθικό όταν μοιράζονταν μαζί μου τις δικές τους εμπειρίες από κατασκήνωση. Πληροφορήθηκα για παιδιά που πήγαιναν ήδη από πολύ μικρότερες τάξεις, ενώ ακόμα και γονείς αναπολούσαν με μεγάλη λαχτάρα τις εβδομάδες που οι ίδιοι είχαν πάει στην κατασκήνωση. Έτυχε δε μια μαμά να ήταν πριν λίγα χρόνια στην συγκεκριμένη κατασκήνωση που θα πήγαιναν τα παιδιά μου και με ενθουσιασμό μου περιέγραφε τα συναισθήματα που θυμάται.

Ούτε η γυναίκα μου, ούτε εγώ δεν είχαμε πάει κατασκήνωση στα «μικράτα» μας, και έτσι, τουλάχιστον εγώ, είχα μια έντονη ανασφάλεια για το που στέλνω τα παιδιά μου. Τόσα χρόνια, σχεδόν δεν έχει περάσει μέρα που να μη τους μιλήσω έστω στο τηλέφωνο. Στην άλλη άκρη του κόσμου είμασταν, όπου η επικοινωνία μόνο εύκολη δεν ήταν και παρόλα αυτά φροντίζαμε να μιλάμε τακτικά. Τώρα; Ε! καλά δε θα πάνε και στην Κούβα, σαν να σας ακούω να σκέφτεστε, γιατί εγώ το ταξίδι μου στην Κούβα έχω κατά νου. Ποιος όμως να μου το έλεγε, ότι τελικά η επικοινωνία θα ήταν ακόμη δυσκολότερη!
Η γυναίκα μου από την άλλη, πιο ισορροπημένη συναισθηματικά από εμένα, κανόνιζε με ενθουσιασμό, όλα όσα θα μπορούσαμε να κάνουμε. Τι σινεμά, τι εκδρομές σε φαράγγια, τι βραδινό στο Αραβικό ή στο Κινέζικο, τι εξόδους με φίλους σε μπαράκια του Ρεθύμνου, τι μπάνια στην θάλασσα, τι συναυλίες;… και όλα αυτά  χωρίς να χρειάζεται ούτε να οργανώσουμε κάποιας μορφής baby-sitting , ούτε να αναγκαζόμαστε να σέρνουμε τα παιδιά μαζί μας, με το μεγάλο ενδεχόμενο της γκρίνιας να κρέμεται από επάνω μας. Γιατί τώρα εμένα όλος αυτός ο ενθουσιασμός, ο απολύτως κατανοητός από μια γυναίκα που τρελαίνεται στην δουλειά και έχει ανάγκη από μερικές ανάσες ψυχαγωγίας, με φόρτιζε περισσότερο με αρνητικά συναισθήματα σχετικά με το εγχείρημα «κατασκήνωση»; Ένιωθα σαν να αποζητούσα μια ικανή αιτία για να χωνέψω ότι δε το κάνω για εμένα αλλά κυρίως για τα παιδιά μου και η προοπτική της δυνατότητας να γράφω αμέριμνος αυτές τις αράδες με πλάκωνε με ένα είδος ενοχής…
Η απάντηση στην ανασφάλεια μου, ήρθε από τον Ερμή, μια μέρα πριν από την αναχώρηση τους. Τα παιδιά θα πήγαιναν στην κατασκήνωση την πρώτη περίοδο, δηλαδή Πέμπτη κλείνουν τα σχολεία και Παρασκευή τα παιδιά έφυγαν για την κατασκήνωση. Πέμπτη πρωί-πρωί ενώ ετοίμαζα τον καφέ μου, ακούω τον Ερμή να σηκώνεται, παρόλο που στο σχολείο θα πήγαιναν κατά τις 9 για να πάρουν τους βαθμούς τους, να χαιρετίσουν τους συμμαθητές τους και να φύγουν. Γιατί λοιπόν ο μικρός μου να σηκωθεί από τις 7, τη στιγμή που δεν έχει υποχρεώσεις; Τον βρήκα αραχτό στον καναπέ με την ταμπλέτα ανοιχτή να παρακολουθεί μια σειρά στο You-Tube! Οι παραινέσειςτόσο οι δικές μου όσο και της γυναίκας μου τύπου «πρωί-πρωί τηλεόραση βρε Ερμάκο!» ή «αφού δεν έχεις μαζέψει τα πράγματά σου για την κατασκήνωση, έλα να τα μαζέψουμε παρέα, μην τα έχεις για τελευταία στιγμή…», προσέκρουαν στον κυματοθραύστη που ακούει στο όνομα καλοκαίρι και διακοπές.
Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα ότι τουλάχιστον τις καθημερινές που δουλεύουμε και οι δύο, αλλά και όσα από τα απογεύματα τυχαίνει να δουλεύουμε και οι δύο, ένα μεγάλο μέρος του χρόνου τους θα τον περνούσαν μπροστά σε μια οθόνη!  Όσο και αν καταφύγουν για κάποια ώρα στην πλατεία, ή βρεθεί κανένα ακόμα παιδί για να πάνε κάπου να παίξουν, ειδικά στις ώρες της ζέστης που οι έξοδοι γίνονται ανεχτές μόνο στη θάλασσα, τα παιδιά μου θα ήταν κλεισμένα στο σπίτι με πιθανότερη διασκέδαση την ηλεκτρονική ή την τηλεοπτική. Έχω έναν προσωπικό κανόνα για να διαπιστώσω κατά πόσο ένα παιδί είναι εξαρτημένο από την τηλεόραση καιτα ηλεκτρονικά παιχνίδια. Αναλογίζομαι αν θα μπορούσε να περάσει τουλάχιστον 1 εβδομάδα ελεύθερη από videogamesκαι ταινίες ή σειρές, χωρίς να διαταραχτεί σημαντικά η καθημερινότητά του. Αν δηλαδή, με απασχόληση που εμπεριέχει φυσική δραστηριότητα, όπως η άθληση ή το μπάνιο στη θάλασσα, το διάβασμα και τα επιτραπέζια παιχνίδια θα μπορούσαμε να γεμίσουμε την ημέρα του παιδιού για τουλάχιστον μια εβδομάδα. Στις διακοπές μας, υπάρχουν πολλές πιθανότητες να μπορούμε να τα καταφέρουμε, μια που διαθέτουμε την πολυτέλεια του χρόνου για να ασχοληθούμε με τα παιδιά. Στη ρουτίνα όμως της καθημερινότητας, και μάλιστα μια καλοκαιρινής καθημερινότητας, χωρίς υποχρεώσεις και δραστηριότητες για να γεμίσει το εικοσιτετράωρο των παιδιών, ενώ εμείς είμαστε“businessasusual”, αυτό δυστυχώς φαντάζει αδύνατο… Είναι θλιβερό, όμως οφείλω να ομολογήσω πραγματικό, ο Ερμής μας έδειχνε κατάμουτρα ότι αφού δεν έχει τι άλλο να κάνει, θα διασκεδάσει παίζοντας ηλεκτρονικά παιχνίδια ή χαζεύοντας στην τηλεόραση.

