Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2018

Πώς να μάθουμε στο μωρό μας να κοιμάται το βράδυ!

     Πέρασα ένα ήρεμο, υπέροχο βράδυ, αντάξιο της προηγούμενης μέρας. Έχω παρατηρήσει πως ικανό σημάδι ότι ξεκουράστηκα, αποτελεί η εμφάνιση ονείρων στον ύπνο μου. Γλαφυρών, σχεδόν ζωντανών περιπετειών που σκαρφίζεται ο εγκέφαλός μου όταν μπαίνει στο ρελαντί. Ή μάλλον για να ακριβολογώ, μόλις βγαίνει από το ρελαντί και μπαίνει στη φάση R.E.M., αυτή των ονείρων. Μάλιστα, ισχυρή ένδειξη πως συνήλθα σωματικά και κυρίως πνευματικά, αποτελεί η εμφάνιση ονείρων των οποίων το σενάριο αγγίζει το πολύ πρόσφατο παρελθόν, σχεδόν το παρόν θα έλεγα. Μοιάζει λες και τακτοποιώ τις αναμνήσεις, τις εμπειρίες, τα δεδομένα στο μυαλό μου, και όταν πλέον τα ράφια του νου έχουν συμπληρωθεί, τακτικά και με χρονική σειρά, φτάνω στο τώρα. Ταξιδεύω στον ύπνο μου σε φανταστικά σκηνικά και σε διάλογους που εύκολα όμως μπορείς να συνδέσεις συνειρμικά, με συμβάντα ή νέα των προηγούμενων ωρών ή έστω ημερών. Κάποιες φορές, ξυπνώ και βρίσκομαι να προσπαθώ να ξεπλέξω το κουβάρι των ονείρων και των πραγματικών εμπειριών. Όπως τώρα, που ενώ βρίσκομαι στην κουζίνα και ετοιμάζω τον πρωινό καφέ μου, ο ειρμός των συλλογισμών μου σκοντάφτει σε ένα χθεσινό συμβάν που με γεμίζει θετική ενέργεια και ικανοποίηση για τη δουλειά που κάνω. 
Όχι! Δεν το ονειρεύτηκα, όντως έγινε χθες το πρωί στο ιατρείο μου.
    
 Το ζευγάρι που μόλις μπήκε στο γραφείο λάμπει από ευτυχία. Βολεύομαι στην καρέκλα μου ενώ ακούω τα καναρίνια από το παράθυρο να κελαηδούν σαν να καλωσορίζουν την χαρά που έχει γεμίσει το δωμάτιο. Η μουσική που ακούγεται από το κομπιούτερ, διασκευή κάποιου κλασσικού τραγουδιού των U2, χαμηλή σαν μουσικό χαλί, βοηθά το μυαλό μου να αφοσιωθεί στο ζευγάρι που βρίσκεται μπροστά μου και που έχει ήδη καθίσει. Η μητέρα κρατά στην αγκαλιά της το μωρό, ενώ ο πατέρας, τους αγκαλιάζει με το βλέμμα του. Η εκκίνηση μιας όμορφης ζωής σε όλο της το μεγαλείο.
     Ρίχνω κλεφτή ματιά στον φάκελο του μωρού που έχω ανοιχτό στην οθόνη του κομπιούτερ και διαβάζω στις παρατηρήσεις της προηγούμενης εξέτασης, αυτής των 3ων μηνών, “ΜΘ+Vit D3”. Πρόκειται για το συνθηματικό στους δικούς μου κώδικες, για να αρχίσω με την αγαπημένη μου πρώτη ερώτηση:            