Όμως, στην κατασκήνωση δεν επιτρέπονται οι ηλεκτρονικές συσκευές. Η καθημερινότητα των παιδιών εκεί γεμίζει με ομαδικά παιχνίδια, δημιουργίες, θέατρο, ζωγραφική και μικρές καθημερινές υποχρεώσεις όπως να φροντίζουν τα πράγματά τους και την προσωπική τους υγιεινή. Όλα αυτά λανσαρισμένα με ένα τέτοιο τρόπο ώστε να νιώθουν ότι συμμετέχουν σε κάτι διασκεδαστικό. Για παράδειγμα, παίρνει πόντους η ομάδα τους όταν είναι τακτοποιημένα τα κρεβάτια στο σπιτάκι που μένουν τα παιδιά, έτσι παρασύρονται και ζητούν και από τους πιο ακατάστατους να συμμαζευτούν ώστε να μη χάσει η ομάδα. Είναι προφανές ότι κοινωνικοποιούνται, καθώς καλούνται να επιβιώσουν σε ένα άγνωστο περιβάλλον με άγνωστα παιδιά. Δημιουργούν παρέες, γνωρίζουν καινούργιους φίλους, αναδεικνύουν τις κοινωνικές τους δεξιότητες όταν χρειάζεται να νουθετήσουν, να συμβουλέψουν ή να παρηγορήσουν κάποιον. Δείχνουν τον χαρακτήρα τους όταν ανταγωνίζονται και συναγωνίζονται. Όλα αυτά, μακριά από τις προστατευτικές μας φτερούγες. Σαν μια μικρή δοκιμαστική πτήση των μικρών πουλιών μας, μακριά από τη φωλιά τους. Για να δοκιμάσουν τα φτερά τους και να προπονηθούν ώστε κάποια μέρα να τα ανοίξουν και να πετάξουν ψηλά στον δικό τους ουρανό.
Μια καθηγήτρια αναπτυξιολογίας είχε πει για τους έφηβους: τα παιδιά στην εφηβεία θα προσπαθήσουν να σας προσπεράσουν και τα περισσότερα θα τα καταφέρουν, και καλά θα κάνουν. Αν εσείς διακριτικά δεν κάνετε στην άκρη, ώστε να σας προσπεράσουν κανονικά, τότε εκείνα θα προσπεράσουν από δεξιά ή θα μπουν στο αντίθετο ρεύμα για να τα καταφέρουν.
Ήρθε η ώρα λοιπόν, μετά από έντεκα χρόνια διαρκούς παρουσίας και προστασίας, να δοκιμάσουν τα παιδιά μας τις δυνάμεις τους. Μια μικρή πρόβα για το μέλλον που τρέχει προς το μέρος μας. Η δοκιμασία όμως δεν είναι μόνο για τα παιδιά αλλά και για εμάς τους γονείς.
Παρασκευή πρωί λοιπόν, και τα μικρά μου που πια μεγαλώνουν (συνειδητά δε θέλω να γράψω ακόμα  «μεγάλωσαν»), σέρνοντας τις βαλίτσες που στην πλειοψηφία, ειδικά η Χαρούλα μου, έφτιαξαν μόνα τους, έφυγαν για την κατασκήνωση.Τους πήγε η μαμά τους μαζί με φίλη μας που επίσης εμπιστεύτηκε την κόρη της και καλή φίλη των παιδιών μου, στην κατασκήνωση. Ναι, ομολογουμένως, η Χαρούλα ξεκινούσε με ένα πλεονέκτημα μια που θα είχε μαζί της τη φίλη της την Ελπίδα, με την οποία θα ήταν στο ίδιο σπίτι και τελικά μοιράστηκαν και την ίδια κουκέτα. Μεγαλύτερη έγνοια είναι η αλήθεια ότι είχαμε για τον Ερμή και για το πως θα τα καταφέρει να προσαρμοστεί σε ένα καινούργιο περιβάλλον, μόνος του σε ένα σπιτάκι με άλλα 11 παιδιά! Από ότι φάνηκε στην πράξη, μάλλον το outsider τα κατάφερε καλύτερα και από τους τρεις. Βρήκε το σπίτι στην γειτονιά των κοριτσιών και επέλεξε κρεβάτι στην μέση του δωματίου. Δεν έπιασε κάποια ακρούλα, που πιθανά θα υποδήλωνε άγχος και ανησυχία, αλλά το κάτω κρεβάτι σε κουκέτα μόλις μπαίνεις στο δωμάτιο, μες στη μέση, πράξη που μάλλον υποδηλώνει αυτοπεποίθηση. Όντως, και οι επόμενες μέρες αυτό έδειξαν, μια που από το δικό του δωμάτιο τρία παιδιά εγκατέλειψαν την προσπάθεια, επιστρέφοντας στο σπίτι τους, ενώ στο σπιτάκι υπήρχαν δύο παρέες των τεσσάρων παιδιών που ήδη γνωρίζονταν και με τους οποίους ο μικρός μου δε φάνηκε να αντιμετωπίζει πρόβλημα εγκλιματισμού και ενσωμάτωσης. Να έπαιξε τον ρόλο της και η δυάδα των κοριτσιών που κατοικοεδρεύουν στην ίδια γειτονιά; Πιθανώς, πάντως και εκείνες διατήρησαν την αυτονομία του χαρακτήρα τους, παρόλο που μοιράζονται τις μικρές δουλειές της καθημερινότητας και την παρέα που κάνουν πριν κοιμηθούν αλλά και μόλις ξυπνήσουν μέχρι να σηκωθούν και οι άλλες. Η διαφορά φάνηκε κυρίως σε κάτι που τέσταρε τη δική μας ψυχολογία.
Όπως έγραψα παραπάνω η δοκιμασία δεν είναι μόνο για τα παιδιά. Αρχικά πίστευα ότι θα ήταν ένα μικρό δείγμα της ζωής που μας περιμένει μετά από καμιά επταετία, όταν τα παιδιά μας θα ενηλικιωθούν και θα ακολουθήσουν το δρόμο τους. Μια ματιά στο μέλλον μας χωρίς τα παιδιά. Τα πράγματα το Σάββατο αλλά και την Κυριακή εξελίχθηκαν σύμφωνα με το εντατικό πρόγραμμα διασκέδασης που είχε εμπνευστεί η καλή μου. Βόλτα με ποδήλατο, μπάνιο στη θάλασσα, σινεμά, εκδρομή στο Αγιοφάραγγο, βραδινή έξοδος με φίλους. Όλα υπέροχα, υπό τη σκιά όμως του στερητικού συνδρόμου της πλήρους άγνοιας για το τι κάνουν τα παιδιά μας. Το τηλέφωνο δεν επιτρέπεται στην κατασκήνωση, επιτρέπονται τηλεκάρτες και η επικοινωνία είναι μονόδρομη, όποτε το επιθυμούν τα παιδιά. Πέρασε λοιπόν η Παρασκευή, ήρθε το Σάββατο και εγώ ομολογώ δε κρατήθηκα πήρα τηλέφωνο στους υπεύθυνους για να ρωτήσω αν υπάρχει κάποιος κανόνας, σύμφωνα με τον οποίο τα παιδιά δεν επιτρέπεται να πάρουν τηλέφωνο. Καταλαβαίνετε τώρα, μη περιμένω άδικα. Με καθησύχασαν πως για να μην παίρνουν σημαίνει ότι περνάνε καλά, οπότε και εδώ, ότι ισχύει συνήθως στην ιατρική,“no news, good news”.
Έρχεται η Κυριακή και η εκδρομή στο Αγιοφάραγγο, όπου το τηλέφωνο, που δυσκολεύεται τα μάλα να βρει σήμα, με αναγκάζει να επικοινωνήσω με τη μαμά της Ελπίδας ώστε αν πάρουν τηλέφωνο τα παιδιά και δεν μας βρούνε, να τους ζητήσει να δοκιμάσουν το απόγευμα. Η απάντηση ήρθε με sms: «επικοινώνησα με κατασκήνωση και τα καρτοτηλέφωνα ανοίγουν από αύριο». Ήρθε λοιπόν και το αύριο, η Δευτέρα δηλαδή, όταν και συμπληρώναμε ήδη τρία εικοσιτετράωρα και βαδίζαμε στο τέταρτο, χωρίς επικοινωνία με τα παιδιά. Να είναι καλά μια μητέρα που με ενημέρωσε ότι η ίδια πήγανε κοντά 7 χρόνια στην συγκεκριμένη κατασκήνωση, ότι περνούσε αξέχαστα και πως αν είναι να πάρουν τηλέφωνο τα παιδιά, μη περιμένω να πάρουν πριν το απόγευμα γιατί η μέρα τους γεμίζει δραστηριότητες. Όπως σας ανέφερα και παραπάνω, ότι με απασχολεί το μοιράζομαι με τους γονείς των παιδιών που παρακολουθώ στο γραφείο. Πέραν της ψυχοθεραπείας, συχνά βρίσκω και απαντήσεις ή λύσεις σε όσα με απασχολούν. Κέρδισα λοιπόν μερικές ώρες ηρεμίας. Το βράδυ όμως, κατά τις εννιά δε κρατήθηκα και πήρα τηλέφωνο, για να με καθησυχάσουν εκ νέου, εξηγώντας μου ότι την πρώτη μέρα, συνήθως παίρνουν τηλέφωνο τα παιδιά που έχουμε πρόβλημα και έχουν ανάγκη να μιλήσουν με τους δικούς τους, ότι αν ήθελα μπορούσαν να τους φωνάξουν από τα μεγάφωνα, όμως ήταν στο θέατρο και πιθανά δε θα ακούγανε. Όχι! Σε καμία περίπτωση δεν ήθελα να τους φωνάξουν από τα μεγάφωνα, δεν ήθελα να τους κάνω να νιώσουν άβολα… άλλωστε, κατάλαβα ότι και πάλι: “no news, good news”.
Εμένα όμως με ζώσανε τα φίδια… Τι σημαίνει όλα καλά; Ο.Κ. ευχάριστο το ότι περνάνε καλά, όμως αυτό ήταν; Τον μπαμπά τον ξεχάσαμε; Σαν να διαβάζω για ακόμα μια φορά τη σκέψη σας, και σας προλαβαίνω για να σας δώσω τα χίλια δίκια. Το πρόβλημα, όπως άλλωστε και αποδείχθηκε αργότερα, το είχα εγώ και όχι τα παιδιά μου. Μου έλειπαν και έβρισκα χίλιες δυο δικαιολογίες και ερμηνείες. Να με παίρνουν και όταν είναι καλά για να μου λένε απλά ότι είναι καλά… τι πάει να πει δηλαδή, αφού είναι καλά δε χρειάζεται να πάρουν τηλέφωνο; Και τελικά η Χαρούλα μου, έκανε τη διαφορά και πήρε τηλέφωνο την Τρίτη το μεσημέρι:
-Μπαμπά, περνάμε τέλεια!!!
-Είστε καλά μωρό μου;
-Ναι, ναι! Είναι πολύ ωραία…
-Γιατί δε μας πήρατε τηλέφωνο τόσες μέρες;
-Πρέπει να φύγουμε από τα αθλήματα και έχει ουρά στο τηλέφωνο.. οι άλλοι παίζουν τώρα!
-Καλά μωρό μου, αν περιμένουν και άλλοι και δε προλαβαίνεις θα πω εγώ στη μαμά ότι πήρες και αύριο πες στον Ερμή να τηλεφωνήσει εκείνος τη μαμά εντάξει; Α! και πες και στην Ελπίδα να πάρει τους δικούς της….
-Ναι μπαμπά, σε αγαπώ!
Εμένα σχεδόν με πήραν τα ζουμιά, παρόλο που ήμουν στο ιατρείο, ενώ το Χαρουλάκι μου πρόλαβε και πήρε τηλέφωνο και τη μαμά της… Την επόμενη μου τηλεφώνησαν και οι δύο, μίλησα στην αρχή με την Χαρά και στη συνέχεια άκουσα στο ακουστικό και έναν βραχνιασμένο Ερμή, εξίσου ευχαριστημένο. Τέλος, προχθές, πήρε η Χαρά τη μαμά της για να της διαβάσει τη λίστα με τα πράγματα που ήθελε να της φέρουμε.
Σήμερα το πρωί, Κυριακή, μετά από εννιά μέρες μακριά τους, επισκεφτήκαμε τα παιδιά μας. Κανονικό επισκεπτήριο. Μας ξενάγησαν στους χώρους της κατασκήνωσης, μας έδωσαν τα άπλυτα και τους δώσαμε ότι μας είχαν παραγγείλει. Ήταν μια χαρά, ενθουσιασμένα, γεμάτα καινούργιες εμπειρίες. Μας διηγηθήκανε τα παιχνίδια, τις γνωριμίες, τις λεπτομέρειες της εκεί καθημερινότητάς τους και τις πρώτες βόλτες τους στα μονοπάτια της εφηβικής τους αυτονομίας, που βρίσκεται προ των πυλών! Τους μεταφέραμε κάποια μικρά νέα από το σπιτικό μας, όπου διακρίναμε για λίγο τη λάμψη της νοσταλγίας στα ματάκια τους. Κάποια στιγμή ο Ερμής πέταξε, με παίρνετε σπίτι; Μου λείπει ο Τζιτζιφιόγκος (ο παπαγάλος του) ενώ η Χαρά μου είχε αρπάξει το χέρι και έκανε ότι δεν ήθελε να το αφήσει από την αγκαλιά της καθώς πλησιάζαμε στην πύλη της κατασκήνωσης, επιστρέφοντας από τη σύντομη βόλτα που πήγαμε για να φάμε μεσημεριανό όλοι μαζί παρέα. Μάλιστα, επέστρεψε για να μου σκάσει ένα φιλί αφού είχαν ήδη περάσει την πύλη. Καθώς όμως προχωρούσαν προς τα σπιτάκια που τους φιλοξενούσαν, έμοιαζαν πλήρως απορροφημένα από όσα συζητούσαν και δε γύρισαν να με ξαναδούν. Καλά έκαναν. Αυτό ήταν το επιθυμητό και ο στόχος, τα παιδιά μας να περνάνε καλά, να σταθούν στα πόδια τους και να ζήσουν ένα καλοκαίρι γεμάτο παιχνίδι, δράση και εμπειρίες. Όλα δείχνουν ότι το έχουν καταφέρει και όσο πιο σύντομα το καταλάβουμε τόσο καλύτερο για εμάς και τα παιδιά μας. Τώρα, πότε θα βρουν το χρόνο να μας ξαναπάρουν τηλέφωνο; Δεν το ξέρω, όμως πλέον πιστεύω ότι είναι δευτερεύον και δικό μου πρόβλημα, όχι δικό τους. Επιλέξαμε να τους ρίξουμε στα βαθιά και εκείνα κολυμπάνε μια χαρά. Θα βρει και η επικοινωνία τον δρόμο της.
Το βασικότερο είναι…