-          - Όλα καλά με θηλασμό και βιταμίνη D;
-          - Ναι γιατρέ! Απαντά, με εμφανή ενθουσιασμό η μητέρα
      Με φαντάζομαι να γελάνε από περηφάνια μέχρι και τα μουστάκια μου. Νιώθω υπέροχα όταν βοηθάω τον θηλασμό. Από την άλλη, οφείλω να έχω το νου μου, ώστε να μη δημιουργήσω τύψεις ή αρνητικά συναισθήματα στη μητέρα που δε τα κατάφερε. Δε συμμερίζομαι την άποψη του αγαπητού Jack Newman που πιστεύει ότι το να μη προκαλείς ενοχές στη μητέρα που δε θηλάζει είναι σαν να βλέπεις ένα γονιό που δε βάζει ζώνη στο παιδί του στο αυτοκίνητο ή που καπνίζει, και το αφήνεις ασχολίαστο. Στα παραδείγματα αυτά, ο γονιός μπορεί να αλλάξει άμεσα τη λάθος πρακτική και να σωθεί το παιδί, κάτι που είναι σχεδόν αδύνατο στην περίπτωση που έχει διακοπεί ο θηλασμός. Άλλωστε, η προπαγάνδα εναντίον του και η παραπληροφόρηση σχετικά με τον θηλασμό, τουλάχιστον στη χώρα μας, καθιστά πρώτα το μωρό και μετά τη μάνα, τους μόνους που δε φταίνε αν δεν τα καταφέρουν. Τέλος πάντων, στην προκειμένη περίπτωση τέτοια διλήμματα δεν υφίστανται, μια που η μαμά περιχαρής δήλωσε πως όλα πάνε καλά με τον θηλασμό.
      Η επόμενη ερώτηση μου έχει σχέση με την ψυχοκινητική εξέλιξη του βρέφους.
-          - Φέρνει, ότι καταφέρει να αρπάξει στην παλάμη του προς το στόμα;
-          - Ναι, ναι!
-              Προσέχετε σας θυμίζω ότι βρισκόμαστε στα βαθιά νερά του συνδρόμου του αιφνίδιου βρεφικού θανάτου. Τα περισσότερα κρούσματα συμβαίνουν μεταξύ δύο και τεσσάρων μηνών, ακριβώς γιατί το μωρό μας ότι αρπάξει το κατευθύνει προς το στόμα του. Δε θέλουμε να υπάρχουν ξένα σώματα όπως μαξιλάρια, κουβέρτες, σεντόνια ή λούτρινα -κουκλάκια μέσα στο λίκνο ή όπου κοιμάται το μωρό, γιατί μπορεί να τα σύρει προσπαθώντας να τα φέρει στο στόμα, να τα σκεπαστεί, να κοιμηθεί και οι συνέπειες να είναι ολέθριες. Ακόμα και ένα μη καλά «πετρωμένο»- στερεωμένο κατωσέντονο μπορεί να το ξεστρώσει και να το κουκουλωθεί. Όχι ξένα σώματα λοιπόν εκεί που κοιμάται το μωρό μας…
Προσπαθώ με ένα ζεστό χαμόγελο να διασκεδάσω το τρόμο που έκανε για λίγο την εμφάνισή του. Ακούγονται ίσως σκληρά τα λόγια μου, όταν μιλάω για αιφνίδιο θάνατο βρέφους στον ύπνο του, όμως είναι προτιμότερο να τα ακούμε παρά να τα ζούμε. Υπάρχουν γονείς που ενώ τα λέμε στην θεωρία, στη πράξη κάνουν τελείως διαφορετικά πράγματα. Έχει τύχει ζευγάρι να μου πει για άλλο φιλικό ζευγάρι του οποίου επίσης μεγαλώνω το μωρό: «Γιατρέ ξέρεις τι κάνουν για να κοιμηθεί το κοπέλι; Του βάζουν ένα πανάκι πάνω από το πρόσωπο, γιατί λέει έτσι του αρέσει να κοιμάται!!». Ενημερώνω λοιπόν για τον κίνδυνο στο πρώτο-πρώτο ραντεβού, των λίγων ημερών ζωής, σε εκείνο των τριών μηνών, όταν το μωρό μας φέρνει με μανία τα χέρια του στο στόμα και γεμίζει τον τόπο σάλια και στην αρχή του τακτικού ελέγχου για την ανάπτυξη στους τέσσερις μήνες ζωής. Έτσι και αλλιώς, το βασικό θέμα για το οποίο συζητώ με τους γονείς κατά τον τακτικό έλεγχο του μωρού των τεσσάρων μηνών είναι ο ύπνος! Αφιερώνω λίγα λεπτά από το χρόνο της εξέτασης για να βοηθήσω τους γονείς να μην την πατήσουν όπως εγώ.
Εκεί κοντά στους τέσσερις μήνες, το μωρό μας, αρχίζει να θυμάται και σιγά-σιγά η φυσιολογία του
ύπνου του να προσομοιάζει με τη δική μας. Ο ύπνος μας, είναι μια διαρκής εναλλαγή μεταξύ βαθιού ύπνου όπου ξυπνάμε δύσκολα, και ελαφριού ύπνου, όπου το παραμικρό ερέθισμα από το περιβάλλον, μας αφυπνίζει. Περνάμε διαφορετικές φάσεις, ή μάλλον πιο σωστά στάδια.
Ξεκινάμε στο 1ο στάδιο, όταν βρισκόμαστε μεταξύ ύπνου και ξύπνιου. Σε εκείνο το γλυκό στάδιο που κλείνουν τα μάτια σου και οι γραμμές από το βιβλίο που διαβάζεις χορεύουν καθώς συνεχίζουν να ερεθίζουν την φαντασία σου, όμως σε οδηγούν σε μονοπάτια άλλα από εκείνα που είχε κατά νου ο συγγραφέας. Συνειδητοποιείς ότι ήδη, έστω και για δευτερόλεπτα, τα βλέφαρά σου έχουν σμίξει και βρέθηκες στο κατώφλι του βασιλείου του Ύπνου. Είναι η στιγμή που κλείνεις το βιβλίο και το φως για να συνεχίσεις το ταξίδι σου στην αγκαλιά του Μορφέα. Μαζί σου, κουβαλάς το εν τύπωμα στον εγκέφαλο σου, των τελευταίων στιγμών της πραγματικότητας που βιώνεις. Το δωμάτιο στο οποίο βρίσκεσαι, τη μυρωδιά του, τη θερμοκρασία, τους ήχους που ακούγονται μέχρι να σφαλίσεις τα μάτια και να προχωρήσεις προς το δεύτερο στάδιο.
      Στο 2ο στάδιο, το ταξίδι στη χώρα του Ύπνου έχει ήδη αρχίσει. Οι σφίξεις της καρδιάς μας καθώς και οι αναπνοές σταδιακά αραιώνουν, η πίεση μας πέφτει και οι μύες χαλαρώνουν. Η διαδρομή στο έρεβος συνεχίζεται στο 3ο και ολοκληρώνεται στο 4ο στάδιο, όπου βρισκόμαστε κυριολεκτικά σε “sleep-mode”, με όλο μας το σώμα να επιτελεί τις πλέον βασικές λειτουργίες για επιβίωση. Είναι η φάση του ύπνου, όπου το μωρό μας το σηκώνουμε για να το μεταφέρουμε από το καθισματάκι του αυτοκινήτου στο σπίτι και κυριολεκτικά χύνεται στα χέρια μας. Μοιάζει να μη ξυπνά με τίποτα και η αλήθεια είναι ότι ξυπνάει, όμως όχι εύκολα…
      Την συγκεκριμένη στιγμή της αφήγησης, συνήθως τη διανθίζω με παντομίμα, προσποιούμενος το «χυμένο» στην αγκαλιά του γονιού του, μωρό, με τα χέρια και το κεφάλι να πέφτουν άναρχα. Προσπαθώ να κρατώ σε εγρήγορση το ακροατήριο μου για να μεγαλώσω τις πιθανότητες ότι θα κατανοήσουν αυτά που τους διηγούμαι, χωρίς να αρκούνται στο ευγενικό νεύμα συγκατάβασης. Σχεδόν πάντα οι γονείς γελάνε με τον γιατρό που έχει σωριαστεί πάνω στην καρέκλα του.
Αυτό το στάδιο, το στάδιο τέσσερα του ύπνου, είναι το πιο βαθύ. Ξυπνάμε και σε αυτό, όμως δύσκολα. Αυτό το στάδιο, ακολουθείται από το στάδιο πέντε, το γνωστό και από τα αρχικά R.E.M. των λέξεων Rapid Eye Movement, μια που ένα χαρακτηριστικό μας σε αυτό το στάδιο είναι η γρήγορη κίνηση των ματιών μας. Βρισκόμαστε στη φάση των ονείρων και όσο και αν ακούγεται παράδοξο, με τα όνειρά μας «ξυπνάμε»! Οι σφίξεις μας και ο αριθμός των αναπνοών μας αυξάνονται και πάλι, η πίεση και ο μυϊκός τόνος το ίδιο, και μια εγρήγορση, έστω παροδική, επανέρχεται.
-                  Θα έχετε δει και αν όχι ακόμα σύντομα θα το δείτε, το μωρό μας να κοιμάται και…
Εδώ η παντομίμα για το στάδιο των ονείρων, μου επιβάλει να ξαπλώσω με κλειστά μάτια προσποιούμενος ότι κοιμάμαι με γερμένο το κεφάλι πάνω στη πλάτη της καρέκλας μου και ξαφνικά να ανοίγω τα μάτια μου καθώς γυρίζω το κεφάλι μου προς την άλλη πλευρά, με το βλέμμα μου να σαρώνει τον χώρο για να καταλήξω να αλλάξω πλευρό και να σμίξω τα βλέφαρά μου προσποιούμενος ότι συνεχίζω τον ύπνο μου.
-                Το μωρό μας, όπως άλλωστε και εμείς, ανοίγει για λίγο τα μάτια, ίσως μας ξεγελά ότι ξύπνησε και εκείνο απλά γυρίζει πλευρό και συνεχίζει να κοιμάται. Το ίδιο κάνουμε και εμείς οι ενήλικες.
Οι γονείς συνήθως σε αυτή τη φάση με ενθουσιασμό επιβεβαιώνουν ότι έχουν όντως δει το μικρό τους να ανοίγει για λίγο τα μάτια, να χαϊδεύει με το βλέμμα του το χώρο και να συνεχίζει τον ύπνο του.
      Η εξέλιξη του ανθρώπινου είδους επέβαλε να μην κοιμόμαστε βαθιά για πολλές ώρες. Φανταστείτε, να πέφταμε για ύπνο κατά τις 10 το βράδυ και μέσα από έναν ταξίδι στο στάδιο τέσσερα όπου πολύ δύσκολα ξυπνάμε, μια «ολονύχτια νάρκη» πρακτικά, τελικά να ανοίγαμε ξανά τα μάτια μας το ξημέρωμα έξι ή οχτώ ώρες αργότερα. Θα είμασταν εκτεθειμένοι σε εχθρούς, σε άγρια ζώα, σε καιρικές συνθήκες, σε φυσικά φαινόμενα. Ίσως, χιλιάδες χρόνια πριν, όντως όσοι κοιμόντουσαν βαθιά να μη κατάφεραν να επιβιώσουν. Έτσι, αυτός ο κύκλος των πέντε σταδίων ολοκληρώνεται κάθε 60’ με 90’, κάθε μια με μιάμιση ώρα για όσο διάστημα κοιμόμαστε.
-                Αναλογιστείτε λοιπόν, κάθε μια με μιάμιση ώρα «ξυπνάμε» στον ύπνο μας. Οι αισθήσεις μας βρίσκονται για λίγο και πάλι σε ετοιμότητα και ελέγχουμε το χώρο στον οποίο βρισκόμαστε, να δούμε είναι όλα όπως τα αφήσαμε όταν ξεκινήσαμε τον ύπνο; Είναι όλα καλά ή μήπως κάτι άλλαξε και πιθανά κινδυνεύουμε. Είναι η φάση κατά την οποία, ο παραμικρός ήχος, οσμή, αλλαγή της θερμοκρασίας ή ακόμα και κίνηση θα μας ξυπνήσει. Είναι η φάση κατά την οποία θα σηκωθείς γιατί άκουσες βροχή να πέφτει και έχεις απλωμένα ρούχα, ή μύρισες καπνό και σηκώθηκες να τσεκάρεις μήπως πήρε φωτιά το σπίτι ή ακόμα-ακόμα κρυώνεις ή ζεσταίνεσαι και σκεπάζεσαι ή πετάς μακριά τα σκεπάσματα . Είναι η φάση που, χωρίς να έχεις ξυπνήσει, ανοίγεις τα μάτια, ελέγχεις, και αφού διαπιστώσεις ότι όλα είναι καλά, γυρίζεις πλευρό και συνεχίζεις τον ύπνο σου.
 Αναλογιστείτε ότι κάθε μια με μιάμιση ώρα ελέγχουμε το περιβάλλον στο οποίο κοιμόμαστε. Αν δε σημάνει κανένας συναγερμός, τότε συνεχίζουμε απρόσκοπτα τον ύπνο μας, βυθιζόμενοι και πάλι σταδιακά στο 2ο, στο 3ο και στο 4ο στάδιο ύπνου. Το πρωί, αν όλα πάνε καλά και δεν έχει χτυπήσει κανένας συναγερμός, δεν ανακαλούμε ότι μέχρι και έξι φορές «ξυπνήσαμε» και ελέγξαμε.
-                Σας τα λέω τόσο αναλυτικά για να κατανοήσετε ότι και το μωρό μας όσο μεγαλώνει και ωριμάζει, αρχίζει στον ύπνο του η συμπεριφορά του να προσομοιάζει στη δική μας. Είναι καιρός λοιπόν να το βάζουμε για ύπνο, πριν το πάρει τελείως ο ύπνος. Εκεί όταν, «γλαρώνει» και βρίσκεται μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, στη γλυκιά μέθη από τον κορεσμό του θηλασμού, σε αυτό που σας περιέγραψα πριν ως πρώτο στάδιο, ώστε οι τελευταίες εντυπώσεις του από το περιβάλλον να είναι ότι θα βρει και όταν θα «ελέγξει» ότι όλα είναι όπως τα άφησε… Το παιδί μας θα ξυπνήσει αν πεινάει, πονάει, χρειάζεται αλλαγή πάνας, είναι άρρωστο, όμως είναι κρίμα να ξυπνά και μάλιστα τρομαγμένο επειδή δε βρίσκεται στις συνθήκες με τις οποίες εκκίνησε τη διαδικασία του ύπνου. Έτσι, για σκέψου μαμά, αν για παράδειγμα οι τελευταίες εικόνες του μικρού μας είναι η μαμά του να το θηλάζει, γιατί συνηθίζεις έτσι να το βάζεις να κοιμηθεί, και περιμένεις μάλιστα και λίγη ώρα αφού το πάρει ο ύπνος, αρά να πάει στο 2ο ή και στο 3ο στάδιο του, πριν σιγά-σιγά το εναποθέσεις στο κρεβάτι του. Τότε μην εκπλαγείς αν σε μία με μιάμιση ώρα ξυπνήσει κλαίγοντας σπαρακτικά για να ηρεμήσει μόλις πιπιλίσει λίγο το στήθος, χωρίς ουσιαστικά να θηλάσει, απλά για να βρεθεί στις ίδιες συνθήκες με αυτές που όταν ξεκίνησε να κοιμάται. Τα τελευταία ερεθίσματα πριν κοιμηθεί ήταν η μυρωδιά της μαμάς, η γεύση της μαμάς, η αφή, η όψη, ο ήχος της μαμάς… αν δε τα βρει εκεί όταν κάνει τον τακτικό του έλεγχο, τότε θα αντιδράσει με παρόμοιο τρόπο με αυτόν που θα αντιδρούσες και εσύ αν ένα τεράστιο χέρι σε έπαιρνε ενώ κοιμόσουν και σε μετέφερε στο καθιστικό σας. Φαντάσου το φόβο όταν θα συνειδητοποιούσες ότι δεν είσαι πλέον στο κρεβάτι σου…
Σε αυτό το σημείο της διήγησης, η αντίδραση από την πλευρά των γονιών ποικίλει. Άλλοι με ενημερώνουν ότι έτσι και αλλιώς εκείνοι αυτό πράττουν, βάζουν το μωρό να κοιμηθεί πριν το
πάρει ο ύπνος, ξεχωρίζοντας τη διαδικασία φαγητού από αυτή του ύπνου, οπότε απλώς τους ενθαρρύνω να συνεχίσουν. Άλλοι πάλι μου λένε ότι δε το κάνουν ακριβώς έτσι όπως περιγράφω ότι είναι προτιμότερο, όμως ότι το μωρό τους κοιμάται αδιάκοπτα για αρκετές ώρες το βράδυ, οπότε δεν έχουν κάποιο πρόβλημα. Συμφωνώ, ότι δεν υπάρχει λόγος να αλλάξουν τις πρακτικές που κάνουν εφόσον αυτές έχουν το επιθυμητό αποτέλεσμα, απλά να έχουν κατά νου αυτά που τους είπα, μήπως και τους αιφνιδιάσει μια αλλαγή συμπεριφοράς. Συχνά, εξηγώ ότι η διάρκεια των παραπάνω σταδίων δεν είναι σταθερή σε όλους τους ανθρώπους. Άλλοι περνάμε μεγάλο χρόνο στα στάδια 3 και 4 του βαθιού ύπνου και δε ξυπνάνε εύκολα, ενώ άλλοι ξυπνάμε με το παραμικρό. Σημαντικό ρόλο παίζει και το περιβάλλον στο οποίο κοιμάται ο άνθρωπος. Είναι διαφορετικό ένα περιβάλλον γεμάτο από εξωτερικά ερεθίσματα, ήχους, φως, αλλαγές στη θερμοκρασία, από ένα δωμάτιο με ελάχιστα ερεθίσματα. Σε όλα όσα συμβουλεύω στους γονείς, με ελάχιστες εξαιρέσεις, δεν είμαι απόλυτος και τονίζω ότι είναι οδηγίες που είναι αποτελεσματικές στους περισσότερους, δεν είναι απαράβατοι κανόνες. Όσα συζητάμε στο ιατρείο καλούνται να τα προσαρμόζουν στη δική τους πραγματικότητα και στις δικές τους ανάγκες και δυνατότητες.
Η μεγαλύτερη πρόκληση βρίσκεται στη περίπτωση της δυάδας μητέρας και μωρού, που συνήθως θηλάζει, και που η μητέρα καταθέτει πως το μωρό έχει μάθει και  κοιμάται μόνο πάνω στο στήθος. Συχνά μάλιστα, κοιμούνται μαζί. Δεν έχω καμία πρόθεση να αλλάξω κάτι σε αυτό. Τόσο ο θηλασμός όσο και η συνκοίμηση πιστεύω ότι μόνο θετικά έχουν να προσφέρουν και στους δύο. Αυτό που συμβουλεύω είναι να κάνουν μια προσπάθεια, εκεί στην εκκίνηση για τη διαδικασία του βραδινού ύπνου, έστω και αν χρειαστεί να σηκώσουν αρκετές φορές το μωρό ώστε να το ηρεμήσουν. Σε καμία περίπτωση δε συμβουλεύω να αφήσουν το μωρό να κλαίει. Θεωρώ λάθος, την πρακτική του ελεγχόμενου κλάματος προκειμένου να αποσυνδέσει το βρέφος ή αργότερα το νήπιο, το κλάμα με την ανταπόκριση του γονιού του. Δεν υπάρχει λόγος να αφήσουμε το παιδί να κλαίει, ακόμα και για λίγα λεπτά, για να το εκπαιδεύσουμε να κοιμηθεί. Το έκανα αυτό το λάθος με τον Ερμή μου, εφαρμόζοντας την «επιστημονικότητα» βιβλίου που προτείνει να αυξάνουμε σταδιακά το χρόνο απόκρισης στο κλάμα του μωρού ώστε να το εκπαιδεύσουμε να κοιμάται
χωρίς να κλαίει και χωρίς να ξυπνάει. Αν γύριζα τον χρόνο πίσω, θα ήταν από τα λίγα πράγματα που δε θα επαναλάμβανα σχετικά με την διαπαιδαγώγηση των παιδιών μου. Αυτό που προτείνω είναι να θηλάζουμε το μωρό μέχρι να αρχίσουν τα ματάκια του να βασιλεύουν και τότε, λίγο πριν περάσει το κατώφλι του ύπνου να το εναποθέτουμε εκεί που πρόκειται να κοιμηθεί. Αν ξυπνήσει αμέσως κλαίγοντας, να το ηρεμήσουμε, αν χρειαστεί προσφέροντας του και πάλι το στήθος για να θηλάσει, όμως μόλις «γλαρώσει», βαρύνουν τα βλέφαρα του και φαίνεται έτοιμο να κοιμηθεί να το ξανά-βάλουμε στο κρεβάτι του. Αν και πάλι ξυπνήσει, να επαναλάβουμε τη διαδικασία.
-          Σκεφτείτε, μπορεί να παιδευτείτε για μερικά βράδια, καθώς θα βάλετε το μικρό για ύπνο και θα ξυπνά και θα πρέπει να το ηρεμήσετε μέχρι να ξανανυστάξει για να το βάλετε και πάλι στο κρεβάτι πριν να το πάρει ο ύπνος και αν αρχίσει το κλάμα να επαναλάβετε ξανά και ξανά, όμως θα ζοριστείτε στις 8, 8:30, 9, 9:30, 10… το βράδυ, μέχρι κάποια στιγμή εξαντληθεί και θα το πάρει ο ύπνος. Τότε, έχετε πιθανότητες να κοιμηθεί περισσότερη ώρα, όχι επειδή του το επιβάλλαμε, αλλά επειδή δημιουργήσαμε τις κατάλληλες προϋποθέσεις ώστε να κοιμηθεί ανέμελα για όσο θέλει και χρειάζεται!  

Έχω ήδη βρεθεί στο πλευρό της μαμάς και αρχίζω να εξετάζω το πιτσιρίκι που με χαζεύει από
ώρα καθώς εξηγώ στους γονείς του. Η μεθυστική μωρουδίλα και το μοναδικό χαμόγελο γονιών και κυρίως του μωρού, με ανταμείβει με τον καλύτερο τρόπο για το χρόνο μου. Για την επιλογή μου να γίνω παιδίατρος και να μπορώ να βοηθάω στην ανατροφή αυτών των όμορφων πλασμάτων.

Να είστε καλά και τα παιδιά μας καλύτερα!   

Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2018

Μονοβίζιον, ή αλλιώς πώς να βλέπεις καλά στον κόσμο της Πρεσβυωπίας


Καλοκαιρινό ξημέρωμα στην εξοχή κάπου παραθαλάσσια. Σταδιακή μετάβαση από το σκοτάδι της νύχτας στο φως της ημέρας. Μοναδικά χρώματα εναλλάσσονται καθώς ακόμα και αυτός ο ήλιος που εμφανίζεται στον ορίζοντα, σου επιτρέπει την αλαζονεία να τον κοιτάξεις έστω στιγμιαία κατάματα.
Ρουφάς τον αέρα ανοίγοντας λίγο τα ρουθούνια σου και απολαμβάνεις τις οσμές τις νοτισμένες από το βραδινό χνώτο της πλάσης. Αλμύρα της θάλασσας, του αρμυρικιού και της αμμουδιάς, ανακατεμένη με άρωμα από πράσινο του πεύκου, του χορταριού και της λεβάντας. Κάποιες στιγμές, από αυτές που νομίζεις ότι σε ξεγέλασαν τα μάτια σου, μικρά ψάρια πηδούν στην επιφάνεια του νερού δημιουργώντας μικρή αναταραχή, λες και κάποιος αόρατος πέταξε με δύναμη μια μικρή πλατιά πέτρα και εκείνη έκανε «βατραχάκια», αναπηδώντας μερικές φορές στην επιφάνεια της θάλασσας, πριν καταλήξει στο βυθό της. Τα πουλιά ξεμυτίζουν από τις φωλιές τους και γεμίζουν τον τόπο με τιτιβίσματα και διαφορετικά κελαηδήματα, θαρρείς και κάποιος μαέστρος διευθύνει τα σπουργίτια, τα χελιδόνια και τα κοτσύφια ώστε καθώς αναζητούν το πρωινό τους, συνθέτουν μοναδική μελωδία αντάξια του σκηνικού. Ακόμα και τα έντομα όπως τα τζιτζίκια και οι γρύλοι παίζουν πρώτο ρόλο στην ορχήστρα. Μέχρι και η μέλισσα που βουίζει για δευτερόλεπτα δίπλα στο αυτί μου, αποχωρεί αφού έχει διεγείρει ψηλούς τόνους στην ακοή μου, για να την αφήσει στην ηρεμία του παφλασμού της θάλασσας.
Ίσως το πιο σκληρό μέρος της κόπωσης από το άχθος της ηλικίας είναι η σταδιακή απώλεια της δυνατότητας να απολαμβάνεις όλη αυτή την ομορφιά, σε όλες τις διαστάσεις των αισθήσεων. Τις προάλλες ο αδερφός μου, μου περιέγραψε πείραμα κατά το οποίο ένα παιδί στην αρχή της εφηβείας, εκεί λίγο αφού είχε συμπληρώσει τη πρώτη ντουζίνα χρόνων ζωής, κέρδισε με χαρακτηριστική άνεση έναν μεσήλικα καθηγητή σε δύσκολες ερωτήσεις γενικών γνώσεων. Το σκηνικό θύμιζε τηλεπαιχνίδι με κάποιον να θέτει ερωτήσεις δίνοντας τρεις πιθανές απαντήσεις. Οι δύο αντίπαλοι είχαν μπροστά τους ένα κουμπί, το οποίο όταν το πατούσαν τους δινόταν η ευκαιρία να επιλέξουν μια από τις πιθανές απαντήσεις. Όποιος πατούσε πρώτος το κουμπί του, είχε το δικαίωμα να δώσει την απάντηση που θεωρούσε σωστή. Στις πρώτες ερωτήσεις γινόταν το αναμενόμενο, ο καθηγητής απαντούσε σωστά και ο μαθητής δε προλάβαινε ούτε να πατήσει το κουμπί του. Σύντομα, οι ρόλοι αντιστράφηκαν και άσχετα με το βαθμό δυσκολίας των ερωτήσεων, ο μαθητής απαντούσε άμεσα και με χαρακτηριστική άνεση. Στο τέλος, εκτός από μερικές ερωτήσεις στην αρχή του πειράματος, όλες τις άλλες ερωτήσεις τις είχε απαντήσει γρήγορα και σωστά ο νέος. Τι είχε συμβεί; Χρειάστηκε λίγος χρόνος μέχρι ο νεαρός να συνειδητοποιήσει ότι μαζί με την σωστή απάντηση, ακουγόταν στο δωμάτιο ένας υψηλής συχνότητας ήχος. Μόλις λοιπόν ολοκλήρωνε ο εκφωνητής την ερώτηση ο μαθητής ήδη γνώριζε την σωστή απάντηση και απλά έπρεπε να πατήσει έγκαιρα το κουμπί. Δε χρειαζόταν να σκεφτεί τίποτα, απλά να προλάβει να πατήσει το κουμπί του. Ο ήχος ήταν εκεί για όλους μέσα στο δωμάτιο, απλά ήταν σε συχνότητα που είναι γνωστό ότι μετά τα σαράντα με σαράντα πέντε χρόνια ζωής το αυτί του μέσου ανθρώπου δεν τον ακούει πια. Ο πενηντάρης καθηγητής δεν έχασε λόγω έλλειψης γνώσεων, αλλά λόγω έλλειψης νιάτων!
Τα ίδια δυστυχώς και με την όραση. Κάποια στιγμή εκεί μετά τα σαράντα κάνει την εμφάνισή της η κυρία Πρεσβυωπία! Ο φακός του ματιού μας, όπως και ολόκληρο το σώμα μας, χάνει την ελαστικότητα του και έτσι αδυνατεί να εστιάσει σε αντικείμενα που βρίσκονται κοντά. Αυτό το τόσο μικρό κομμάτι μας, που χιλιάδες χρόνια πριν στην αρχαία Ελλάδα, του είχαμε αποδώσει το όνομα από την ομοιότητα του με τη φακή, είναι άκρως απαραίτητο για να μπορούμε να βλέπουμε σωστά. Σιγά-σιγά, ο πρεσβύωπας, αναγκάζεται να απομακρύνει το αντικείμενο για να μπορέσει να εστιάσει και να το δει καθαρά. Τα αστεία, από σόκιν που δε μπορώ να μοιραστώ μαζί σας μέχρι απλώς ευρηματικά, αμέτρητα!
«Δεν είναι ότι δε βλέπω καλά, είναι απλώς κοντά τα χέρια μου!»
Το σοκ είναι μεγάλο για όσους, όπως εγώ και η γυναίκα μου, δε χρειαστήκαμε ποτέ στο παρελθόν να φορέσουμε γυαλιά εκτός από ηλίου. Στην αρχή απομακρύνουμε διακριτικά τα αντικείμενα, ή φροντίζουμε να φωτίζουμε καλά ότι θέλουμε να διαβάσουμε και κουτσά-στραβά, στην κυριολεξία, την βγάζουμε τα πρώτα χρόνια. Ακολουθούν πατέντες του τύπου μεγεθυντικό φακό application στο κινητό για να διακρίνουμε τον κατάλογο το βράδυ στο μπαράκι ή στο εστιατόριο. Στην πορεία ο μεγεθυντικός φακός χρειάζεται και τον φακό φωτός του κινητού! Ώσπου φτάνει εκείνη η καταραμένη στιγμή όπου επηρεάζεται η καθημερινότητά σου ακόμα και την ημέρα. Όταν βρίσκεσαι να προσπαθείς να διαβάσεις την ετικέτα σε κάποιο μπουκαλάκι, με τα γράμματα να είναι τόσο μικρά που όταν τα απομακρύνεις για να εστιάσεις δυσκολεύεσαι να τα διακρίνεις, γιατί πλέον έχουν γίνει κάτι μαύρες τελίτσες. Και καλά πες ότι στο συγκεκριμένο σε παίρνει να κάνεις την άρνησή σου, ουρλιάζοντας από μέσα σου «μα γιατί τα κάνουν τόσο μικρά πια αυτά τα γράμματα!», λες και το σύμπαν συνωμότησε εναντίον σου, με τις καταραμένες πολυεθνικές να σε κοροϊδεύουν στα μούτρα σου. Αν το καλοσκεφτείς κάτι τέτοιο γίνεται, μόνο που πρωταγωνιστής και αρχισυνωμότης είναι ο γεροχρόνος. Πες λοιπόν ότι στο συγκεκριμένο κάπως τα κουτσοβολεύεις και αρνείσαι να δεχθείς το αναπόφευκτο. Τι γίνεται όταν πλέον δε μπορείς να διαβάσεις τις μετρήσεις στη μεζούρα ή στο βρεφοζυγό στο ιατρείο; Δε πάει καλά να δώσεις στο γονιό για να σου πει τι γράφει; Εκεί κρυβόταν η δική μου κόκκινη γραμμή. Δε μπορούσα να δεχθώ η δική μου εθελοτυφλία να επηρεάσει τη δουλειά μου. Ήταν λοιπόν καιρός να αποδεχθώ τη μοίρα μου και να καταφύγω στην ιατρική.
Εξετάζεσαι από τον οφθαλμίατρο λοιπόν, ο οποίος επιβεβαιώνει τους φόβους σου και σου συνταγογραφεί γυαλιά. Πας με τη σειρά σου, αγοράζεις γυαλιά με ένα σκελετό που να σου πηγαίνει και καμαρώνεις μπροστά στο καθρέφτη τον νέο σου εαυτό. Κάνοντας την ανάγκη επιλογή, θαυμάζεσαι μονολογώντας «ρε ‘συ τελικά μου πάει η πρεσβυωπία!». Έλα όμως που και να θέλεις είναι πολύ δύσκολο να σου πάει η πρεσβυωπία.
Τα γυαλιά τα χρειάζεσαι για να ξεκαθαρίζεις τα κοντινά αντικείμενα. Αν κάνεις το λάθος να κοιτάξεις μακριά μέσα από τα πρεσβυωπικά γυαλιά, τα πάντα είναι θαμπά και σου προκύπτει κάτι σαν ίλιγγος.
Οπότε ή βάζεις βγάζεις συνέχεια τα γυαλιά ή εκπαιδεύεσαι να χρησιμοποιείς γυαλιά με «πολυεστιακούς» φακούς, όπου απλά το γυαλί από τους φακούς είναι χωρισμένο στη μέση με το κάτω μέρος να είναι για την πρεσβυωπία και το πάνω μισό για την μακρινή όραση. Με τη δεύτερη επιλογή, μαθαίνεις να κοιτάς χαμηλά με το βλέμμα για να διαβάσεις και ψηλά, σχεδόν πάνω από τα γυαλιά, για να ξεχωρίσεις κάτι που βρίσκεται λίγο πιο μακριά. Η κίνηση του σκύβω-σηκώνομαι  σαν αισθητική με έχασε, οπότε επέλεξα την πρώτη λύση, αυτής με τα γυαλιά που τα βάζω μόνο όταν χρειάζεται να διαβάσω κάτι. 
Τα πράγματα όμως δεν είναι τόσο απλά. Πως να έχεις τα γυαλιά στο κομοδίνο σου όταν διαβάζεις το βιβλίο σου το βράδυ και το πρωί που θα σηκωθείς να θυμηθείς να τα πάρεις μαζί σου στο μπάνιο μήπως χρειαστεί να δεις κάτι στο κινητό ή για να ξυριστείς και μετά να μη τα χρειαστείς για αρκετή ώρα, μια που φτιάχνεις τον καφέ σου, βγαίνεις να τον πιεις στη βεράντα και τσουπ να σου η ανάγκη να δεις την ώρα και να πρέπει να μαντέψεις τις γραμμούλες ή να σηκωθείς και να πας στο τελευταίο μέρος όπου άφησες τα γυαλιά σου, αν είσαι τυχερός και θυμηθείς με την πρώτη που τα είχες τελευταία φορά, και όλα αυτά για να δεις την ώρα.
Αργότερα, καθ’ οδόν για το ιατρείο σταματώ στο σουπερμάρκετ για να προμηθευτώ γάλα για τον καφέ, όπου συνειδητοποιώ, μετά από χρόνια, για ποιο λόγο στη Γερμανία στο χερούλι του καροτσιού είχαν έναν μεγεθυντικό φακό. Άντε να διακρίνεις την ημερομηνία λήξης, οπότε αν είσαι τυχερός έχεις μαζί σου τα γυαλιά σου ή κάποιον νεαρότερο σε ηλικία, για να σου διαβάσει μην πάρεις ληγμένο γάλα ή γιαούρτι.
Το αποκορύφωμα όμως της ταλαιπωρίας και του αισθήματος αναπηρίας έρχεται στη ροή του ιατρείου, όπου οι στιγμές που με προδίδει η όρασή μου πυκνώνουν μια που δε μπορώ να διακρίνω τις μετρήσεις, αλλά και τα γράμματα που γράφω, ναι που γράφω εγώ, στα βιβλιάρια υγείας. Οπότε, φανταστείτε, μιλάω στους γονείς και δε φοράω γυαλιά, σκύβω να γράψω και χρειάζομαι γυαλιά. Εξετάζω το παιδί και δε χρειάζομαι γυαλιά, κοιτάζω με το ωτοσκόπιο το αυτί του και χρειάζομαι γυαλιά. Αλλά και στο σπίτι, πάω να βάλω πλυντήριο δε μπορώ να διακρίνω το πρόγραμμα, έρχεται μήνυμα στο κινητό και δε μπορώ να διακρίνω τα γράμματα. Πέρασα από διάφορες προσωρινές λύσεις. Δε μπορούσα να αγοράσω πολλά ζευγάρια γυαλιά από τα οπτικά διότι η τιμή είναι απαγορευτική. Για αυτό γέμισα κυριολεκτικά το σπίτι με γυαλιά από το «ένα ευρώ» και κράτησα τα καλά για το διάβασμα του βιβλίου μου. Στο ιατρείο, για λίγο είχα πάρει μαζί μου τα καλά μου γυαλιά, όμως το βάλε βγάλε καταντούσε γελοίο, ειδικά όταν ξεχνιόμουν και δε τα είχα επάνω μου, οπότε έπρεπε να επιστρέψω στο γραφείο για να τα πάρω. Έτσι τα κρέμασα στο λαιμό μου, με το Bluetooth να μπερδεύει με το κορδόνι των γυαλιών και να βρίσκομαι σε αστείες στάσεις να προσπαθώ να απαντήσω σε μια κλήση. Στην πορεία έφτιαξα κάτι μωβ μυστήρια πολύ cool γυαλιά με τα οποία εντυπωσίαζα τα πιτσιρίκια και ενίοτε και τους γονείς τους. Είναι ενιαία από πίσω, εκεί που κρεμιούνται στον αυχένα και ενώνονται με μαγνητάκι στο μπροστινό μέρος εκεί που στηρίζονται πάνω στη μύτη. Τα είχα μονίμως κρεμασμένα στο λαιμό μου και τα άνοιγα χωρίζοντας στη μέση το μπροστά μέρος, πειράζοντας πως κάνω μαγικά τα πιτσιρίκια, έβλεπα ότι χρειαζόταν γυαλιά και τα ξανάνοιγα για να τα αφήσω μπροστά στο στήθος μου.