Να είστε όλοι καλά και τα παιδιά μας καλύτερα! 

Τρίτη, 18 Απριλίου 2017

Σκέψεις με αφορμή την αμφισβήτηση των εμβολίων και τι μπορεί πραγματικά να κρύβει...

Η ιλαρά σαρώνει την Ευρώπη!
Μια ανθρωπονόσος, δηλαδή μια αρρώστια που προκαλείται από ιό
που τον φιλοξενεί μόνο ο άνθρωπος! Άρα, όπως και με την ευλογιά, αφού έχουμε το εμβόλιο μπορούμε να την εξαφανίσουμε από το πλανήτη. Εμείς όμως προτιμάμε να της επιτρέπουμε να μας γελά κατάμουτρα. Να βρίσκει ευκαιρία και να εξαπλώνεται σαν φωτιά σε ξερά χόρτα, από χώρα σε χώρα, όπου της δίνουμε την δυνατότητα, όπου δηλαδή η εμβολιαστική κάλυψη του πληθυσμού είναι μικρότερη του 95%. Πρακτικά, για να μην επιτρέψουμε στην ιλαρά να διαδοθεί, ώστε να μη κινδυνεύουμε εμείς και τα παιδιά μας, πρέπει να έχουν εμβολιαστεί περισσότεροι από εννιά στους δέκα κατοίκους. Η μεταδοτικότητα είναι τόσο μεγάλη, που έστω και ένας ή δύο στους δέκα να μην έχουν εμβολιαστεί, το πιθανότερο είναι ότι η ιλαρά θα κατορθώσει να τους ξετρυπώσει…
Ανακαλώ στη μνήμη μου το διάλογο με τη βοηθό μου στο ιατρείο:
- Νίκο, ξέρεις ποιόν συνάντησα προχθές στην παραλία; Τον Κώστα, τον πατέρα της Μελίνας… Ξέρεις τι μου είπε; Ότι σκέφτεται να σταματήσει τα εμβόλια στη μικρή…
Τέτοια και άλλα παρόμοια είναι που μου μαυρίζουν την ημέρα. Τι φταίει η μικρή; αναρωτιέμαι. Θυμώνω στιγμιαία με το καταραμένο το διαδίκτυο! Όμως τι φταίει και το διαδίκτυο; Είναι το ίδιο με το να κατηγορείς τη φωτιά που ο άλλος αντί να τη χρησιμοποιεί για να ζεσταθεί, έκαψε το χέρι του.
Μου έρχεται στο μυαλό μια ιστορία που μου διηγήθηκε γνωστή παιδίατρος-λοιμοξιολόγος. Καθ’ οδόν από το αεροδρόμιο προς το συνεδριακό χώρο, της έπιασε κουβέντα ο ταξιτζής που τη μετέφερε. Χωρίς να ξέρει με ποια μιλούσε, μόλις άκουσε ότι πρόκειται για παιδίατρο, ένιωσε την ανάγκη να της εξομολογηθεί ότι εκείνος δεν κάνει εμβόλια στα παιδιά του. Όταν τον ρώτησε για ποιο λόγο, εκείνος της απάντησε με ύφος βαθιά ψαγμένου στο θέμα: «Έχεις γκουγκλάρει ποτέ [εμβόλια και αυτισμός];» για να λάβει την πληρωμένη απάντηση της συναδέλφου μου:
- Έχεις γκουγκλάρει ποτέ [ταξιτζής και αυτισμός];
Το έκανα μόλις και μου προέκυψαν 28.800 αναφορές!
Πάντοτε υπήρχαν εκείνοι που πίστευαν ότι ήξεραν καλύτερα από όλους τους άλλους. Ακόμα και για θέματα που απέχουν από το γνωσιακό αντικείμενο των σπουδών τους, αν έχουν σπουδάσει κάτι. Από τη δημιουργία των εμβολίων, παράλληλα γεννήθηκε και ο προβληματισμός, που γρήγορα εξελίχθηκε σε αντίδραση και τελικά σκοταδισμό.
Χωρίς ιδιαίτερα επιχειρήματα, πατώντας σε ερωτήματα που δεν έχουν ακόμη απαντηθεί από την ιατρική και κυρίως βγάζοντας αυθαίρετα συμπεράσματα. Υποστηρίζουν ότι τα εμβόλια προκαλούν αυτισμό, σκλήρυνση κατά πλάκας, καρκινικούς όγκους και μια σειρά άλλες ασθένειες για τις οποίες δεν έχουμε ακόμα όλα τα κομμάτια του παζλ για να το λύσουμε. Άλλοι πάλι, κατηγορούν τις ουσίες που χρησιμοποιούμε για να κάνουμε τα εμβόλια πιο ασφαλή, τι ειρωνεία; Όλα αυτά, υπό το πέπλο συνομωσιών που κρύβουν τις χειρότερες των προθέσεων και που βέβαια, έχουν συμπαρασύρει τη πλειοψηφία των επιστημόνων, είτε λόγω αφέλειας, είτε επειδή οι περισσότεροι έχουμε κάποιο όφελος και συμμετέχουμε στην παγκόσμια συνομωσία. Οι περισσότεροι εν ολίγοις παιδίατροι, που κάνουμε εμβόλια στα παιδιά μας, είμαστε είτε ξεγελασμένοι, είτε ανήθικοι!
Υπάρχουν όμως και οι «ήρωες». Οι επιστήμονες ή γιατροί ή όπως αλλιώς αυτοαποκαλούνται,  που έχουν τη γνώση αλλά κυρίως το θάρρος, να στρέφονται εναντίον των εμβολίων. Να βγάζουν λόγους, διαλέξεις και βιβλία όπου αποκαλύπτουν τι πραγματικά κρύβεται πίσω από τα εμβόλια! Αλλοδαποί αλλά και ημεδαποί, εκμεταλλευόμενοι και τις απύθμενες δυνατότητες επικοινωνίας που προσφέρει το internet, εισβάλουν ανά πάσα στιγμή στην οθόνη μας για να μας «ενημερώσουν». Άνθρωποι που δούλεψαν στις φαρμακοβιομηχανίες, όμως οι τύψεις τους έπνιξαν, και αποφάσισαν να ξεσκεπάσουν τη σκευωρία. Βέβαια, δε μπορούν να αποκαλύψουν την ταυτότητά τους, επειδή θα χάσουν την σύνταξη από την δολοφόνο-φαρμακοβιομηχανία την οποία τόσα χρόνια υπηρετούσαν. Έχει κυκλοφορήσει ευρέως ένα τέτοιο e-mail, που καλούσε όσους πιστούς να εμπιστευτούν έναν «επιστήμονα» αγνώστων στοιχείων, που συνέπραττε για χρόνια στη διασπορά του κακού για το κέρδος και που το ηθικό βάρος τον έσπρωξε να μοιραστεί την αμαρτία του, συνεχίζοντας όμως να τρέφεται από τους κακούς… Από την άλλη υπάρχουν «επιστήμονες», που διαλαλούν την ταυτότητά τους, ενδεδυμένοι μανδύα με άγνωστες στους περισσότερες εξειδικεύσεις, με έδρα σε διάφορα πανεπιστήμια, που γυρίζουν ανά τον κόσμο κάνοντας διαλέξεις για την αλήθεια πίσω από τα εμβόλια. Μια αλήθεια, συχνά αναμεμιγμένη με εθνικισμό και λίγο από θρησκεία, εξασφαλίζοντας έτσι υπερασπιστές και συμμάχους σε θύλακες φανατικών.  
Όποτε με ρωτούν τη γνώμη μου για το ποιόν κάποιου τέτοιου διαδικτυακού star του σκεπτικισμού και της αμφισβήτησης των εμβολίων, ανακαλώ μια «προσωπικότητα» από τα φοιτητικά μου χρόνια.
Στο δεύτερο έτος της ιατρικής, πληροφορήθηκα την ύπαρξη ενός Ισραηλινού συμφοιτητή  ονόματι David Adison. Ήταν πάντοτε καλοντυμένος και συνήθως κρατούσε και διάβαζε κάποια αγγλόφωνη εφημερίδα. Αρχικά, δε με είχε απασχολήσει ιδιαίτερα μια που δε βρισκόμασταν στις ίδιες παρέες. Έτυχε όμως, προς το τέλος του έτους, να εξεταστούμε μαζί στο μάθημα της βιολογίας. Όπως περιμέναμε τη σειρά μας για να μας φωνάξει ο καθηγητής, και ενώ οι περισσότεροι παλεύαμε με τον πανικό μας και εκτονώναμε την αγωνία μας στη καλύτερη των περιπτώσεων στα νύχια μας, ο συμφοιτητής μας με αγέρωχο ύφος καθόταν ψύχραιμος και διάβαζε την εφημερίδα του. Η φήμη που μου μεταφέρανε, ήταν πως είναι ο ιατρός της Καναδικής πρεσβείας και το στυλ του, απέπνεε τη σιγουριά κάποιου έμπειρου, που παρόμοιες διαδικασίες της είχε για πλάκα.
Το ψαρωτικό ύφος αρκετών καρδιναλίων το διατήρησε και κατά τη διάρκεια της εξέτασης του, στην οποία είχα την ατυχία να είμαι μάρτυρας. Μπαίναμε στην αίθουσα τρεις-τρεις, όπου ο καθηγητής μας περίμενε για να μας εξετάσει. Η δική μου τριάδα είχε πρώτο τον David Adison. Απαντούσε στον καθηγητή σε άψογα αγγλικά, με μια μοναδική προφορά και με ένα στυλ, λες και οι ρόλοι είχαν αντιστραφεί και εκείνος ήταν ο καθηγητής. Οι ερωτήσεις του πραγματικού καθηγητή, ηχούσαν σαν απορίες, τις οποίες είχε κληθεί να λύσει ο φωστήρας. Αυτά που άκουγα, κατανοώντας στην εντέλεια τι έλεγε καλυμμένα από την προφορά και το ύφος, μου είχαν σηκώσει, είμαι σίγουρος, τις τρίχες του κεφαλιού μου, που τότε είχα πολλές. Το αποκορύφωμα της εξέτασης ήταν η εύρεση πυρήνα, στα προκαρυωτικά κύτταρα. Χωρίς να είσαι διάνοια στη βιολογία αυτό το γνωρίζεις, μια που τα προκαρυωτικά είναι εξ ορισμού, τα κύτταρα που σε αντίθεση με τα ευκαριωτικά, δεν έχουν σχηματισμένο πυρήνα. Εμβρόντητος παρακολουθούσα τον καθηγητή να συνεχίζει τις ερωτήσεις, με όλο και πιο σπασμένα αγγλικά, για να δέχεται ακατάληπτες επιστημονικά απαντήσεις σε άπταιστα αγγλικά. Ήταν σχεδόν σαν ένα θέατρο παραλόγου μια που ο πραγματικός καθηγητής και κριτής, έμοιαζε να φοβάται ότι εκείνος φταίει που δεν αρθρώνει σωστά τις ερωτήσεις ή ότι στην τελική, αδυνατεί να κατανοήσει τις αψεγάδιαστες απαντήσεις, πιθανά επειδή δεν κατείχε τόσο καλά τη γλώσσα, την οποία ο εξεταζόμενος κυριολεκτικά έπαιζε στα δάκτυλα. Αντί λοιπόν, από τη δεύτερη κιόλας απάντηση να αποχωρήσει ο κύριος David με σκυμμένο το κεφάλι για να πάει να ανοίξει εκτός από την εφημερίδα και κανένα βιβλίο βιολογίας, αντιθέτως μετά από μερικά βασανιστικά λεπτά και αρκετές παύσεις, κατά τις οποίες ο εξεταστής σίγουρα σκεφτόταν «δεν μπορεί να άκουσα αυτό που νομίζω ότι άκουσα», τελικά σα να τον είχε υπνωτίσει ο εξεταζόμενος, του δίνει το βαθμό της βάσης. Συνεχίζοντας την υποκριτική ανωτερότητα, ο φοιτητής καταδέχθηκε να χαιρετήσει δια χειραψίας και αποχώρησε. Αν κάποιος, παρακολουθούσε τη σκηνή χωρίς να μπορεί ακούσει τους διαλόγους, ή έστω να καταλάβει τι πραγματευόντουσαν, θα μπορούσε να του έχει γεννηθεί η αίσθηση ότι ο αποχωρών φοιτητής, αδικήθηκε κατάφορα από τον κατώτερο για τις περιστάσεις καθηγητή. Εγώ όμως, που ήμουν εκτός από αυτόπτης, και αυτήκοος μάρτυρας και κατάλαβα πολύ καλά τι παίχτηκε, απογοητεύτηκα. Πέρασα σχεδόν με άριστα και ήταν από τις χειρότερες εξετάσεις μου.
Ο πρωταγωνιστής της ιστορίας μας, μετά από αυτή την εξεταστική, εξαφανίστηκε. Δε παρουσιάστηκε στην έναρξη του τρίτου έτους και σιγά-σιγά ξέχασα τελείως την ύπαρξή του. Άλλο που δεν ήθελα δηλαδή γιατί σιχαίνομαι τους κάλπηδες. Κάποια στιγμή προς το τέλος του τρίτου έτους, με πλησιάζει καλός φίλος και συμφοιτητής επίσης από το Ισραήλ, κρατώντας μια εφημερίδα. Με χαιρέτησε και μου έδειξε μια φωτογραφία στην πρώτη σελίδα μεγάλης εφημερίδας της πατρίδας του, ρωτώντας με αν μου θυμίζει κάτι ο εικονιζόμενος. Ομολογώ ότι μετά από τόσο καιρό το πρόσωπο που αποτυπωνόταν στο χαρτί δεν μου έλεγε τίποτα…
- It is David Adison! You remember, David from last year… (Είναι ο David Adison! Τον θυμάσαι τον David, από πέρσι…)
Άρχισε να μου διαβάζει μεταφράζοντας το άρθρο από τα εβραϊκά στα αγγλικά.
Ο «Τάδε-Τάδε» ή αλλιώς γνωστός και ως … ακολούθησαν μερικά ονόματα ανάμεσα στα οποία και David Adison, συνελήφθη από την αστυνομία του Τελ-Αβίβ αφού ακολούθησαν τα ίχνη κλεμμένων πιστωτικών καρτών που ανήκαν σε εργαζόμενους στο μεγαλύτερο νοσοκομείο της πόλης. Ο «Τάδε-Τάδε» εργαζόταν στο συγκεκριμένο νοσοκομείο, προσποιούμενος τον εντατικολόγο που ήταν επιφορτισμένος να αποφασίζει ποιος από τους νοσηλευόμενους στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας που πιθανά χρειαζόταν χειρουργείο, ήταν σε κατάσταση για να χειρουργηθεί. Φανταστείτε, στους πιο βαριά ασθενείς στο μεγαλύτερο νοσοκομείο του Ισραήλ, οι οποίοι είχαν ανάγκη κάποιας επείγουσας επέμβασης, αποφάσιζε ο κύριος, αν θα τα καταφέρουν. Το άρθρο κατέληγε, ο «Τάδε-Τάδε» είναι γνωστός στις αρχές, γιατί όταν υπηρετούσε τη θητεία του στον ισραηλινό στρατό σε κάποια αποστολή είχε προσποιηθεί τον …πιλότο!    