Τα γκάτζετς συνεχίστηκαν, με εμένα να ενθουσιάζομαι όταν σε ένα βιβλιοπωλείο, στο οποίο είχα πάει για να παρουσιάσω το βιβλίο μου, ανακάλυψα κάτι πρεσβυωπικά γυαλιά που είχαν μικρά λεντάκια στις άκρες που τα άναβες και σου φώτιζαν το βράδυ όπου κοιτάς. Ιδανικά για υδραυλικούς, ηλεκτρολόγους όπου βρίσκονται σκυμμένοι να κρατούν με τα δόντια ένα φακό ή το κινητό τους, αλλά και σε πρεσβύωπες που δεν ενοχλούν και το σύντροφό τους που κοιμάται στο πλευρό τους. Η γυναίκα μου δε, για να επιβεβαιώσει την παροιμία «με στραβό αν κοιμηθείς το πρωί θα αλληθωρίσεις» μετά από λίγους μόλις μήνες, με ακολούθησε στο δύσκολο μονοπάτι της οπτικής ανημπόριας. Σε εκείνη χρωστάμε τα γυαλιά χωρίς μπράτσο. Τα παρήγγειλε από το internet και μου τα παρουσίασε με παιδικό σχεδόν ενθουσιασμό, κάνοντας μου έκπληξη, επιδεικνύοντας μου, πως απλά τα στερεώνεις στη μύτη σου και ξαπλώνεις για να διαβάσεις το βιβλίο σου χωρίς να πληγώνονται οι κρόταφοι και τα αυτιά σου! Δε μπορούσε, ή μάλλον τότε, ούτε εγώ δε θα μπορούσα να φανταστώ την έκπληξη που της έκανα λίγους μήνες μετά.
Συνεχίσαμε κάπως έτσι να διασκεδάζουμε το γήρας μας ανακαλύπτοντας πατέντες για να εξυπηρετούμαστε με το λιγότερο ψυχολογικό κόστος, μέχρι που απευθύνθηκα και πάλι στο φίλο μου οφθαλμίατρο.
-         - Βρε ‘συ Νίκο, αφού παιδεύεσαι γιατί δε βάζεις φακούς επαφής;
-          -Τι εννοείς φακούς επαφής; Υπάρχουν φακοί επαφής για πρεσβυωπία;;
-          -Φυσικά!
-          -Και πως βλέπεις μακριά;
-          -Είναι πολυεστιακοί!
-          -Πως γίνεται; Καλά στα γυαλιά όμως στους φακούς;
-          -Είναι ομόκεντροι κύκλοι με το πρεσβυωπικό κομμάτι εξωτερικά. Όταν εστιάζουμε κοντά για να διαβάσουμε η κόρη του ματιού μας ανοίγει και βλέπουμε από την περιφέρεια του φακού επαφής με το πρεσβυωπικό κομμάτι, ενώ όταν κοιτάμε μακριά η κόρη του ματιού συστέλλεται και βλέπουμε μέσα από το μη-πρεσβυωπικό κέντρο του φακού επαφής. Να σου παραγγείλω; Έτσι και αλλιώς το πρώτο ζευγάρι, το δοκιμαστικό, είναι δωρεάν, δε χάνεις τίποτα να δοκιμάσεις.
Όντως, δεν είχα να χάσω κάτι οπότε δέχθηκα και λίγες μέρες αργότερα βρέθηκα και πάλι στο οφθαλμιατρείο προκειμένου να μου μάθει ο συνάδελφος και φίλος πως να βάζω τον φακό επαφής. Σας θυμίζω ότι πριν την κατάρα της πρεσβυωπίας είχα άριστη όραση και δε με είχαν απασχολήσει βοηθήματα όρασης και σίγουρα όχι φακοί επαφής. Μου φαινόταν πολύ παράξενο πως θα κατόρθωνα να κρατώ ανοιχτό το μάτι μου, να αγνοώ το προστατευτικό αντανακλαστικό που κλείνει το μάτι  για να μη τραυματιστεί και να βάζω ένα ξένο σώμα το οποίο μάλιστα θα έμενε εκεί για πολλές ώρες! Έκανα τις πρόβες μου και τελικά το κατάφερα. Έφυγα από το ιατρείο με εφηβικό ενθουσιασμό. Ξανάβρισκα την όρασή μου!
Όντως η επόμενη ημέρα, η πρώτη μέρα με φακούς επαφής, κύλησε υπέροχα. Δε χρειάστηκα καθόλου τα γυαλιά καθ’ όλη τη διάρκεια του ιατρείου. Είχα πάρει καλού-κακού μαζί μου υγρό φακών και αυτά τα μικρά στρογγυλά κουτάκια που φιλοξενούν τους φακούς, μήπως και κάτι προκύψει και πρέπει να τους φυλάξω ή να τους βγάλω. Δε χρειάστηκε να κάνω το παραμικρό την πρώτη μέρα εκτός από το να απολαμβάνω και πάλι την όρασή μου. Να μπορώ να διαβάσω αριθμούς και γράμματα, να εξετάζω τυμπανικές μεμβράνες και σπυράκια, όπως πριν από μερικά χρόνια. Σαν να ξεγέλασα το χρόνο. Ο χρόνος όμως δε ξεγελιέται τόσο εύκολα.
Το βράδυ δοκίμασα πολλές φορές να βγάλω τον φακό και δεν τα κατάφερνα. Τηλέφωνο στον φίλο μου τον οφθαλμίατρο και εκ νέου οδηγίες, που ακολουθήθηκαν με νέες προσπάθειες οι οποίες τελικά στέφθηκαν με επιτυχία και απελευθέρωσα τα μάτια μου από την συλικονούχα μεμβράνη που τα κάλυπτε. Η αλήθεια είναι  ότι οι πρώτες προσπάθειες για να βάλω και να βγάλω τους φακούς τις πρώτες μέρες δεν ήταν εύκολες, όμως η απογοήτευση δεν προήλθε από αυτό. Τη δεύτερη ή τρίτη μέρα δοκιμής των φακών, ή μάλλον πιο σωστά «νύχτα», δέχθηκα με χαρά πρόσκληση για να πιούμε ένα ποτό από φίλη που είχα πολύ καιρό να δω. Η φίλη μου συνομήλικη, οπότε ήταν ευκαιρία να κάνω φιγούρα του καινούργιου μου αποκτήματος: της όρασής μου! Βρεθήκαμε σε πανέμορφη αυλή λεμονόκηπο που φιλοξενεί ένα όμορφο μπαράκι εδώ στο Ρέθυμνο, με τη μουσική να ολοκληρώνει την θετική διάθεσή μου καθώς παράγγελνα με χαρακτηριστική άνεση, χωρίς να αναγκαστώ να πλησιάσω τον κατάλογο στο κερί που έκαιγε στο τραπέζι, ή να αναζητήσω γυαλιά ή να ανάψω το φως από το κινητό ή κάποια άλλη πατέντα προκειμένου να μπορέσω να διαβάσω. Σε λίγο μάλιστα, και αφού είχα εξιστορήσει το πρόσφατο επίτευγμα των φακών επαφής έλεγξα με χαρακτηριστική άνεση την ώρα στο ρολόι μου και έστειλα ένα σύντομο sms από το κινητό μου. Η απογοήτευση ήρθε με το πρόσωπο φίλου που με χαιρέτησε από κάποιο διπλανό τραπέζι, χωρίς όμως να μπορώ να διακρίνω το πρόσωπο. Φόρεσα ένα ευγενικό χαμόγελο, μασκάρεψα την απογοήτευση σε συγκρατημένο αιφνιδιασμό και έστειλα ένα φιλικό ευγενικό νεύμα χαιρετισμό στον άγνωστο γνωστό μου. Τι είχε συμβεί; Γιατί δε μπορούσα να διακρίνω καθαρά σε απόσταση; Η απάντηση απλή, όσο και η ιατρική. Το βράδυ η κόρη του ματιού μας διαστέλλεται έτσι και αλλιώς λόγω του σκοταδιού, και το μάτι που φορά πολυεστιακό φακό βρίσκεται να κοιτάζει και μέσα από το πρεσβυωπικό κομμάτι. Έτσι, η μακρινή εικόνα αποκτά μια άλω, ένα φωτοστέφανο θαμπάδας, που δε μου επέτρεπε να ξεχωρίσω τα χαρακτηριστικά αυτού που βρισκόταν λίγα μέτρα μακριά μου. Αυτό λοιπόν ήταν το τίμημα που έπρεπε να πληρώσω; Όσο και αν προσπάθησα να το υποβαθμίσω, ομολογώ ότι σκίασε την χαρά μου. Η επιλογή λοιπόν καλής νυχτερινής όρασης θα πρέπει να είναι κοντά με φακούς ή μακριά χωρίς φακούς.      
Η τύχη, μου γέλασε για ακόμα μια φορά στη ζωή μου την επόμενη μόλις μέρα στη δουλειά μου. Πρωί-πρωί φόρεσα το καινούργιο μου απόκτημα, που τουλάχιστον την ημέρα δούλευε άψογα και πήγα στο ιατρείο. Ένιωθα λίγο σαν τον Ironman ή κάποιον αντίστοιχο υπερήρωα από αυτούς που γοητεύουν την φαντασία των παιδιών μου, οι οποίοι με τη βοήθεια της τεχνολογίας αποκτούν υπεράνθρωπες δυνατότητες. Έβλεπα μια χαρά με τους πρεσβυωπικούς πολυεστιακούς φακούς επαφής. Εξέταζα θυμάμαι παιδιά μέχρι κάπου εκεί κατά το μεσημέρι, όταν ήρθε η σειρά ενός νεογέννητου. Πρώτη επίσκεψη στον παιδίατρο, γονείς γεμάτοι απορίες και προσμονή. Κάποια στιγμή ασυναίσθητα τρίβω με το χέρι μου το δεξί μου μάτι. Ξέχασα ότι φορούσα φακό και μόλις το θυμήθηκα ο φακός δεν ήταν πια στο μάτι μου. Κατάφερα και τον εντόπισα στο πάτωμα, τον μάζεψα, ζήτησα συγνώμη και πήγα στο μπάνιο για να προσπαθήσω αφού τον ξεπλύνω να τον ξαναβάλω. Δοκίμασα μερικές φορές χωρίς να τα καταφέρω. Ντράπηκα να αφήσω το ζευγάρι με το νεογέννητο να με περιμένουν οπότε φύλαξα τον φακό στη θήκη του και επέστρεψα στο γραφείο μου. Συνέχισα το ιατρείο κανονικά και με έκπληξη διαπίστωσα ότι μπορούσα ακόμα και με τον ένα φακό να δουλεύω κανονικά και να βλέπω κανονικά. Στην επιστροφή προς το σπίτι σταμάτησα στο μαγαζί με τα οπτικά από όπου προμηθεύομαι τους φακούς και η έκπληξή μου συνεχίστηκε με τον οπτικό, επίσης φίλο μου, να μου λέει ότι αυτό που ακούσια εφάρμοσα λέγεται "monovision" και ότι ειδικά στο εξωτερικό είναι πολύ διαδεδομένο. Με έβαλε να εστιάσω σε κάτι σχετικά μικρό σε απόσταση και μου ζήτησε χωρίς να κουνήσω το κεφάλι μου να κοιτάζω συνέχεια το αντικείμενο μέσα από ένα μικρό άνοιγμα που είχα δημιουργήσει με τα χέρια μου, καθώς εκείνος μου κάλυψε το αριστερό μου μάτι και με ρώτησε αν εξακολουθούσα να βλέπω το αντικείμενο, πράγμα που του επιβεβαίωσα. Όταν όμως μου κάλυψε το δεξί μάτι, το αντικείμενο εξαφανίστηκε από το οπτικό μου πεδίο.
-          -Με το δεξί μάτι βλέπεις μακριά και το αριστερό το έχεις για να συμβάλει στην όρασή σου κυρίως στα κοντινά. Όλοι έχουμε ένα επικρατές (dominate) μάτι, με το οποίο βλέπουμε καλύτερα και το χρησιμοποιούμε και κοντά κυρίως όμως για μακριά. Τυχαία σου βγήκε ο φακός από το «καλό» σου μάτι, στην περίπτωσή σου το δεξί, και βλέπεις καλά μακριά, ενώ έχεις φακό στο αριστερό μάτι με το οποίο μπορείς χωρίς πρόβλημα να διαβάζεις και να βλέπεις κοντά. Θα σου έρθει και πολύ πιο οικονομικά, μια που θα χρειάζεσαι μόνο ένα φακό και όχι δύο και μάλιστα δε χρειάζεται καν να είναι πολυεστιακός.
-          -Με αυτό τον τρόπο όμως δεν επιβαρύνω ή δεν δημιουργώ κάποιο πρόβλημα στο μάτι που δεν έχει φακό;
-          -Όχι δεν υπάρχει θέμα.
-          -Δηλαδή συγνώμη, με το «μονοβίζιον» θα μπορώ να βλέπω χωρίς πρόβλημα σε απόσταση και την νύχτα;
-          -Φυσικά, αφού έτσι και αλλιώς με το δεξί μάτι που δεν έχει φακό κοιτάς μακριά!
Δε μπορώ να σας περιγράψω σε ποιον ουρανό πετούσα όταν τα λεγόμενα του οπτικού επιβεβαίωσε τηλεφωνικά και ο οφθαλμίατρος. Από καθαρή τύχη είχα καταφέρει να βρω τρόπο ώστε να βλέπω και πάλι καλά, κοντά αλλά και μακριά ακόμα και τη νύχτα. Σχεδόν έτρεξα στο σπίτι για να πω τα νέα στην καλή μου.
-         - Ελενίτσα μάντεψε! της φωνάζω μπαίνοντας στο σπίτι
-          -Τι έγινε; Τι έπαθες; με ρωτάει προσπαθώντας να μαντέψει την αιτία της υπέρμετρης χαράς μου.
Με περίσσιο στόμφο και περηφάνια της ανακοινώνω ότι εφηύρα το «μονοβίζιον» για να την ακούσω έκπληκτος να με προσγειώνει ανώμαλα απαντώντας μου:
-          -Αμάν μωρέ ‘συ Νίκο με αυτόν τον θηλασμό και τα βυζιά, σου έχει γίνει εμμονή! Τι βρήκες πάλι;
Η αλήθεια είναι ότι μια ψύχωση με τον θηλασμό τη ψιλοέχω, όμως όχι και έτσι!
-         - Πιο θηλασμό παιδί μου; Για τους φακούς επαφής και την όρασή μας σου λέω…
Της εξήγησα, με άκουσε με ενδιαφέρον και με λίγη προσπάθεια μερικών ημερών βρέθηκε και εκείνη να απολαμβάνει τα ευεργετήματα του μονοβίζιον (και όχι μονοβύζιον).
Ακόμα και σήμερα, κοντά τέσσερα χρόνια αργότερα, έχει να το λέει το πόσο μου χρωστά για το δώρο που της έκανα με τον φακό επαφής πρεσβυωπίας στο ένα μάτι της. Χρειάστηκε μια προσπάθεια μέχρι να συνηθίσουμε το βάλε βγάλε του φακού επαφής, όμως τα καταφέραμε ευκολότερα από ότι περιμέναμε. Απολαμβάνουμε την απορία στο πρόσωπο των συνομήλικων ή σε κάποιες περιπτώσεις και των νεότερων μας όταν μας βλέπουν να γράφουμε και να διαβάζουμε με χαρακτηριστική άνεση ενώ πλέον, και το βράδυ, η όρασή μας είναι μια χαρά. Τα γυαλιά τα χρειαζόμαστε μόνο την νύχτα όταν βγάζουμε για λίγες ώρες τον φακό επαφής. Ακόμα αναρωτιόμαστε γιατί περισσότεροι μεσήλικες σαν εμάς δε καταφεύγουν στην ίδια λύση. Γιατί οι οφθαλμίατροι δεν το προτείνουν συχνότερα και κυρίως γιατί ακόμα και φίλοι που τους το έχουμε προτείνει δε το υιοθετούν με ενθουσιασμό; 
Μάλλον τα "μεγάλα παιδιά" δεν υιοθετούν εύκολα καινούργιες συνήθειες... 
Να είστε όλοι καλά και τα παιδιά μας καλύτερα!