Τον David Adison και τη ψυχοπαθολογία του θυμάμαι, κάθε φορά που αντικρύζω κάποιον να  διατείνεται πως γνωρίζει την αλήθεια που κρύβεται εδώ και περισσότερα από 200 χρόνια πίσω από τα εμβόλια. Αρκεί μερικές αράδες από τους λόγους του να ακούσεις, και αν έχεις την παραμικρή σχέση με την ιατρική, τη βιολογία ή κάποια παρεμφερή επιστήμη, μπορείς να υποψιαστείς ότι βρίσκεσαι μπροστά στον Έλληνα David Adison. Στον υπαρκτό πρωταγωνιστή του έργου “Catch me if you can”.



Μου έρχεται, όπως τότε, πριν από χρόνια, στο μάθημα της βιολογίας, να φωνάξω καλά δε βλέπετε ότι ο "Βασιλιάς είναι γυμνός"; Δε διακρίνετε τον σύγχρονο ποιητή φαμφάρα μέσα από τη φαυλότητα των λόγων του;  Όμως δυστυχώς, συχνά βλέπουμε αυτό που θέλουμε ενδόμυχα να δούμε. Ικανοποιούμε την ανασφάλεια μας, απορρίπτοντας την επιστημονική άποψη, την οποία συχνά δε μπορούμε να κατανοήσουμε, ως την επιβεβλημένη και βρίσκουμε καταφύγιο σε εναλλακτικές, παραϊατρικές λύσεις, που ταιριάζουν περισσότερο με τη δική μας άποψη. Έχουμε τη ψευδαίσθηση ότι σπάμε τα δεσμά του κοπαδιού και κάνουμε αυτό που εμείς επιλέγουμε για τον εαυτό μας και το παιδί μας. Καταλήγουμε να λαμβάνουμε αποφάσεις για σοβαρά θέματα όπως το αν και πως θα εμβολιαστούμε, επηρεασμένοι από ημιμαθείς ή πλήρως άσχετους με την τεχνολογία και τη δράση των εμβολίων. Για ότι δε γνωρίζουμε οφείλουμε να εμπιστευτούμε όσους έχουν τα εχέγγυα της γνώσης. Αναρωτιέμαι αν προτιμάμε να εμπιστευτούμε συγγράμματα παιδιατρικής, εθνικές ή και διεθνείς εταιρείες λοιμοξιολογίας ή παιδιατρικής, και παγκόσμιας αποδοχής οργανισμούς όπως αυτός της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας, του CDC (αμερικάνικο ή ευρωπαϊκό) δηλαδή του αντίστοιχου δικού μας ΚΕΕΛΠΝΟ και πανεπιστημιακά ιδρύματα και νοσοκομεία που εμπιστεύονται εδώ και πολλές δεκαετίες τα εμβόλια ή να εμπιστευτούμε τρομολάγνα site από το διαδύκτιο με αμφιβόλου ποιότητας και κινήτρων  παραπληροφόρηση. Πιο απλά, όχι απλοϊκά, παίρνετε σοβαρές αποφάσεις για την υγεία του παιδιού σας επηρεασμένοι όχι από το γιατρό σας που γνωρίζετε και εμπιστεύεστε, αλλά από αγνώστους στο διαδύκτιο που μπορεί να κρύβουν από ψυχοπαθολογίες και κόμπλεξ μέχρι πολιτικά, θρησκευτικά ή και οικονομικά συμφέροντα.
Μήπως θα έπρεπε να αναθεωρήσετε την άποψή σας για τη συνωμοσιολογία;
Να είστε όλοι καλά και τα παιδιά μας καλύτερα!