Παρασκευή, 10 Αυγούστου 2018

Η θάλασσα δεν έχει όρια... τα όρια τα βάζουμε εμείς! Ειδικά όταν αφορά τα παιδιά μας...


Ξημερώνει και βρίσκομαι μόνος να απολαμβάνω τον παφλασμό των κυμάτων. 
Τρία χελιδόνια κάνανε ένα γρήγορο πέρασμα πάνω από το μπαλκόνι τιτιβίζοντας ένα χαιρετισμό στο φως που έρχεται. Η αλμύρα ανακατεύεται με τη μυρωδιά της υγρής άμμου και του νοτισμένου από την υγρασία της νύχτας γρασιδιού. Ένα πύρινο χαλί στρώνεται στην επιφάνεια της θάλασσας καθώς κάνει την εμφάνισή του στη σκηνή του ορίζοντα, ο ήλιος. Στρέφω λίγο ψηλότερα τη ματιά μου και αντικρίζω ένα χλωμό ολόγιομο φεγγάρι να επιμένει να μου κάνει παρέα από ψηλά, απτόητο από τη παρουσία του βασιλιά των ουράνιων σωμάτων. Ελαφρύ αεράκι με δροσίζει, με χαϊδεύει απαλά θαρρείς ένα κρύο χέρι,  βοηθώντας τις αισθήσεις μου να ξυπνήσουν. Ξαφνικά ένα τραγούδι από τα νιάτα μου ζωντανεύει μπροστά μου. Μια κίνηση, ένας παφλασμός τραβά την προσοχή μου, καθώς ψάρια πηδάνε στην επιφάνεια της θάλασσας…
«Summertime, and the livin' is easy
Fish are jumpin' and the cotton is high»
Θαρρείς και η JanisJoplin ή η EllaFitzgerald τραγουδούσαν για το σκηνικό που ζω! Ένα soundtrack γραμμένο για μια υπέροχη ζωή.
Οι γονείς μου μένουν μακριά μας. Μεγάλωσα βλέπετε στην τσιμεντούπολη, η μοίρα όμως με αγάπησε και μου χάρισε μια ζωή εκεί στο νότο. Για να μαθαίνω τα νέα τους και να τους ζω, έστω από απόσταση, επιδιώκω την καθημερινή τηλεφωνική επικοινωνία. Χθες έγινε ένα ενημερωτικό παράδοξο. Τα νέα τους, που μου μαύρισαν τη ψυχή, αφορούσαν ειδήσεις για τον τόπο που μένω και μεγαλώνω τα μικρά μου. Ο πατέρας μου από την Αθήνα, με ενημέρωσε για το τι έγινε στο Ρέθυμνο!
-          Τα έμαθες; Με ρωτά.
-          Όχι τι είναι;
-          Καλά δε βλέπετε τηλεόραση;
-          Μπαμπά! Δε βλέπω τηλεόραση στο Ρέθυμνο, θα βλέπω στο Γύθειο; Εδώ που ερχόμαστε για να απέχουμε από όλες τις οθόνες;
Ένα μικρό ψεματάκι μια που οι οθόνες είναι πλέον συνυφασμένες με τις ζωές μας. Από τα κινητά και τα tablet, που ευτυχώς εδώ στις διακοπές μας είναι λίγες οι στιγμές που τα χρησιμοποιούμε, μέχρι την οθόνη μπροστά μου, στην οποία ζωγραφίζω τα συναισθήματά μου και απαλύνω την ψυχή μου…
-          Το είπαν στις ειδήσεις… ένα παιδί πνίγηκε στο Ρέθυμνο…
-          Τι λες τώρα; Πόσο χρονών; Πως έγινε…
-          Τουρίστες… ήρθαν για διακοπές και το παιδί πέντε ή έξι χρονών, δε κατάλαβαν ακριβώς πως έγινε, όμως πνίγηκε στη θάλασσα
-          Είναι τρομερό! Η Ελένη έρχεται από το νοσοκομείο, και σχεδόν καθημερινά, μας παρακινεί να προσέχουμε γιατί συνέχεια φέρνουν πνιγμένους! Τόσο άδικος θάνατος…
-          Οι άνθρωποι ήρθαν για διακοπές και …
-          Άστα μπαμπά…. Ότι και να λέμε.. ο κόσμος δε καταλαβαίνει… τραγικό! Χωρίς λόγο! Όσες κόκκινες σημαίες και να βάλουν, όσοι ναυαγοσώστες και να περιπολούν, θα βρεθεί μια λίγο πιο έρημη παραλία ή κάποιος που θα υπερεκτιμήσει τις δυνατότητες του… τα λέμε και τα ξαναλέμε όμως…
-          Σε παραλία έξω από το Ρέθυμνο συνέβη…
 Ο διάλογος κύλησε σιγά-σιγά προς τα γνωστά μας μονοπάτια, «εσείς να προσέχετε», «μην ανησυχείς! Περνάμε υπέροχα.. να μου φιλήσεις τη μαμά..»
Η ιδέα να γράψω κάτι σχετικά με τον πνιγμό, σφηνώνεται στο μυαλό μου σαν υποχρέωση και προτεραιότητα πλέον. Στο Ρέθυμνο, αυτό το υπέροχο απέραντο γαλάζιο της θάλασσας, δεν αρκείται στο να ομορφαίνει τη ζωή μας. Τα νερά της, που φιλόξενα μας αγκαλιάζουν όποτε βρεθούμε μέσα της, κρύβουν ρεύματα και σε παρασύρουν χωρίς να το καταλάβεις. Ειδικά όταν έχει κύμα, η ένταση των ρευμάτων της είναι τέτοια που θαρρείς και σε τραβάει εκείνη όπου θέλει, μέχρι να εξαντληθείς για να σε κρατήσει για πάντα κοντά της.
Όπως περίπου είχε συμβεί και πριν δύο ή τρία χρόνια στο Ροδάκινο, νότια του Ρεθύμνου, όπου είχαμε πάει οικογενειακώς για να περάσουμε ένα καλοκαιρινό Σαββατοκύριακο.
Τα παιδιά τότε ήταν οχτώ ή εννιά χρονών. Κυριακή πρωί, κάτι μετά τις δέκα και ήμασταν ήδη στην παραλία μαζί με φίλους. Έβαζα αντιηλιακό θυμάμαι στη Χαρούλα, όταν ο Ερμής επίμονα με ρωτούσε αν μπορούσε να πάνε μαζί με τον φίλο του τον Αντώνη στα βράχια να βρούνε καβουράκια. Ανέκαθεν μου άρεσε η άμεση επαφή των παιδιών μου με τη φύση και ειδικά με τα έμβια μέλη της και με κάθε ευκαιρία την ενθαρρύνω. Όμως τα βράχια ήταν αρκετά μακριά και σκεφτόμουν μήπως τους συνόδευα ή έστω να είχα το νου μου, οπότε του απάντησα:
-          Περίμενε!…
Συνέχισα να καλύπτω με αντιηλιακό το σώμα της Χαρούλας, προσπαθώντας να μην αφήσω εκτεθειμένες περιοχές, ειδικά στο πρόσωπο που συχνά το χάδι του ήλιου αφήνει το κόκκινο σημάδι του και που λόγω περιοχής, τα μικρά μου γκρινιάζουν γιατί τα ενοχλεί να τους μαλάζω το μέτωπο, γύρω από τα μάτια, τη μύτη, τα μάγουλα, και συνήθως καταλήγουμε σε διαμαρτυρίες «άσε με θα το κάνω μόνη μου». Αφού λοιπόν ολοκλήρωσα το πασάλειμμα της μικρής μου, και ενώ είχα αρχίσει να βάζω αντιηλιακό στον εαυτό μου, αναζητώ τον Ερμή και τον εντοπίζω κοντά στα βράχια, καμιά εκατονπενηνταριά μέτρα μακριά μας, και μάλιστα μέσα στη θάλασσα. Παρατώ επιτόπου ότι έκανα, και αντί για το αντιηλιακό φοράω το θυμωμένο μου ύφος καθώς με γρήγορα και απειλητικά βήματα κατευθύνομαι προς τον Ερμή και τον Αντώνη, φωνάζοντας τον γιο μου. Τους προσέγγισα κάνοντας σήμα με το χέρι μου έλα να φύγουμε. Ο Ερμής φανερά απορημένος βγήκε από το νερό για να με ακούσει να του λέω:
-          Τι σου είπα;
-          Τι;
-          Δε με ρώτησες αν μπορείς να πας με τον Αντώνη στα βράχια και σου απάντησα να περιμένεις;…
-          Εγώ άκουσα «ναι»
-          Καλά βρε Ερμή μου μπορείς να διακρίνεις από εδώ που είναι η μαμά και η Χαρούλα;
-          Ναι!
-          Από εδώ που είμαστε μέχρι τόσο μακριά που είναι η μαμά και η Χαρά, αν πάθουν κάτι, πως θα τρέξουμε να τις βοηθήσουμε; Γιατί δηλαδή το πρωί που ξυπνάτε δεν σας λέμε βάλτε τα μαγιό σας και πηγαίνετε αν θέλετε να κάνετε μπάνιο; Να κάτσουμε και εμείς με τη μαμά στο δωμάτιο, να χουζουρέψουμε, να πάρουμε με την ησυχία μας το πρωινό μας;
-          Μόνοι μας να πάμε για μπάνιο;
-          Ακριβώς αυτό αντράκι μου! Μόνοι σας τόσο μακριά από εμάς, αν γίνει κάτι πως θα μπορέσουμε να σας βοηθήσουμε να μη πάθετε κακό;
-          Μα σε ρώτησα και μου είπες «ναι»!
-          Με ρώτησες και σου είπα να περιμένεις…
Το απειλητικό μου βλέμμα δε νομίζω ότι άφηνε περιθώρια για περαιτέρω αντιρρήσεις. Άλλωστε, τότε ο γιός μου δεν ήταν ακόμη υπό την επήρεια της μέθης της εφηβείας και δεν αντιμιλούσε με την παραμικρή αφορμή. Ο διάλογος εξελισσόταν με ελεγχόμενη ένταση καθώς επιστρέφαμε οι τρεις μας προς τα εκεί που έκαναν το μπάνιο τους και οι υπόλοιποι της παρέας. Ο Ερμής είχε εστιάσει στο ότι με ρώτησε και του έδωσα την άδεια. Πιθανά το δικό μου «περίμενε», όπως είχα γυρισμένη την πλάτη μου, να ακούστηκε σαν «ναι» στα ανυπόμονα αυτάκια του, λόγω της ομοιοκαταληξίας. Παραδέχθηκα ότι μπορεί να έχει δίκιο. Ένιωθα όμως την ανάγκη να του δείξω ότι δε πρέπει να απομακρύνεται τόσο πολύ από εμάς και μάλιστα μπαίνοντας μέσα στη θάλασσα. Όπως και να έχει πήραμε το δρόμο της επιστροφής προς τη δική μας πλευρά της παραλίας, με τον Ερμούκο να δείχνει τη δυσφορία του κλωτσώντας καθώς περπατούσε τα κύματα.
Καθώς ολοκλήρωνα την σωματική μου επικάλυψη με αντιηλιακό, σκεφτόμουν με ποιο τρόπο να ασχοληθώ λίγο παραπάνω με τον μικρό μου. Να παίξουμε μπάλα ή μήπως να πηγαίναμε μαζί να ψάξουμε για καβουράκια. Επιδιώκω να δίνω πάντα ίσες δόσεις αυστηρότητας και τρυφερότητας μεροληπτώντας λίγο προς τη δεύτερη. Ο γιός μου όμως άρχισε να εκτονώνει τα νεύρα του πετώντας άμμο στη Χαρά και τη φίλη της τη Γεωργία και εκτοξεύοντας θυμωμένος, ή μάλλον πιο σωστά θιγμένος, «άσε με» στον Αντώνη αλλά μέχρι και στην μαμά του… Ο «bad-cup» μπαμπάς, καλείται σε δράση ξανά. Αφού αγνοούσε επιδεικτικά τις παραινέσεις της μαμάς του για να ηρεμήσει, μπήκα στη θάλασσα, τον φώναξα κοντά μου και του είπα με ύφος που ξέρει και ο ίδιος ότι δε χωρά αμφισβητήσεις «πες μου πόσο θέλω να σε πάρω και να γυρίσουμε ΤΩΡΑ στο Ρέθυμνο και τα κορίτσια να επιστρέψουν το απόγευμα με τους άλλους;». Το είπα σιγά, ώστε να το ακούσει μόνο εκείνος, όμως ήξερε πολύ καλά ότι το εννοούσα. Προσπάθησα να μην τον εκθέσω στους υπόλοιπους, μια που ήμουν σίγουρος ότι τον είχε πειράξει νωρίτερα η επίπληξη μπροστά στον κολλητό του, ενώ ήδη αισθανόταν ότι είχε γίνει το επίκεντρο. Του είπα ότι είχα να του πω και τον άφησα να το σκεφτεί. Εκείνος, πεισμωμένος απλά άρχισε να κολυμπά μόνος του. Αφού λοιπόν πριν από λίγα λεπτά του είχα απαγορεύσει να απομακρυνθεί παράλληλα προς την ακτογραμμή, άρχισε να κολυμπά προς τα μέσα, προς τα βαθιά. Δεν ήθελα να τραβήξω άλλο το σχοινί, οπότε έσπευσα και βρέθηκα να κολυμπώ λίγο πιο πίσω του. Διακριτικά μεν, κοντά του δε, αν τύχει το παραμικρό.
Η θάλασσα ήταν ήρεμη. Ένα ανεπαίσθητο αεράκι ανατρίχιαζε θαρρείς την επιφάνεια της. Χαιρόμουν τον μικρό μου που πλέον κολυμπούσε με τόση άνεση. Τον είχα στεναχωρήσει, όμως όφειλα να βάλω κάποια όρια και να του δείξω ότι η συμπεριφορά του ήταν επικίνδυνη. Μεγάλωνε πια και είχα ήδη αρχίσει να έχω περισσότερες προσδοκίες από εκείνον. Κολυμπούσε αργά αλλά σταθερά και μέσα σε λίγα λεπτά είχαμε ανοιχτεί αρκετά. Μπορεί να είχαμε ήδη περάσει τα τριάντα μέτρα από την ακτή και όσο ήρεμη και αν ήταν η θάλασσα, όσο καλά και αν κολυμπούσε ο μικρός μου, και πάλι, κολυμπούσαμε σε νερά επικίνδυνης συμπεριφοράς. Δεν τον μάλωσα αυτή τη φορά, θα το απέφευγα όσο μπορούσα. Άλλωστε, πραγματικά με είχε ακούσει και δεν έκανε κάτι για να με προκαλέσει. Απλά κολυμπούσε μόνος. Όμως, είχαμε ανοιχτεί αρκετά. Έτσι, έκανα δυο τρεις μεγάλες υγρές-«δρασκελιές», τον προσπέρασα και του έκλεισα τον «δρόμο», λέγοντάς του «αρκετά βαθιά πήγαμε, τώρα αν θέλεις κολύμπα προς τη στεριά». Με υπάκουσε και άλλαξε ρότα παίρνοντας το δρόμο της επιστροφής. Μέσα σε ένα ή δύο λεπτά τον βλέπω να στρέφει προς τα εμένα και να ανοίγει τα χέρια του με το χαρακτηριστικό του ύφος «μπαμπά σε αγαπώ, έλα να τα βρούμε». Έσπευσα κοντά του λέγοντάς του «τι είναι αντράκι μου;» για να τον ακούσω να λέει λαχανιασμένα και ξέπνοα «κουράστηκα!». «Έλα αγορίνα μου κρατήσου επάνω μου», του είπα καθώς τον αγκάλιασα και του έσκασα ένα φιλί. Ο μικρός μου αφού ανταπέδωσε τη μεσοθαλάσσια αγκαλιά μου και ένα πολύ υγρό φιλί στα πεταχτά, βολεύτηκε στην πλάτη μου κρατώντας με από τους ώμους και ενίοτε αγκαλιάζοντάς με από το λαιμό. Μου πήρε τουλάχιστον ένα τέταρτο να μας βγάλω έξω, σε μια απόσταση κυριολεκτικά είκοσι, ίσως και λιγότερων, μέτρων από εκεί που πατώναμε. Είχαμε πέσει σε μια μικρή υγρή παγίδα, όπου ενώ σε λίγα λεπτά με τη βοήθεια του ρεύματος είχαμε βρεθεί στα βαθιά, η επιστροφή απαιτούσε αρκετή προσπάθεια για να διανύσουμε την ίδια απόσταση σε πολλαπλάσιο χρόνο. Ήμουν ξεκούραστος, κολυμπάω καλά, ο γιός μου ξέρει πως να με κρατά χωρίς να με πνίγει και αναγνώρισε έγκαιρα τα όρια του ώστε να μην εξαντληθεί πλήρως πριν μου ζητήσει να τον βοηθήσω, ενώ πραγματικά το κύμα ήταν σχεδόν ανύπαρκτο. Παρόλα αυτά το ρεύμα με δυσκόλεψε και με κούρασε. Αν κάποια από αυτές τις παραμέτρους ήταν διαφορετική τότε τα πράγματα μπορεί να δυσκόλευαν σοβαρά.  Στη διαδρομή της επιστροφής μου δόθηκε η ευκαιρία για το μάθημα, που ευτυχώς δεν ήταν πάθημα.