Τρίτη, 7 Μαρτίου 2017

Με αφορμή μια «γλυκιά» πρακτική, συζήτηση για την παιδική παχυσαρκία με ολίγον από θηλασμό και μια πρέζα εμβόλια…

Η μαμά μας λείπει για λίγες μέρες στην Αθήνα. Μόνος με τα διδυμάκια μου λοιπόν, για όλο το Παρασκευοσαββατοκύριακο!
Σάββατο βράδυ και χουχουλιάζουμε στον καναπέ χαζεύοντας μια ταινία. Η εκπληκτική  μουσική της Ευανθίας Ρεμπούτσικα γεμίζει το δωμάτιο, καθώς δύο γυναικεία στήθη και ένα μωρό μονοπωλούν την οθόνη. Το μωρό αρνείται να προσεγγίσει το στήθος παρόλο που κλαίει και δείχνει πεινασμένο. Στις επόμενες σκηνές το στήθος προσφέρεται πασπαλισμένο με ζάχαρη και το μωρό προσγειώνεται ευτυχισμένο πάνω του. Να ήταν κάποια πρακτική του περασμένου αιώνα; Έχω ακούσει ότι παλιά μελώνανε την πιπίλα για να τη μάθει το μωρό, όμως για το στήθος δε το ξέρω. Οι σκηνές προχωράνε και ο φιλόσοφος παππούς, καθώς μυεί τον εγγονό του στα μυστικά των μπαχαρικών αλλά και των άστρων, παρομοιάζει τον ήλιο με το πιπέρι που καίει, και τη γη μας με το αλάτι, που δίνει νόημα στη ζωή. Να το και το τρίτο απαγορευμένο συστατικό της βρεφικής διατροφής!
Ζάχαρη, μέλι και αλάτι…
Κάτω του έτους, η ζάχαρη προδιαθέτει σε παχυσαρκία, το αλάτι ζορίζει τα νεφρά και το μέλι κρύβει μέσα του τον Βάκιλο της Αλλαντίασης, ένα μικρόβιο που σε κάποιες περιπτώσεις καταφέρνει να διαφύγει από την άμυνα του στομαχιού του μωρού, που η φύση επιλέγει να είναι πιο αλκαλικό από αυτό του ενήλικα.
Το υπέροχο έργο «Πολίτικη Κουζίνα» το έχω ήδη απολαύσει στον κινηματογράφο, όμως διαβάζοντας τις αντιδράσεις των μικρών μου καθώς το παρακολουθούμε παρέα, αποκτά μια νέα διάσταση.
«Να η Αγιά Σοφιά!» πετάγεται ο Ερμής που φέτος έμαθαν για τη δημιουργία της στην ιστορία του σχολείου. Εικόνες από μια άλλη εποχή, από άλλες κουλτούρες και θρησκείες. Από άλλες προσφυγιές! Από τότε που τους Έλληνες στην Τουρκία τους έδιωχναν επειδή ήταν Έλληνες και στην Ελλάδα επειδή τους φωνάζανε Τούρκους!
Ένας μουφτής διαλαλεί από το μιναρέ την πίστη του προς τον Αλάχ και εγώ αρπάζω την ευκαιρία να κάνω το διεθνιστικό μου μάθημα, λέγοντας ότι ο μουφτής είναι ο αντίστοιχος ιερέας για τους μουσουλμάνους, για να με διακόψει η Χαρά μου ενημερώνοντάς με ότι το ξέρουν.
-          -Και τι κάνει επάνω στον μιναρέ εξυπνούλα μου; Μιναρέ έχουμε και εμείς στο Ρέθυμνο. Μουφτή όμως όχι.
-         
- Προσεύχεται στον Αλάχ! Και ο Μουσταφά όταν πιάνει έτσι τα αυτιά του και φωνάζει, μοιάζει πολύ με αυτόν τον μουφτή… έχει δυνατή και ωραία φωνή ο Μουσταφά!

Με αποστόμωσε η μικρή μου, που μπορεί να μην έχει γνωρίσει από κοντά μουφτή, όμως είναι φίλη με τον Μουσταφά, που πρόλαβε να ζήσει στη Συρία πριν ο πόλεμος και η προσφυγιά τον οδηγήσουν στον τόπο μας. Τι όμορφο ανάχωμα στη ξενοφοβία η φιλία των παιδιών!

Αυτές τις μέρες μεγαλώνω στο ιατρείο μου, τα μωρά τουλάχιστον τριών διαφορετικών ζευγαριών Ελλήνων-Τούρκων. Όποτε έρχονται και μου δίνεται η ευκαιρία, πειραματίζομαι με λέξεις που γνωρίζω από την Καβάλα και τους συγγενείς μου από τον πατέρα μου, όπως «τζιέριμ»,«γιαβρίμ» και «ταμάμ». Προφέρω λίγο πιο παχιά τα σύμφωνα και κάνω διάλογο με τα μωράκια κάτω από το γελαστό βλέμμα των γονιών. Τσεκάρω τη γνησιότητα λέξεων όπως το «φελέκι» που χρησιμοποίησα από μέσα μου, τις προάλλες όταν καλός φίλος αποφάσισε να δαιμονοποιήσει το αθώο μπισκοτάκι που δίνω στα παιδιά στο ιατρείο. Φελέκι, είναι η τύχη, και προέρχεται από το τούρκικο felek. Όταν λοιπόν βλέπω τις ορδές των φανατικών να υπερθεματίζουν για τη ζημιά που προκαλούν τα μπισκοτάκια που δίνω για να καλοπιάσω τα παιδιά, το πρώτο που μου ήρθε στο μυαλό και τσέκαρα τι σημαίνει ήταν «το φελέκι μου μέσα…».
Αφού πρώτα το «γκούγκλαρα», διασταύρωσα τη γνώση που απόκτησα με τους Τούρκους γονείς, και όντως, έτσι όπως τα λέει ο Καργάκος είναι. Με την έκφραση που μου ήρθε στο μυαλό καταριόμουν την τύχη μου. Τόσα και τόσα θέλω να γράψω και ξαφνικά, από το πουθενά, να που πρέπει να δικαιολογήσω μια από τις πιο τρυφερές και αγαπημένες μου εκφάνσεις της επαφής μου με τα παιδιά στο ιατρείο. Πως του ήρθε του Στέλιου και ανάρτησε στο facebook μια παράγραφο στην οποία ενημερώνει, προειδοποιεί και …φοβερίζει όσους επαγγελματίες εμπλέκονται στην ανατροφή των παιδιών να μην δίνουν μπουναμάδες για να κερδίσουν την εύνοια των μικρών μας φίλων, διότι αποτελούν κακό παράδειγμα προς τους γονείς και κηδεμόνες. Σίγουρα κάποιο άρθρο σε έγκριτο ιατρικό περιοδικό θα διάβασε, με κάποια μελέτη που καταδείκνυε τη ζημιά που προκαλούν τα γλυκά όταν προσφέρονται στην προσχολική ηλικία. Μια μελέτη, πιθανά σχεδιασμένη και εφαρμοσμένη σε χώρα του εξωτερικού, με συμπεράσματα βγαλμένα όχι για την ελληνική πραγματικότητα. Η παιδική παχυσαρκία έχει από χρόνια χαρακτηριστεί επιδημία στο Δυτικό κόσμο και δυστυχώς η Ελλαδίτσα μας κατέχει θλιβερά πρωτεία στα στατιστικά που τη χαρακτηρίζουν. Ο Στέλιος είναι ενημερωμένος και άξιος επιστήμονας, οπότε δε νομίζω ότι απλά το σκέφτηκε και το έγραψε.

Το χιούμορ για ακόμα μια φορά αποδείχθηκε σωτήριο για την καθημερινότητά μου. Συνεχίζοντας να εγκληματώ δίνοντας μπισκοτάκι στα νήπια, τα προέτρεπα αρχικά να το πούνε στον Στέλιο για να κάνει πράξη τη φοβέρα ότι θα πάρει τηλέφωνο όποιον συνεχίσει την λάθος πρακτική, μια που έχουμε πολύ καιρό να τα πούμε. Όταν δε, κάποιες μητέρες που μοιραζόμαστε ως κοινούς «φίλους» στο Facebook, όντως με ανέφεραν ως κακό παράδειγμα κάτω από την ανάρτηση του φίλου μου, και αναρωτιόντουσαν πως θα με συνετίσουν, η συνωμοτική προτροπή μετατράπηκε σε «πάρε ένα μπισκοτάκι, όμως μην το πεις στο Στέλιο…». 
Δεν κομπάζω για πολλά από όσα κάνω στο ιατρείο μου, διότι πραγματικά δε πιστεύω ότι είμαι ιδιαίτερα προικισμένος ιατρός. Αγαπώ τα παιδιά και προσπαθώ κάποια πράγματα που είναι καθαρή ευθύνη του γενικού παιδίατρου να τα κάνω όσο καλύτερα μπορώ. Ο ίδιος ο Στέλιος ο Παπαβέντζης, σε μια από τις πρώτες μας συναντήσεις από κοντά, όταν είχαμε την τύχη να τον φιλοξενήσουμε στα Χανιά ως Παγκρήτια Παιδιατρική Εταιρεία, μου είχε πει αυτό ακριβώς, ότι δηλαδή η βασική μας έγνοια ως γενικοί παιδίατροι είναι η ανάπτυξη και άρα και η διατροφή. Τότε με είχε προτρέψει θερμά να ασχοληθώ με το θηλασμό, και του χρωστώ ευγνωμοσύνη που με μύησε στον κόσμο των πιστοποιημένων συμβούλων θηλασμού IBCLC. Ακολούθησε ο IBFAN και η τακτική παρακολούθηση σεμιναρίων, ενώ είχα την τιμή να είμαι και ομιλητής σε αρκετά από αυτά. Την Τρίτη που μας έρχεται, συμπληρώνουμε ένα χρόνο που ανελλιπώς, κάθε πρώτη Τρίτη του μήνα, βρισκόμαστε με έγκυες γυναίκες ή λεχώνες και το περιβάλλον τους, και κάνουμε μάθημα για το θηλασμό. Στο θηλασμό λοιπόν νομίζω ότι τα καταφέρνω αρκετά καλά.
Το δεύτερο κομμάτι για το οποίο πιστεύω και παλεύω να εφαρμόσω όσο πιο σωστά γίνεται, είναι ο εμβολιασμός των παιδιών. Αναρτήσεις στο Site μου, στο Facebook και στο blog μου, κεφάλαια στο βιβλίο μου, ενημερωτικές εκδηλώσεις με ομιλίες για γονείς, ατέλειωτες ώρες με ιστορίες και επεξηγήσεις για τις δράσεις των εμβολίων στους νέους γονείς του ιατρείου. Το περασμένο Νοέμβρη, εμβολίασα για να προστατέψω από τη γρίπη, live στο Facebook δημόσια, έγκυες γυναίκες, γονείς βρέφους μικρότερου των 6 μηνών, τα παιδιά μου και τους συνεργάτες μου στο ιατρείο, μαζί με τον εαυτό μου, σε μια προσπάθεια να δείξω με το προσωπικό παράδειγμα την χρησιμότητα ενός εμβολίου που προστατεύει από αρρώστια που μόνο φέτος σκότωσε κοντά στα 80 άτομα στην πατρίδα μας, ανάμεσά τους και παιδιά.

Τέλος, εκεί που πραγματικά νιώθω περήφανος γιατί βλέπω τα απτά αποτελέσματα στο ιατρείο ή και στην παραλία το καλοκαίρι είναι στην παιδική παχυσαρκία. Πολύ πριν να ασχοληθώ εξειδικευμένα με το θηλασμό, είχα ήδη υψώσει την παντιέρα ενάντια στο «πάχεμα» των παιδιών, ένα γονίδιο επιβίωσης από τη γερμανική κατοχή και την πείνα εκείνων των χαλεπών χρόνων, τόσο καλά ενσφηνωμένο στο DNA του λαού μας που έχω κουραστεί στο ιατρείο τόσα χρόνια να ακούω το «δε τρώει τίποτα γιατρέ!» για να απολαύσω κάθε φορά σαν να είναι η πρώτη φορά, το έκπληκτο βλέμμα της μητέρας, και σίγουρα της γιαγιάς όταν με ακούνε να λέω
-          - Μπράβο αγάπη μου, να μην τρως!
Είναι ο πιο συνηθισμένος τρόπος έναρξης του «μαθήματος» για το πως δε πρέπει να κυνηγάμε το παιδί να φάει, τους κινδύνους της παιδικής παχυσαρκίας και του μεταβολικού συνδρόμου, καταλήγοντας συνήθως στο προσωπικό μου παράδειγμα, που ενώ όσο ήμουν νήπιο με κυνηγούσαν για να φάω («με το λεωφορείο στη θάλασσα σε πηγαίναμε για να φας μισή μπανάνα» έλεγε χαρακτηριστικά η μάνα μου), για να ανοίξει μετά το στόμα μου και από τα σχολικά μου χρόνια μέχρι και σήμερα, μισό αιώνα μετά, να μην έχω νιώσει ποτέ το αίσθημα του κορεσμού στο φαγητό. Έχοντας λοιπόν το στραβό προσωπικό μου βίωμα, κατόρθωσα από τη θέση του πατέρα αλλά και του παιδίατρου,τόσο στο σπίτι μου, όσο και στο ιατρείο μου, να περιστοιχίζομαι από καλλίγραμμα παιδιά που δεν τρώνε ανεξέλεγκτα ενώ ταυτόχρονα γυμνάζονται.