-          Είδες αντράκι μου γιατί σου λέω αυτά που σου λέω; Κοίτα τώρα που κουράστηκες, αν δεν ήμουν κοντά σου να σε βοηθήσω;
-          Ναι μπαμπά…
-          Μπαμπά!
-          Τι είναι αγορίνα μου;
-          Σε αγαπώ μπαμπά μου!
-          Και εγώ μικρέ μου, και εγώ…
Μόλις βγήκαμε στη στεριά τον πήρα αμέσως και πήγαμε μαζί και μαζέψαμε πολλά καβούρια, τα οποία επιδεικνύαμε μετά στα κορίτσια. Όπως ανέφερα και παραπάνω, όποτε αναγκάζομαι να φανώ αυστηρός στα παιδιά μου στη συνέχεια προσπαθώ όχι απλά να τα βρούμε, αλλά και να τους αφιερώσω σε περίσσεια θετικό χρόνο. Να τους δείξω έμπρακτα πως ό,τι κάνω δε το κάνω ούτε για να ξεσπάσω τα νεύρα μου, ούτε για να τους δείξω ποιος είναι το αφεντικό. Το κάνω, γιατί έχω την ευθύνη τους και προσπαθώ να τους προσφέρω όσο πιο ασφαλή και σωστή ανατροφή.
Κλείσαμε ήδη τα δώδεκα χρόνια μας και ενώ παραδέχομαι ότι είμαι αυστηρός πατέρας, από την άλλη κοκορεύομαι ότι είμαι πολύ τρυφερός γονιός. Μέχρι και σήμερα ποτέ δεν έχω κοιμηθεί για βράδυ μαλωμένος με τα παιδιά μου. Κάθε φορά που ερχόμαστε σε αντιπαράθεση, ως το τέλος της ημέρας τα έχουμε βρει. Έχουμε συζητήσει ότι έχει συμβεί και κατανοούμε που υπάρχει θέμα και που όχι. Κάποιες φορές, βρίσκομαι εγώ να ζητώ συγνώμη για τη συμπεριφορά μου και με το παράδειγμά μου να τους δείχνω ότι το λάθος είναι ανθρώπινο, το θέμα είναι πως θα το αντιμετωπίσεις. Πάντως, ποτέ μέχρι σήμερα, δε κοιμηθήκαμε μαλωμένοι!  
Το παραπάνω περιστατικό μου το θύμισε ο γιος μου, όταν με άκουσε να ενημερώνω την μητέρα του για τον πνιγμό του παιδιού. Εκείνος είναι η αλήθεια με έσπρωξε να γράψω αυτές τις γραμμές όταν μου είπε: «θυμάσαι τότε που δε μπορούσα να βγω από τη θάλασσα και με έβγαλες εσύ;» και στην συνέχεια με αγκάλιασε με φίλησε και μου έτριψε το κεφάλι μου (την καράφλα μου δηλαδή) προσθέτοντας «άχουτο! Σε αγαπώ μπαμπά μου!»
Να είστε όλοι καλά και τα παιδιά μας καλύτερα!



Κυριακή, 25 Φεβρουαρίου 2018

Τι χρωστάμε γιατρέ; Την αγάπη σας…

Το κείμενο που ακολουθεί είναι βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα και ειλικρινή αισθήματα!



Παρασκευή βράδυ. Η ώρα πλησιάζει δέκα και κοντεύω να συμπληρώσω 12ωρο στο ιατρείο. Από νωρίς το πρωί εξετάζω παιδάκια, με μια σύντομη ξεκούραση για φαγητό το μεσημέρι διάρκειας ούτε μιας ώρας. Τέλος της εβδομάδας, τέλος της ημέρας, και τα μωρά συνεχίζουν να έρχονται, μαζί με την φυσική κόπωση. Οι ιώσεις του χειμώνα προστέθηκαν στη τακτική παρακολούθηση και τους εμβολιασμούς, οπότε ο φόρτος εργασίας δοκιμάζει τις αντοχές.
Το πιτσιρίκι μπροστά μου είναι το καλύτερο βάλσαμο για την κούραση μου. Κάτι φουσκωτές μαγούλες και αμυγδαλωτά μάτια που φωτίζονται όταν καταφέρνω να του εκμαιεύσω ένα χαμόγελο, όπως κάθεται στην ποδιά της μάνας του. Ο πατέρας του, μου απευθύνεται στον ενικό, με μια οικειότητα που δε δικαιολογείται από τις μόλις 5 φορές που έχω εξετάσει το 17 μηνών νήπιο. Δεν τον αποπαίρνω, μια που προτιμώ την ανθρώπινη, άμεση, αν όχι φιλική, σχέση με τους γονείς στο ιατρείο. Έχουμε να παλέψουμε για την υγεία του παιδιού και σε αυτή τη μάχη πρέπει να είμαστε στο ίδιο στρατόπεδο. Οι γονείς είναι τα αυτιά και τα μάτια μου. Όσο πιο γλαφυρά και ολοκληρωμένα μου μεταφέρουν την εικόνα του άρρωστου παιδιού τους τόσο περισσότερο με βοηθούν, να εκτιμήσω σωστά το ιστορικό και τα συμπτώματα, για να τα παντρέψω στη συνέχεια με την κλινική εξέταση, ώστε με τις γνώσεις και με την πείρα μου να προσπαθήσω να βοηθήσω να γίνει καλά το παιδί τους.
Η περίπτωση μπροστά μου θαρρείς βγαλμένη από εγχειρίδιο παιδιατρικής. Νήπιο 17 μηνών, τους τελευταίους μήνες πηγαίνει σε παιδικό σταθμό και αρρωσταίνει με λοιμώξεις του αναπνευστικού μια ή ακόμα και δύο φορές το μήνα. Δε θηλάζει, οι γονείς καπνιστές και το μικρό κάθε περίπου δεκαπέντε με είκοσι μέρες, αρρωσταίνει. Άλλοτε για μια δυό μέρες και άλλοτε για 4-5 μέρες, ανεβάζει πυρετό, βήχει, έχει πολλές μύξες και μειώνεται η όρεξή του. Εννοείται ότι κάθε φορά εξετάζεται από ιατρό και οφείλει να εξετάζεται από παιδίατρο. Δυστυχώς, στο παραπάνω προφίλ, προστίθενται γονείς που είναι ελλιπώς ενημερωμένοι, ενώ δείχνουν έντονη δυσπιστία προς τους γιατρούς ή μάλλον πιο σωστά τους παιδίατρους. Θεωρούν πανάκια την αντιβίωση, δε διστάζουν να αρχίσουν από μόνοι τους εισπνεόμενα φάρμακα, ενώ θα χαρούν αν στη θεραπεία προσθέσεις και κορτιζόνη. Αντιμετώπιση που θυμίζει μάλλον μέτριο γιατρό ενηλίκων, παρά ενημερωμένο παιδίατρο. Άκρως συντηρητική προσέγγιση, όπου δε βασίζεσαι σε επιστημονικά δεδομένα αλλά στη λογική «δώσ΄τα όλα και ότι πιάσει».
Εξετάζω το μικρό και επιβεβαιώνω τις αρχικές μου υποψίες. Καθαρός πνεύμονας, μια χαρά αυτάκια, λίγο κόκκινος λαιμός με κάτι μικρές-μικρές άσπρες γραμμές. Ξοδεύω περισσότερη ώρα για να εξηγήσω γιατί δεν χρειάζεται κάποια άλλη θεραπεία εκτός από ξεκούραση, πολλά υγρά, μακάρι μάλιστα να είναι φυσικός χυμός πορτοκάλι, τακτικό καθάρισμα της μύτης και αντιπυρετικά. Τα συμπτώματα είχαν μόλις ξεκινήσει και ο πυρετός μόλις που συμπλήρωνε ένα εικοσιτετράωρο, οπότε είχαμε δρόμο μπροστά μας. Ένα κοινό κρυολόγημα μπορεί να κρατήσει μια εβδομάδα ή ακόμα και δέκα μέρες, ενώ συγκεκριμένο φάρμακο για τις ιώσεις του αναπνευστικού δεν έχουμε. Τους καθησύχασα ότι θα είμαι το Σαββατοκύριακο στο Ρέθυμνο, οπότε αν με χρειαστούν μπορούν να με βρουν στο τηλέφωνο. Ο πατέρας έκανε να με πληρώσει και τον σταμάτησα μια που το παιδί το είχα εξετάσει ξανά πριν μόλις μια βδομάδα. Οι γονείς μεροκαματιάρηδες που παλεύουν να αναθρέψουν το μικρό τους, δε μου πήγε η καρδιά να πάρω και πάλι αμοιβή. Με ευχαρίστησαν και έφυγαν.
Το απογευματινό ιατρείο της Παρασκευής τελείωσε λίγο πριν τις έντεκα το βράδυ. Κούραση μαζί με αγωνία για ένα παιδάκι μου που νοσηλευόταν στο νοσοκομείο με πυρετό και δεν είχαμε ξεκαθαρίσει την αιτία και τα πρώτα αποτελέσματα μιλούσαν για …AIDS! Ένα άλλο κοριτσάκι μου, το χτύπησε αυτοκίνητο και αφού νοσηλεύτηκε για λίγο στο νοσοκομείο μας, μεταφέρθηκε προληπτικά στο Ηράκλειο για παρακολούθηση. Η μητέρα του στο τηλέφωνο ακουγόταν ψυχολογικό ράκος, ευτυχώς όμως το παιδί ήταν καλά. Το άγχος για την υγεία των παιδιών μας, και δεν εννοώ εν προκειμένω τα βιολογικά μας παιδιά αλλά τα παιδιά του ιατρείου, το κουβαλάμε μαζί μας, δεν το αφήνουμε στο ιατρείο. Έγνοια, ειδικά για τα άρρωστα που δεν έχει ξεκαθαρίσει από τι πάσχουν αλλά και για εκείνα που πιστεύουμε ότι έχουμε βρει την αιτία του κακού. Πολλές φορές η εξέλιξη της αρρώστιας αλλάζει τα δεδομένα. Όπως έγινε και για το μικρό της ιστορίας μας.
Νωρίς το απόγευμα του Σαββάτου ο πατέρας, με την χαρακτηριστική οικειότητα, με παίρνει τηλέφωνο και μου λέει: «Έλα, Νίκο! Το παιδί συνεχίζει να κάνει πυρετό, η μάνα του, του άρχισε και εισπνεόμενη κορτιζόνη, όμως φαίνεται να ζορίζεται…». Δεν είχε νόημα να προσπαθήσω να κάνω ιατρική από το τηλέφωνο, ειδικά στην περίπτωση ενός γονιού που αναφέρει ότι το παιδί του δεν είναι καλά και ζορίζεται. Σε λίγη ώρα σμίγουμε και πάλι στο ιατρείο να χαζεύω τις αναψοκοκκινισμένες μαγούλες να μου γελάνε.
Όντως η εικόνα είχε αλλάξει. Το «χουρχούρισμα» σαν βράσιμο από το στήθος και το σφύριγμα στην εκπνοή ήταν ακροάσιμα χωρίς καν το στηθοσκόπιο. Παρόλα αυτά, το οξυγόνο ήταν φυσιολογικό, η κλινική εικόνα του παιδιού καλή και η εξέταση χωρίς άλλα παθολογικά ευρήματα εκτός από τον κόκκινο λαιμό. Για περισσότερη από μια ώρα, Σάββατο απόγευμα στο ιατρείο, μιλούσα με τους γονείς για αυτό που αντιμετωπίζαμε. Τους εξήγησα τι είναι η βρογχιολίτιδα, πως να ελέγχουν μετρώντας τις αναπνοές του παιδιού πόσο βαραίνει. Τους είπα ότι σύμφωνα με πρόσφατα δεδομένα τα εισπνεόμενα κάτω των δύο χρονών δεν είναι τόσο αποτελεσματικά, παρόλα αυτά καλά έκαναν και συνέχιζαν το βρογχοδιασταλτικό, ειδικά τη στιγμή που είχαν την αίσθηση ότι ανακουφίζει το παιδί.
Είπα ότι η εισπνεόμενη κορτιζόνη δεν έχει αξία στην οξεία φάση, μια που μέχρι να αρχίσει η δράση της, θα την έχουν σταματήσει γιατί θα είναι καλά το παιδί. Τόνισα, ότι η αντιβίωση δεν έχει καμία θέση στη θεραπεία, όμως επειδή πραγματικά επέμεναν τους είπα και τους έγραψα στο συνταγολόγιο μου, Κλαριθρομυκίνη για να μη νομίζουν ότι κουράζομαι να την γράψω. Η εμμονή τους με την αντιβίωση με έκανε να νιώθω ότι για κάποιο λόγο που δε μπορώ να φανταστώ, απέφευγα να τη χορηγήσω. Τους εξιστόρησα το τρόπο με τον οποίο ανακαλύψαμε την αντιβίωση. Πως ο Φλέμινγκ στην ουσία την «έκλεψε» από τους μύκητες και πως δε κάνει τίποτα παρά μόνο παρενέργειες στις ιώσεις. Από την άλλη με την αλόγιστη χρήση τους εκπαιδεύονται τα μικρόβια μας, αποχτούν ανθεκτικότητα και έτσι στην ουσία την αχρηστεύουμε. Δικαιολόγησα μάλιστα την επιλογή μου, μια που το παιδί είχε ήδη πάρει πρόσφατα αντιβίωση ευρέως φάσματος και τα μικρόβια την γνωρίζανε, ενώ η συγκεκριμένη θεωρείται ότι έχει μια ανοσορρυθμιστική δράση στο κατώτερο αναπνευστικό... Θα μου πείτε, τι κάθεσαι και εξηγείς; Δώσε εκεί ότι νομίζεις και άσε τους ανθρώπους να πάνε στο καλό. Δυστυχώς, δεν είναι τόσο απλό. Για να μπορέσει η αγωγή μου να φτάσει στον ασθενή μου, πρέπει να μεσολαβήσει ο γονιός, οπότε αν δεν τον πείσω, δεν πρόκειται η ιατρική μου να αγγίξει το παιδί. Από την άλλη, όπως ανέφερα και παραπάνω, ο γονιός είναι τα μάτια και τα αυτιά μου, οπότε αν δεν τον έχω ενημερώσει σωστά μπορεί να εκτιμήσει λάθος την κατάσταση του παιδιού. Για αυτό μέχρι και βίντεο από το site μου, με βρέφος με αναπνευστική δυσχέρεια τους έδειξα, μήπως και η εικόνα αλλάξει προς το χειρότερο. Οι συγκεκριμένοι δε γονείς, ήταν φανερό ότι είχαν ελλειπή ενημέρωση, μια που από τη μια είχαν ήδη αλλάξει τέσσερις διαφορετικούς παιδίατρους, συν τις φορές που αντιμετωπίστηκαν στο νοσοκομείο μόλις στους πρώτους δεκατέσσερις μήνες ζωής, όταν ήρθαν στο δικό μου το ιατρείο πρώτη φορά. Τι αφελής να νομίζω ότι έκτοτε εμπιστεύθηκαν σε εμένα την υγεία του μικρού τους!
Εδώ θα μου επιτραπεί μια παρένθεση. Είναι πολύ σημαντικό να περιστοιχίζεσαι από καλούς συναδέλφους. Το έχω αναφέρει πολλές φορές, με κάθε ευκαιρία, ότι στο Ρέθυμνο έχουμε καλούς και ηθικούς παιδίατρους. Όχι όλοι, όμως τόσο οι ιδιώτες όσο και οι νοσοκομειακοί, από αυτά που βλέπω και ακούω από άλλα μέρη, είναι σε ψηλό επίπεδο ιατρικής και ηθικής. Δεν είμαστε ίδιοι και για αυτό καλό είναι να επιλέγεις κάποιον που να σου ταιριάζει, όμως δε θα φύγεις από το Νίκο και θα πας στο Γιώργο για να ακούσεις τελείως διαφορετικά πράγματα. Η βρογχιολίτιδα είναι ιογενής και η αντιβίωση δεν έχει καμία θέση στην θεραπεία της, εκτός αν ανιχνευθεί κάποια επιπλοκή. Αυτή είναι βασική παιδιατρική γνώση και τουλάχιστον η πλειοψηφία των παιδιάτρων στο Ρέθυμνο την κατέχουν. Όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, τα παραπάνω οι συγκεκριμένοι γονείς τα είχαν ακούσει και άλλες φορές από τους άλλους παιδίατρους που βρέθηκαν στο δρόμο τους  όμως στο παρελθόν επέλεξαν να τους αγνοήσουν. Αυτή τη φορά φάνηκε να τους έπεισα γιατί μου είπαν ότι δε θα άρχιζαν την αντιβίωση χωρίς να επικοινωνήσουμε.
Η μακρόχρονη ενημέρωση, Σάββατο απόγευμα, δε θα μπορούσε να κλείσει χωρίς μια σύντομη αναφορά στο παθητικό κάπνισμα και στο κακό που έκανε το τσιγάρο όχι μόνο στους γονείς που είχαν ένα τόσο πολύτιμο θησαυρό να δίνει πλέον αξία και ιδιαίτερο νόημα στη ζωή τους, αλλά κυρίως στο μικρό τους, που κάπνιζε μαζί τους, ακόμα και αν δεν κάπνιζαν μέσα στο σπίτι.
Ο πατέρας προσφέρθηκε και πάλι να με πληρώσει, όμως του εξήγησα ότι η εξέταση ήταν συνέχεια της προηγούμενης και όταν μου υπενθύμισε ότι ούτε και για την προηγούμενη δεν είχα πληρωθεί του απάντησα ότι ο λόγος για τον οποίο δεν πληρώθηκα στην προηγούμενη ισχύει και για την σημερινή. Όσοι με γνωρίζετε έστω και λίγο, ή ακόμα και μόνο μέσα από τα γραφόμενά μου, θα ξέρετε ότι ποτέ δεν έχω κάνει αναφορά στην αμοιβή μου, όμως όπως θα διαπιστώσετε παρακάτω, στην συγκεκριμένη περίπτωση έχει ίσως τη δική του σημασία σχετικά με το πως αξιολογούν κάποιοι άνθρωποι τις προθέσεις σου.
Η Κυριακή πέρασε χωρίς να έχουμε κάποια επικοινωνία, την Δευτέρα όμως πρωί-πρωί το «Έλα Νίκο!» από τον άγνωστο κολλητό μου, ήταν από τα πρώτα τηλεφωνήματα που δέχθηκα. Ο μικρός συνέχιζε τον πυρετό και το βήχα. Ζήτησα λοιπόν να κάνουν μια Γενική Αίματος και μια εξέταση που ακούει στο ακρωνύμιο CRP και που μας βοηθά να ξεχωρίσουμε αν μια λοίμωξη είναι ιογενής ή μικροβιακή. Μάλιστα, ο πατέρας φάνηκε να περιμένει την εξέλιξη, γνωρίζοντας τι είναι η CRP. Λίγες ώρες αργότερα, το μικροβιολογικό εργαστήριο μου έστειλε τα αποτελέσματα. Επικοινώνησα άμεσα με τον πατέρα, τον ενημέρωσα ότι δεν ήταν κακές οι εξετάσεις (φυσιολογικά λευκά, καλός αιματοκρίτης), όμως επειδή η CRP άρχισε να αυξάνεται και τα λευκά, οι στρατιώτες μας να στρέφονται προς μικροβιακού τύπου, θα ήθελα και εγώ να ξεκινήσει το παιδί αντιβίωση, την Κλαριθρομυκίνη που του είχα ήδη από το Σάββατο υπολογίσει. Μάλιστα, επειδή ο πατέρας οδηγούσε, θεώρησα σωστό να του στείλω το όνομα του φαρμάκου και τη δόση με μήνυμα στο κινητό του. Με ρώτησε αν θα είμαι στο ιατρείο το απόγευμα για να του συνταγογραφήσουμε τις εξετάσεις και του απάντησα θετικά. Μέχρι εδώ όλα μοιάζουν να πηγαίνουν καλά, όμως η πραγματικότητα ήταν τελείως διαφορετική.
Η Δευτέρα πέρασε και παρόλο που έχω πρωί-απόγευμα ιατρείο, οι γονείς δεν επικοινώνησαν ξανά. “No news, good news” είναι ο κανόνας με εμάς τους γιατρούς. Η αλήθεια είναι ότι και το άλλο παιδί, αυτό που φοβόμασταν ότι είχε AIDS, ήταν καλά. Ο δεύτερος έλεγχος ήρθε να διαψεύσει τον πρώτο και η αγαλλίαση ήρθε να πάρει τη θέση της αγωνίας. Δυστυχώς, τα πράγματα δεν ήταν το ίδιο καλά σχετικά με τον μικρό μου με τις φουσκωτές μαγούλες.
Την επόμενη το πρωί ο πατέρας μίλησε με τη γραμματέα μου για να έρθει να γράψουμε τις εξετάσεις. Φτάσαμε λοιπόν να είναι μεσημέρι Τρίτης πλέον, κάτι μετά τις 2 και ότι αποχαιρετούσα το τελευταίο μου παιδάκι για το πρωινό, το κινητό μου χτυπά και η γνωστή οικειότητα από τον σχεδόν άγνωστο πατέρα με αιφνιδιάζει…