Δεν είναι όλα τα παιδιά που παρακολουθώ λεπτά με αθλητική κορμοστασιά. Ούτε θηλάζουν όλα τα παιδιά στο ιατρείο μου, ενώ δυστυχώς, δεν είναι καν όλα εμβολιασμένα πλήρως. Η πλειοψηφία όμως είναι. Τα ποσοστά παιδικής παχυσαρκίας, θηλασμού και εμβολιασμού των παιδιών μου, πιστεύω ότι θα ήταν ζηλευτά όχι μόνο στην Ελληνική επικράτεια. Τα μπισκοτάκια και οι μπουναμάδες παίζουν το ρόλο τους.
Πρωτο-προσφέρω μπισκοτάκι στο βρέφος των εννέα μηνών. Σκοπός μου είναι αρχικά να ελέγξω τη λεπτή κινητικότητα, παρακολουθώντας πως το πιάνει, πως συνήθως το αλλάζει χέρι και πως τις περισσότερες φορές θα το φέρει στο στόμα του. Σειρά έχει η αντίδραση της μαμάς, η οποία όχι σπάνια είναι αρνητική, τονίζοντας ότι δεν έχει δώσει ποτέ μπισκότο στο μωρό της… Εδώ είναι το σημείο κλειδί, αν η μητέρα δε δίνει μπισκότο επειδή δε θέλει να του δώσει ζάχαρη, μια που είναι μικρό, και προτιμά φρούτα ή ριζογκοφρέτες ή σπιτικά καλούδια, τότε ο ενθουσιασμός μου ξεχειλίζει. Την προτρέπω να συνεχίσει έτσι, με θηλασμό, αν θηλάζει, και αποφυγή όσο μπορεί της ζάχαρης, του αλατιού και του μελιού, ενώ αν δεν την πειράζει, ας δεχθεί την αμαρτία του μπισκότου μόνο στο ιατρείο. Αν δεν τη θέλει, εννοείται ότι δεν επιμένω, ούτε κριτικάρω. Δυστυχώς όμως, τις περισσότερες φορές που η αντίδραση της μαμάς είναι αρνητική, είναι επειδή δεν έχει επιτρέψει ακόμα στο μωρό της να πειραματιστεί με τροφές μόνο του. Εκεί παρεμβαίνω και τονίζω τη σημασία που έχει για την ανάπτυξη του μωρού το να μάθει να τρώει τροφές όσο πιο κοντά στη φυσική τους μορφή. Το έχω γράψει ξανά, για το νήπιο που η μητέρα του το τάιζε αλεσμένη τροφή με το μπιμπερό, στο οποίο είχε ανοίξει την τρύπα στην πιπίλα, μέχρι 18 μηνών με το φόβο μην πνιγεί. Το αποτέλεσμα ήταν το παιδί να χρειαστεί παρέμβαση για να φτάσει να μπορεί να φάει όταν ήταν τεσσεράμισι χρονών! Αν είχε περάσει τη δοκιμασία του μπισκότου, μπορεί και να μην παιδευόταν.
Δίνω μπισκότο στο βρέφος του ενός έτους για να ελέγξω αν η λεπτή κινητικότητα είναι εξίσου εξελιγμένη και από τις δύο πλευρές. «Πλευρικότητα», το αν δηλαδή είναι δεξιόχειρας ή αριστερόχειρας, το μωρό μας αναπτύσσει μετά τον δέκατο όγδοο μήνα ζωής και σίγουρα μετά τον δωδέκατο. Αν ένα μωρό δώδεκα μηνών, πιάνει μόνο με το ένα του χεράκι, τότε μάλλον κάτι έχει το άλλο χέρι, αυτό που δε χρησιμοποιεί. Με το μπισκοτάκι λοιπόν βρήκα σε βρέφος ότι είχε θρομβοφιλία και περίπου 9 μηνών είχε περάσει ένα ήπιο εγκεφαλικό, αφήνοντας υπολειπόμενη κινητικότητα στη μια πλευρά του, η οποία με φυσιοθεραπεία διορθώθηκε. Το μπισκότο στους δώδεκα μήνες αποτελεί ένα δεύτερο σημείο ελέγχου για την εκπαίδευση του φαγητού στο παιδί, όπως και στον ένατο μήνα.
Δυστυχώς στους επόμενους μήνες μέχρι το δεύτερο χρόνο, τα παιδιά αν και μπορούν να χειριστούν με άνεση τα μπισκότα που τους δίνω, δεν πολύ ασχολούνται με αυτά και στην πλειοψηφία τους είναι σχετικά φοβισμένα. Σε αυτές τις περιπτώσεις τα μπισκοτάκια καταλήγουν σε σακουλίτσα και στη συνέχεια στην πλατεία τροφή για τα πουλάκια. Σε αυτή την ηλικιακή ομάδα, στην αρχή της νηπιακής ηλικίας, περισσότερο σημασία δίνω στις αντιδράσεις των γονιών, περιμένοντας σχόλια του τύπου «δεν τρώει τίποτα γιατρέ» για να παρέμβω ενημερώνοντας όσο μπορώ σχετικά με την παιδική παχυσαρκία και τους κινδύνους της, τονίζοντας ότι η σύγχρονη διατροφή μας είναι υπερθερμιδική και ότι όπως λέει αν δεν κάνω λάθος και ο Παπαβέντσης στο βιβλίο του, «στην διατροφή, εσείς θα επιλέγετε την ποιότητα και την ώρα και το παιδί την ποσότητα».
Τέλος, τα μεγαλύτερα των δύο χρονών παιδιά συνήθως δέχονται με χαρά το μπισκοτάκι που τους προσφέρω και ομολογώ ότι μαζί με τα μπαλόνια, τα αυτοκόλλητα και τα λογής-λογής παιχνιδάκια που βρίσκω και τους δίνω, προσδοκώ την εύνοια και την συνεργασία τους. Είναι πολλά παιδιά που με έχουν ταυτίσει με το μπισκοτάκι, ενώ κάποιες μητέρες με διαβεβαιώνουν ότι ακριβώς τα ίδια τους τα έχουν πάρει στο σπίτι και εκεί δεν τα θέλουν. Ακόμα και τα δικά μου βιολογικά παιδιά, όποτε βρεθούν στο ιατρείο θα θυμηθούν και θα ζητήσουν το χαρακτηριστικό μου μπισκοτάκι με σχήμα ζωάκι, στο σπίτι ακόμα και αν τα βρουν δεν τους δίνουν σημασία.
Σε κάποιες περιπτώσεις συμφωνώ απόλυτα με το φίλο μου τον Στέλιο, ότι πρέπει να κάνουν κράτει στα γλυκά. Όπως για παράδειγμα στους παιδικούς σταθμούς όπου καλά κάνουν και απαγορεύουν τα γλυκά, διότι όπως χαρακτηριστικά μου είπε φίλη ιδιοκτήτρια, δε γίνεται συνέχεια να τρώνε γλυκά. Την μια είναι η γιορτή κάποιου, την άλλη τα γενέθλια ενός άλλου, σχεδόν σε καθημερινή βάση είχαν γλυκά. Επίσης, στις αεροπορικές εταιρίες όπου δίνουν την μικρή στρογγυλή καραμέλα για να μην πονάνε τα αυτιά κατά την απογείωση, το σχήμα και η ποιότητα της οποίας είναι ότι πιο επικίνδυνο για πνιγμονή ενός νηπίου μικρότερου των πέντε χρονών. Είναι όμως άλλο η γιαγιά που τη βλέπουν μια φορά στο τόσο και θα προσφέρει κάποιο γλυκό στα εγγονάκια της και άλλο ο γονιός που καθημερινά προσφέρει γλυκό στα παιδιά του και μάλιστα ως ανταμοιβή εάν αδειάσουν το πιάτο τους.
Προσπαθώ να μην είμαι φανατικός. Όσο και αν πιστεύω στην αξία του θηλασμού, της σωστής διατροφής εν γένει, της άθλησης και των εμβολίων, αφήνω ανοιχτή την πόρτα στο διαφορετικό. Ασθενής μου δεν είναι ο γονιός αλλά το παιδί. Υπάρχουν γιατροί που δε δέχονται να παρακολουθήσουν παιδιά που είναι ανεμβολίαστα, με την αιτιολογία της άρνησης της ευθύνης της έκθεσης σε τόσο σοβαρό κίνδυνο του παιδιού. Δε διαφωνώ για τη σοβαρότητα του ρίσκου, όμως αν στο ανεμβολίαστο παιδί που αρνηθώ να το παρακολουθήσω, οι γονείς του καταφύγουν σε συνάδελφο που πιθανόν να είναι σαν εκείνους επιφυλακτικός με τα εμβόλια, τότε και το ίδιο παιδί καθώς και τα αδερφάκια του μάλλον δεν θα εμβολιαστούν ποτέ. Αντιθέτως, συνεχίζοντας να παρακολουθώ το παιδί, έχω περισσότερες πιθανότητες να τους πείσω για την ωφέλεια των εμβολίων, ή ακόμα αν οι ίδιοι οι γονείς αλλάξουν γνώμη, μπορούμε να αρχίσουμε άμεσα τον εμβολιασμό.
Το φανατισμό δεν τον θέλω ούτε όταν αφορά στο θηλασμό. Δεν είμαι εγώ που θα κρίνω αν μια μάνα είναι καλή μόνο και μόνο επειδή θηλάζει ή δε θηλάζει. Άλλωστε, ο τελευταίος κατά τη γνώμη μου που φταίει επειδή ένα μωρό δε θηλάζει είναι, εκτός από το μωρό, η μητέρα του. Δε έχει την κατάλληλη ενημέρωση και σίγουρα δεν έχει την κατάλληλη υποστήριξη. Όμως ο φανατισμός και η απόλυτη σκέψη δημιουργεί φθορά ακόμα και ανάμεσα στους υπερασπιστές του θηλασμού, απομονώνοντας ανθρώπους που έχουν καλές προθέσεις και από λάθος χειρισμούς βρέθηκαν χωρίς να το καταλάβουν εκτεθειμένοι μπροστά στο γράμμα του Κώδικα Εμπορίας Υποκατάστατων Μητρικού Γάλατος. Αποκορύφωμα, η σκληρή κριτική, σχεδόν εναντίωση, του IBFAN ακόμα και σε αυτόν τον ιδρυτή του.
Τα γλυκά και οι πειρασμοί υπάρχουν παντού γύρω μας. Στους γάμους, στα γεννητούρια, στις βαφτίσεις, στις κηδείες, στα πάρτι γενεθλίων, αποκριάς και Χριστουγέννων. Τα παιδιά μας ζούνε στο σήμερα και όχι στο στεγανό εικονικό περιβάλλον που κατασκευάζουμε στην οικογένεια μας. Το στοίχημα πρέπει να το κερδίσουμε στην ενημέρωση των γονιών για το πως να μάθουν στα παιδιά τους το μέτρο και κυρίως να μην τα κυνηγάνε για να φάνε ή να μη χρησιμοποιούν τα γλυκά για επιβράβευση, δίνοντας την αίσθηση ότι το γλυκό είναι καλό. Όμως και το άλλο άκρο είναι επικίνδυνο γιατί μπορεί να δημιουργήσουν την αίσθηση ότι το γλυκό είναι ο απαγορευμένος καρπός, που μόλις τα παιδιά αποκτήσουν την αυτεξούσια ύπαρξή τους θα το «τσακίσουν»! Η Χαρούλα μου πρωτοδοκίμασε πατατάκια αρκετά μεγαλύτερη των τριών χρονών και σήμερα οχτώ χρόνια αργότερα, αποτελούν την απόλυτη γευστική της αμαρτία. Σε ένα προσωπικό πείραμα τις προάλλες, ρωτώ την μικρή μου:
-          - Δηλαδή Χαρά μου, αν μπορούσες να φας όσα πατατάκια ήθελες, δε θα σταματούσες;
-          - Θα σταματούσα γιατί θα χόρταινα αλλά και γιατί δεν κάνουν καλό… Έχω κόλπο μπαμπά, θέλεις να σου πω τι κάνω για να μην τρώω πολλά πατατάκια;

-         - Τι μωρό μου, της απαντώ.
-         -  Βάζω τα πατατάκια στο μπολ που τρώμε τα corn-flakes, που ξέρεις δε χωράνε πολλά. Τα τρώω σιγά-σιγά και όταν ξαναγεμίσω δεύτερη φορά, καταλαβαίνω ότι έχω φάει πολλά…
Ο Ερμής δεν πολύ-συγκινείται από τα πατατάκια. Η δική του αδυναμία είναι η σοκολάτα ή το cheesecake που φτιάχνει η μαμά μας . Όμως αυτό που με εντυπωσιάζει είναι πως μπορεί να φάει 3-4 κουταλιές από το γλυκό και να αφήσει το υπόλοιπο από το κομμάτι του, όχι επειδή δε του αρέσει, αλλά απλά επειδή χόρτασε. Το ίδιο και η Χαρά μου! Να κάτι που εγώ, με το ευνουχισμένο αίσθημα κορεσμού της πείνας, δεν έχω βιώσει ποτέ! Κληρονομιά της επιμονής των δικών μου όταν ήμουν μικρός να φάω όλο το φαγάκι μου, είναι κάθε φορά που τρώω, να μην απολαμβάνω την μπουκιά μου, αλλά να σκέφτομαι και να αδημονώ για την επόμενη. Έχω εκπαιδευτεί να μην πεινάω με το στομάχι αλλά με το μυαλό. Αυτό είναι που οφείλουμε να μάθουμε στα παιδιά μας. Να ακούν την πείνα τους και όχι τα κελεύσματα των διαφημίσεων ή των λογιών-λογιών πειρασμών, που σίγουρα θα συναντήσουν στην καθημερινότητά τους.
Όσο για το μπισκοτάκι των δύο μπουκιών με σχήμα ζώου στο ιατρείο μου, θα συνεχίσω να το δίνω σαν ελάχιστο φόρο αγάπης προς τα παιδιά, που παρόλα τα πειράγματα, το χαμόγελο και τα δωράκια που τους προσφέρω, αναγκάζομαι να τα γδύσω, να τα ζουλήξω, να τους βάλω χωνάκι στα αυτάκια και να τους ανοίξω το στόμα, και όχι σπάνια να τα τσιμπήσω. Ειδικά όταν χρειαστεί να τα πονέσω, προτρέπω τη μαμά να τα θηλάζει την ώρα του εμβολίου, πρακτική που σύμφωνα με μελέτες τα ηρεμεί και το κλάμα τους δε ξεπερνά κατά μέσο όρο τα 38 δευτερόλεπτα, κάτι που διαπιστώνω καθημερινά στο ιατρείο μου. Στα μωρά που δε θηλάζουν, πολλοί συνάδελφοι δίνουν ζαχαρόνερο για παυσίπονο, πρακτική επίσης ελεγμένη με μελέτες, προκειμένου να μειώσουν τον πόνο. Ελπίζω, να μη ξεκινήσω άθελά μου ακόμα ένα κυνήγι μαγισσών στο διαδίκτυο με τη γνωστοποίηση στο ευρύ κοινό της χρήσης του ζαχαρόνερου ως παυσίπονου στα βρέφη!
Εύχομαι με όσα γράφω παραπάνω να κατόρθωσα να περιγράψω την απέχθεια μου για το φανατισμό και την απόλυτη, στεγανή εφαρμογή της γνώσης στον άνθρωπο, που εγκυμονεί τον κίνδυνο της γελιοποίησης ή ακόμα χειρότερα της απομόνωσης και των αντίθετων αποτελεσμάτων. Η εφαρμογή όποιας οδηγίας είναι καλό να έχει ενημερωτικό και συμβουλευτικό χαρακτήρα, ώστε να προσαρμόζεται ανάλογα με τις ανάγκες και τις απαιτήσεις κάθε οικογένειας.
Να είστε όλοι καλά και τα παιδιά μας καλύτερα!

Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2016

Τι κάνουμε όταν "βγει" το χέρι του παιδιού μας;



Πρωί-πρωί και ο ήλιος σκαρφαλώνει στον ουράνιο θρόνο του νωθρά, σαν να είναι
αγουροξυπνημένος ακόμα. Καφές κάτω από τις ελιές με τον Καστράτο, τον νεαρό γάτο, να περιφέρεται ανάμεσα μας. Η ουρά του προεξέχει σαν χνουδωτή κεραία και μας γαργαλά καθώς ακουμπά τα γυμνά μας πόδια. Ξύπνησε μαζί μας πριν λίγο και προσπαθεί να ξεμουδιάσει. Η αγκάλη του Μορφέα στις διακοπές είναι τόσο γλυκιά που δυσκολεύεσαι να την αποχωριστείς. Το κορμί σου σχεδόν πονά από το πολύωρο σφιχταγκάλιασμα της. Χρειάζεσαι τον χρόνο σου, που θα έρθει μαζί με την διέγερση του καφέ στο μυαλό για να τεθούν σε επιφυλακή οι αισθήσεις ώστε να μπορέσεις να εκτιμήσεις όλα αυτά τα υπέροχα μικρά που σου προσφέρει απλόχερα η ζωή.

Ελιές, χώμα, πεύκα και θαλασσινή αύρα. Αγαπημένες ρυθμικές ανάσες χουζουρεύουν στα κρεβάτια τους μερικά μέτρα μακριά. Ποιος ξέρει; Ίσως να ονειρεύονται την αλεπού που συναντήσαμε χθες βράδυ και με ενθουσιασμό δείξαμε στα παιδιά μέσα από το αυτοκίνητο. Λίγες δεκάδες χιλιόμετρα από την Αθήνα και μια αλεπού με περίσσιο θράσος βολτάριζε μέσα στη νύχτα στο πίσω μέρος του σπιτιού, εκεί που παρκάρουμε τα αυτοκίνητα. Μας κοίταξε για λίγο, σαν να υπολόγιζε αν την έπαιρνε να συνεχίσει την πορεία της προς τις αυλές των σπιτιών. Τελικά, άλλαξε γνώμη και επέστρεψε στην ασφάλεια του πευκόδασους.

Ίσως από την άλλη, να ονειρεύονται το κόκκινο ολόγιομο φεγγάρι που κόσμησε χθες βράδυ το αστερόφωτο σεντόνι που μας σκέπαζε. Κόκκινη Αυγουστιάτικη πανσέληνος, τόσο εντυπωσιακή! Έμοιαζε το πανέμορφο φεγγάρι κοιτώντας προς την πατρίδα μας, με τον πόνο από την κρίση και τα καραβάνια των προσφύγων, να μη μπορούσε να θρονιαστεί ανερυθρίαστα στον καλοκαιρινό ουρανό. Ίσως με την ομορφιά του να γλύκανε λίγο την αγωνία των ανθρώπων που έφυγαν από τον πόλεμο και την καταστροφή, ψάχνοντας καταφύγιο.  Σε μερικές βδομάδες θα δοκιμαστεί η ανθρωπιά μας και στην Κρήτη.

Χθες στην παραλία καθώς απολάμβανα το “facebook” των διακοπών, δηλαδή το βιβλίο μου ακουμπισμένο στο πρόσωπο σαν ιδιότυπο σκιάδιο με τη μορφή σκηνής κατασκήνωσης, η ηρεμία μου διακόπηκε από το γνωστό τραγούδι των Violent Femmes, που χρόνια τώρα έχω επιλέξει για χτύπημα στο κινητό μου. Η φωνή που άκουσα φαινόταν συγκρατημένα πανικόβλητη.
- Νίκο! Χίλια συγνώμη που σε ενοχλώ στις διακοπές σου όμως δεν ξέρω τι να κάνω! Είμαι η Κάτια, η μητέρα της μικρής Θωμαής που τώρα είναι εννιά μηνών… είμαστε και εμείς διακοπές στη Γαύδο και καταλαβαίνεις η πρόσβαση μας σε ιατρό είναι περιορισμένη…
- Τι έγινε, τι έπαθε η μικρή;
Την ακούω με σπασμένη φωνή να μου περιγράφει τι είχε συμβεί. Η μικρή έπαιζε με τον μπαμπά της και κάποια στιγμή έβαλε τα κλάματα σαν να πόνεσε πολύ κάπου. Παρατήρησαν ότι κρατούσε το αριστερό της χέρι κρεμασμένο ίσιο παράλληλο στο σώμα της και δεν το χρησιμοποιούσε. Η κάθε της απόπειρα να πιάσει κάτι κατέληγε σε έντονο κλάμα και ανάγκαζε την μικρή να στρέφει το σώμα της ώστε να χρησιμοποιεί το άλλο της χέρι.
- Φοβάμαι πως της βγάλαμε το χέρι!!! Και που θα βρούμε, αν βρούμε, γιατρό… ενώ καραβάκι για να γυρίσουμε έχει αύριο… Δε ξέρω τι να κάνω!
- Πριν οργανώσουμε την διάσωση, κάτσε μήπως και σώσουμε τη κατάσταση και τις διακοπές σας..
- Ποιος νοιάζεται για τις διακοπές, η μικρή ….
- Λοιπόν έλα για να σοβαρευτούμε! Λέω με το σοβαρό μου, και καλά, ύφος. Ποιος είναι ο πιο ψύχραιμος;

- Εγώ! Πες μου τι να κάνω και θα το κάνω.
Ακούω τη μαμά να μου απαντά αποφασιστικά. Η αλήθεια είναι ότι στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων που μου έχουν τύχει, η μαμά είναι αυτή που αντέχει και επιδεικνύει σθένος στο να κάνει κάτι που πιθανά να πονέσει, όμως είναι απαραίτητο για το παιδί της. Καθώς ανακάθισα στη ξαπλώστρα, ακούω τη μαμά να ζητά από τον μπαμπά να φέρει την μικρή.
- Άκου τι πρέπει να κάνεις: θα πιάσεις το χέρι της μικρής … -έκλεισα τα μάτια μου σε μια προσπάθεια να αποκτήσω, έστω νοερά, εικόνα της κατάστασης που αντιμετώπιζαν-, βάζοντας το αριστερό σου χέρι στον αγκώνα της και το δεξί σου στον καρπό της… Μην κάνεις ακόμα τίποτε, άφησέ το κρεμασμένο που δεν την ενοχλεί, απλά τοποθέτησε τα χέρια σου, το αριστερό σου να κρατά τον αγκώνα και το δεξί σου την παλάμη της…
- Εντάξει! Μου επιβεβαιώνει η φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής.
- Θα κάνεις ότι σου πω, χωρίς να επηρεαστείς από το κλάμα της, γιατί ειδικά στην αρχή, όπως ήδη έχετε διαπιστώσει θα πονέσει λίγο, για αυτό άλλωστε κρατά σε αυτή τη θέση το χέρι της, για να μη πονάει…
- Εντάξει… επαναλαμβάνει η φωνή της μητέρας που μαντεύω ότι αντλεί κουράγιο από την ανάγκη της κόρης της.
- Λοιπόν, τώρα θα σηκώσεις το χέρι της για να έρθει σε ορθή γωνία στον αγκώνα, σαν να ζητιάνευε ή να ήθελες να δεις κάτι στην παλάμη της.
Η μικρή άρχισε να κλαίει γοερά…
- Εντάξει… ακούω τη μάνα να με ενθαρρύνει για να συνεχίσω.
- Τώρα, στρίψε το χέρι σαν να γύριζες για να κοιτάξεις την ώρα στο ρολόι, γύρω από τον άξονά του, ώστε η παλάμη να κοιτά το πάτωμα… λογικά πρέπει να νιώσεις ένα «κλακ» στο χέρι που κρατά τον αγκώνα της
- ΑΑΑχχ! Ναι, ναι! το ένιωσα!… φωνάζει με ενθουσιασμό η μητέρα, καθώς και οι φωνές διαμαρτυρίας από τη μικρή μειώθηκαν αισθητά.
- Οκ! Μάλλον τα πράγματα έφτιαξαν. Δεν είχε βγει το χέρι του, αλλά ο αγκώνας. Δεν είναι σπάνιο στα μικρά, που οι αρθρώσεις τους είναι χαλαρές, συμβαίνει.. για αυτό κρατούσε ίσιο το χέρι του, γιατί όταν δοκίμαζε να το λυγίσει, πονούσε. Με τους χειρισμούς που έκανες το ξανάβαλες στη θέση του..
-Αχ! Να είσαι καλά, βρε Νίκο… πω, πω! Κοίτα την πως ανακουφίστηκε.. σε ευχαριστώ πολύ.

Τιτίβισμα, με αποσπά από την αναπόληση.
Μια παρέα από χελιδόνια είχαν πιάσει το πρωινό κουτσομπολιό καθισμένα στα καλώδια της ΔΕΗ, μοιάζοντας σαν νότες στο πεντάγραμμο που ενώνει τις ξύλινες κολόνες. Ένα χαμόγελο έχει ζωγραφιστεί στο πρόσωπό μου καθώς αναλογίζομαι, ότι δεν υπάρχει καλύτερη ανταμοιβή από την ανακούφιση και τη χαρά που εκφράζουν οι γονείς όταν τους βοηθάς να μεγαλώσουν τα παιδιά τους.


Να είστε όλοι καλά και τα παιδιά μας καλύτερα!