- Έλα Νίκο, στο ιατρείο είσαι;
- Ότι ξεπροβοδίζω το τελευταίο παιδί…
- Θα είσαι εκεί το απόγευμα;
- Τρίτη απόγευμα δεν έχω ιατρείο… γιατί τι έγινε;
- Τίποτα, απλώς ήθελα να σου στείλω να δεις κάτι εξετάσεις του μικρού…
- Μα τις είδα τις εξετάσεις..
- Όχι αυτές, άλλες που κάναμε χθες στο νοσοκομείο…
- Πήγατε χθες στο νοσοκομείο;!!
Ρωτάω με απορία, μια που την προηγούμενη είχα πρωί-απόγευμα ιατρείο και πέραν της τηλεφωνικής επικοινωνίας το μεσημέρι για να δώσω τις οδηγίες για την προσθήκη της αντιβίωσης στην θεραπεία, δεν ξαναμιλήσαμε. Αυτή η εξέλιξη μου καθιστά σαφές ότι, αν μη τι άλλο η εμπιστοσύνη, αλλά και η επαφή έχει χαθεί.
- Ναι! Που μπορώ να σου στείλω φωτογραφία τις εξετάσεις ; Έχεις viber;
- Ναι.. απαντώ
Περνάνε λίγα λεπτά και στην οθόνη του κομπιούτερ μου προβάλει η εικόνα ενός παιδιού σε νοσοκομειακό κρεβάτι να φοράει μια μάσκα παροχής οξυγόνου και στο χεράκι του να διακρίνεται το ταβλάκι που χρησιμοποιούμε προκειμένου να σταθεροποιήσουμε την φλέβα για τον ορό.
- Ο μικρός είναι αυτός;
Δεν προλαβαίνω να ολοκληρώσω την φράση μου και ένας απίστευτος οχετός από βρισιές, κατάρες και ουρλιαχτά ξεχύθηκαν από το ακουστικό. Ανάμεσα από ομολογώ ευφάνταστες, μοναδικές θα έλεγα, βωμολοχίες που με κοσμούσαν εμένα και την οικογένεια μου, εκσφενδόνιζε απειλές για το πως θα με καταντήσει έτσι όπως εγώ κατάντησα το παιδί του, και πως θα μου κλείσει το «μαγάζακι» μου, υποθέτω ότι εννοούσε το ιατρείο μου, μια που θα μου έκανε μήνυση! Οι δικές μου απορίες για το τι έγινε; Για το για ποιο λόγο με κατηγορούσε.. δε ξέρω αν εισακούστηκαν, πάντως σίγουρα δεν απαντήθηκαν ποτέ..
Δεν πρέπει να πέρασε μισό λεπτό, αν και ο χρόνος έμοιαζε να διαστέλλεται καθώς η αγωνία μου για το παιδί συνδυαζόταν με τα ανάμικτα συναισθήματα που γεννούσαν οι εκφράσεις του προσώπου της βοηθού μου που άκουγε εμβρόντητη την οργή που ξέβραζε το ακουστικό του τηλεφώνου και έμοιαζε να αντανακλά τα δικά μου αισθήματα. Το τηλέφωνο έκλεισε το ίδιο βίαια με τον τρόπο που ξεκίνησε η έκρηξη. Λες και ένα μπουρίνι θυμού εκτονώθηκε με έναρξη και τέλος, σχεδόν προγραμματισμένο, από έναν ψυχρό εκτελεστή ταγμένο στην εκδίκηση για την αδικία που του έγινε. Τη μια στιγμή μου μιλούσε ήρεμα, φιλικά θα τολμούσα να πω, για να εκραγεί ξαφνικά στην συνέχεια.
Άρπαξα το τηλέφωνο και κάλεσα αμέσως το νοσοκομείο. Η συνάδελφος που μου απάντησε, έμπειρη παιδίατρος, έπεσε από τα σύννεφα. Με ρωτούσε αν μιλάμε για το ίδιο παιδί, μια που όντως νοσηλευόταν παιδί με το συγκεκριμένο όνομα, όμως είχε μια τυπική βρογχιολίτιδα που χρειαζόταν απλώς υποστήριξη γιατί είχε βαρύνει. Μάλιστα μου λέει, κρατήσαμε την αντιβίωση που είχες αρχίσει, αναφέροντας μου το όνομα άλλου αντιβιοτικού, ενός που δεν είχα χορηγήσει εγώ, μια που το ίδιο σκεύασμα το είχε πάρει πριν από σύντομο χρονικό διάστημα και πίστευα ότι δε θα είχε αποτέλεσμα. Η συνάδελφος με αφορμή την επικοινωνία μας με ρώτησε πως και έδωσα αντιβίωση στη βρογχιολίτιδα; Απορούσε μήπως είχα ακούσει κάπου εντοπισμένα ακροαστικά που θα έθεταν την υποψία της πνευμονίας; Γιατί κατά τα λοιπά το παιδί δεν είχε κάτι το ιδιαίτερο και τα εργαστηριακά του δεν ήταν τόσο επηρεασμένα. Τι να απαντήσω; Ότι συμφωνώ, απλά ήθελα να βοηθήσω το κατώτερο αναπνευστικό αλλά και να ηρεμήσω λίγο τους γονείς. Αφού και εγώ δεν ένιωθα σίγουρος για την αξία της αντιβίωσης στη συγκεκριμένη περίπτωση. Στο νοσοκομείο  συνέχισαν την αντιβίωση αφενός γιατί είχε ήδη αρχίσει να την πίνει και αφετέρου επειδή ίσως κάτι φαινόταν στην ακτινογραφία, την γεμάτη εκκρίσεις… Τέλος πάντων, τουλάχιστον το παιδί δεν ήταν βαριά και αυτό ήταν το σημαντικό.
Τώρα θα σκεφτείτε για ποιο λόγο αυτός ο άνθρωπος φέρθηκε έτσι; Προσπάθησα να τον ξαναπάρω τηλέφωνο αμέσως, για να τον ρωτήσω ακριβώς αυτό, όμως δε μου απάντησε ποτέ! Τα κορίτσια στο ιατρείο ανησύχησαν. Θέλανε να φύγουμε όλοι μαζί, μη γνωρίζοντας τι θα έκανε ο θυμωμένος πατέρας. Φύγαμε όντως όλοι μαζί και εγώ επικοινώνησα με δικηγόρο φίλη, μια που στα είκοσι χρόνια ασκούμενης παιδιατρικής, δε μου είχε συμβεί κάτι παρόμοιο. Όταν η δικηγόρος άκουσε για την ξεκάθαρη απειλή για μήνυση γέλασε και προσπάθησε να με καθησυχάσει. Δε μπορούσε να φανταστεί για τι πράγμα θα μπορούσε να με κατηγορήσει, γιατί μήνυση επειδή δεν έδωσα αντιβίωση της φαινόταν τουλάχιστον αστεία. Παρόλα αυτά, επειδή ο καθένας μπορεί να κάνει μήνυση για ότι του έρθει στο μυαλό, δε μπορούσε να αποκλείσει την πιθανότητα. Στο υποθετικό λοιπόν σενάριο, της πραγμάτωσης της απειλής, μια που όπως επέμενα η αντίδραση του συγκεκριμένου πατέρα, ξεπερνούσε τα όρια της λογικής, η συμβουλή της θα έπρεπε να είναι, να μείνω στην αφάνεια για τουλάχιστον 24ωρο για να αποφύγω πιθανή σύλληψή μου. Στις διαμαρτυρίες μου για το δίκιο μου, για το ότι δεν είχα κάνει τίποτα κακό και σίγουρα τίποτα για το οποίο θα έπρεπε να ντρέπομαι και να κρύβομαι, η πραγματικότητα για την οποία με διαβεβαίωνε η δικηγόρος φίλη ήταν ότι αν τολμούσα να πάω εγώ στην αστυνομία, αργά πλέον μεσημέρι για να καταθέσω παράπονο, εφόσον είχε πραγματοποιήσει την απειλή του, οι αστυνομικοί θα ήταν υποχρεωμένοι να με κρατήσουν στο τμήμα μέχρι την επόμενη, όταν ο εισαγγελέας θα με παραπέμψει σε δίκη όπου θα αθωωθώ.. Μα η Ελένη εφημερεύει; Τα παιδιά μου με ποιόν θα μείνουν; Αύριο έχουν σχολείο… τι να τους πω; Συνέλαβαν άδικα τον πατέρα τους και σύντομα η δικαιοσύνη θα λάμψει; «Για αυτό» μου λέει η φίλη δικηγόρος, «αν πιστεύεις ότι μπορεί να σου έχει κάνει μήνυση, κανονικά οφείλω να σε συμβουλέψω να μη πας ούτε αύριο στο ιατρείο, μια που αν τα πράγματα είναι τόσο τρελά όσο τα περιγράφεις, ο συγκεκριμένος πατέρας, μπορεί να παρουσιαστεί στο ιατρείο και να ζητήσει να έρθουν επιτόπου οι αστυνομικοί για να σε συλλάβουν!...». Να διακόψω δηλαδή το ιατρείο μου, να εγκαταλείψω τα παιδιά που εξετάζω, μαζί με τους γονείς που με εμπιστεύονται και με αγαπούν, για να πάω στο τμήμα και πιθανά και πάλι να παραμείνω στο κρατητήριο, ώστε την επομένη να παραπεμφθώ σε δίκη.
 Ένα τεράστιο «ΓΙΑΤΙ» άναψε στο μυαλό μου. Μια διαρκής εναλλαγή απορίας, θυμού, αίσθημα αδικίας, οργής, λύπης και απογοήτευσης.. Μόνο τα μάτια και οι μαγούλες του μικρού που θυμόμουν με ανακούφιζαν λίγο, μια που μόνο σε αυτόν ήμουν υπόλογος και για εκείνον έχω τη συνείδησή μου ήσυχη ότι έκανα ότι καλύτερο μπορούσα.. Αναρωτιόμουν πικραμένος, οι καπνίζοντες γονείς, που αναγκάζονται για να βιοποριστούν να τον στείλουν σε παιδικό σταθμό από τόσο μικρό, χωρίς μάλιστα να θηλάζει, αυτοί οι άνθρωποι τους οποίου συμπόνησα και ήθελα να βοηθήσω, που ξοδεύουν σε τσιγάρα, σε γιατρούς ( μάλλον έχουν παρεξηγήσει το να τα φας στους γιατρούς με τη πληρωμή παράβολου για μήνυση και στην πορεία δικηγόρου, εκτός αν το θεωρούν επένδυση),  οι παρασυρμένοι από γιατρό τον οποίο εκείνοι επέλεξαν και όχι εμένα, που φόρτωσαν το νήπιο με αντιβίωση, ακτινοβολία από ακτινογραφίες (η 2η ή η 3η μέσα σε τρεις μήνες σε τόσο μικρή ηλικία), μπορούσαν να πουν το ίδιο κοιτώντας τον καθρέφτη. Όμως ακόμα και έτσι να ήταν, να εμπιστεύονταν τον γιατρό που τους συμβούλεψε για την βρογχιολίτιδα να αρχίσουν άμεσα Αμοξυκιλίνη με Κλαβουλανικό, εισπνεόμενη κορτιζόνη και ένα σωρό άλλες ανυπόστατες παιδιατρικά επιλογές, εγώ τι τους έφταιγα; Επειδή εφαρμόζω την ιατρική που εφαρμόζω στα παιδιά μου και στο δικό τους παιδί; Επειδή χαίρομαι που το Χαρουλάκι μου στα δώδεκά της χρόνια δεν έχει χρειαστεί να πάρει ούτε μια φορά αντιβίωση, ενώ δε μετανιώνω για καμία από τις τέσσερις φορές που χρειάστηκε να δώσω αντιβίωση στον Ερμούλη μου, κάθε φορά στοχευμένα και  επιστημονικά αιτιολογημένα; Υποχρέωσα κάποιον να με εμπιστευτεί; Δεν ήμουν εκεί όποτε με χρειάστηκαν;
Δυστυχώς, ενώ όταν κάτι καλό τύχει σε καλό άνθρωπο μπορεί να προκύψει τελικά κάτι καλό, όπως το «Χαμόγελο του παιδιού», όταν  κάτι κακό τύχει σε κάποιον κακό άνθρωπο, τότε το κακό πολλαπλασιάζεται. Ο μόνος τρόπος για να κατανοήσω τον τρόπο σκέψης αυτού του είδους ανθρώπων είναι η ιστορία που έχω και στο παρελθόν γράψει για το σκορπιό και τον βάτραχο.
Μια φορά και έναν καιρό, ήταν ένας βάτραχος τροφαντός-τροφαντός, που ζούσε σε μια λίμνη!
Όταν ξεκίνησε μια μεγάλη φωτιά να καίει την μία πλευρά της λίμνης, αποφάσισε να κολυμπήσει μέχρι την απέναντι όχθη για να σωθεί. Πηδώντας, πλησίασε το νερό και την στιγμή που ήταν έτοιμος να βουτήξει, ακούει μια φωνή να του φωνάζει: «κυρ βάτραχε, περίμενε, περίμενε!». Γυρίζει και αντικρίζει ένα μαύρο σκορπιό να του φωνάζει «σε παρακαλώ, πάρε με μαζί σου στην πλάτη σου…».
«Δεν τρελάθηκα ακόμη, αν σε αφήσω να με πλησιάσεις, θα με τσιμπήσεις…» απάντησε και ετοιμάστηκε να βουτήξει. «Σε παρακαλώ, είσαι μεγάλος και αντέχεις να μας μεταφέρεις και τους δύο απέναντι, αν με αφήσεις εδώ θα καώ…». Το σκέφτηκε λίγο ο βάτραχος, τον ίδιο τόπο μοιραζόμαστε και αγαπάμε, λυπάμαι να τον αφήσω να καεί. Άλλωστε δεν ξέρει κολύμπι και δεν τον παίρνει να με σκοτώσει γιατί με χρειάζεται… Δίνει μια λοιπόν, βουτά στο νερό και πλησιάζοντας στην όχθη, προσφέρει την ράχη του στον σκορπιό, και εκείνος ανεβαίνει.
Μόλις που γλίτωσαν τις φλόγες, και κολυμπούσαν προς την σωτηρία. Κάπου στην μέση της λίμνης, ο σκορπιός σηκώνει την ουρά του και χτυπά δυνατά με το κεντρί του τον βάτραχο. Μετά τον πόνο, ο βάτραχος άρχισε να μουδιάζει και να μην μπορεί να κολυμπήσει. Όπως λοιπόν βυθιζόντουσαν προλαβαίνει και εκφράζει την απορία του προς το σκορπιό, «γιατί το έκανες αυτό, δεν ξέρεις να κολυμπάς και τώρα θα πνιγείς και εσύ μαζί μου…», για να τον ακούσει να απαντάει:
«Λυπάμαι, είναι η φύση μου…»
Σε επικοινωνία με συνάδελφο που είχε την ατυχία να φροντίσει τον μικρό πριν αποφασίσουν να δοκιμάσουν ιατρικά και εμένα, μου μετέφερε επί λέξη: «σαν να την βλέπω μπροστά μου τώρα την μάνα, εγώ θα δώσω Augmentin, αν δε μου το υπολογίσεις θα το δώσω μόνη μου!». Από αυτό που έζησα, είμαι σίγουρος ότι έτσι ακριβώς θα έγινε. Αναρωτιέμαι όμως τι μπορεί να σκέφτονται αυτοί οι γονείς, αν πραγματικά δεν πίστευα στην ορθότητα της ιατρικής μου αντιμετώπισης, γιατί να ξοδέψω τόσο από τον χρόνο μου, Παρασκευή Σάββατο και Δευτέρα; Τι είχα να κερδίσω εκτός από την ικανοποίηση ότι βοήθησα άλλο ένα παιδί που με χρειαζόταν;
Αγαπημένοι μου φίλοι προσπάθησαν να με αποτρέψουν από το να δημοσιοποιήσω αυτές μου τις σκέψεις! Ο πονεμένος γονιός έχει πάντα δίκιο στα μάτια της κοινής γνώμης. Ο καθένας θα ταυτιστεί μαζί του, και δε θα νοιαστεί για το πως φέρθηκε. Τη στιγμή που ο άνθρωπος πονά για το παιδί του, κανείς δε καταλογίζει πιθανές ευθύνες του ίδιου του γονιού, πόσο δε μάλλον να τον κατηγορήσει για το κακό ή τι συνέπειες μπορεί να έχουν οι πράξεις του σε τρίτους. Όταν γύρισα να πω ότι προτίθεμαι να κάνω και εγώ μήνυση στον συγκεκριμένο γονιό, η απάντηση ήταν τζάμπα θα ξοδέψεις χρήματα και χρόνο. Θα εμφανιστεί μπροστά στο δικαστή, το πιθανότερο θα ζητήσει συγνώμη δικαιολογώντας τις πράξεις του με τον πόνο που του προκάλεσε η ασθένεια του παιδιού του και θα αθωωθεί.
Δε θα έκανα σε καμία περίπτωση κάτι μέχρι να γίνει καλά το παιδί. Δε θα ήθελα να βρεθεί ένα παιδί στο νοσοκομείο με τον πατέρα του στο αυτόφωρο, κάτι που δε πρέπει να απασχόλησε ιδιαίτερα τον συγκεκριμένο πατέρα, μια που όπως πληροφορήθηκα, όταν λίγες μέρες μετά πήγα στην γραμματεία του εισαγγελέα, όντως μου έκανε μήνυση και είχα κινδυνεύσει εγώ να βρεθώ στο κρατητήριο! Το περιεχόμενο της μήνυσης, για ποιο λόγο δηλαδή με κατηγορεί αυτός ο άνθρωπος, ακόμα δε το ξέρω. Περιμένω να με καλέσει ο εισαγγελέας για να μου απαγγείλει τις κατηγορίες. Όμως, ένα ξέρω, δε πρόκειται να το αφήσω έτσι! Θυμώνω όταν την ευγένεια κάποιοι την εκλαμβάνουν ως αδυναμία. Θα κάνω ότι μπορώ ώστε να αποδείξω πως εννοώ τις λέξεις όταν κλείνω τα κείμενά μου με την ευχή…
Να είστε όλοι καλά και τα παιδιά μας καλύτερα!