Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2008

Τα χελιδόνια φεύγουν, τα "σχολιαρόπουλα" έρχονται





Το φθινόπωρο φέτος, θυμίζει κάτι από τα παλιά.
Πρωτοβρόχια και μυρωδιά από νοτισμένο χώμα, με φόντο έναν μουντό συννεφιασμένο ουρανό. Αλλάζουν οι οσμές και τα χρώματα. Το πράσινο δίνει την θέση του στο καφέ.
Οι αναμνήσεις με κατακλύζουν καθώς χαζεύω το Ρέθυμνο να αλλάζει πρόσωπο. Τα βιβλιοπωλεία ξεχείλισαν από πιτσιρίκια που ψωνίζουν τα χαρτικά τους. Σχεδόν μυρίζω την καινουγρίλα από τα μολύβια και τις γόμες. Οι φοιτητές επιστρέφουν ή πρωτοέρχονται στην πρώτη τους προσωπική κατοικία. Οι τουρίστες λιγοστεύουν και τα μπαράκια δίνουν την θέση τους στα ρακάδικα.
Πότε πρόλαβα από την Άνοιξή μου, να περάσω στο Καλοκαίρι και τώρα να προχωρώ καλά μέσα στο Φθινόπωρό μου; Έρχεται η συνειδητοποίηση μιας άλλης Άνοιξης, αυτής των βλασταριών μου, να απαλύνει την νοσταλγία.
Μιας Άνοιξης που ανθίζει μέσα στο φθινόπωρο.
Στο σπίτι μας «εισβάλουν» τσάντες, μαρκαδόροι που βγαίνουν με νερό και παγουρίνια. Η εποχή στο ημερολόγιο αλλάζει και βρίσκει τα μικρά μου, να περπατούν, με μικρές τσάντες στον ώμο, για το σχολείο… Βλέπετε, είμαστε κοντά δυόμιση χρονών και ξεκινήσαμε τον παιδικό σταθμό.
Φορτώσαμε στην τσάντα μας από μια αλλαξιά ρούχα (για κάθε περίπτωση, μια που δεν φοράμε πια πάνες…), το αγαπημένο μας παγουρίνι με νερό και ένα παιχνίδι, έτσι για συντροφιά και παρηγοριά. Να έχουν κάτι που να τους θυμίζει άμεσα το σπίτι τους.
Την πρώτη εβδομάδα, είχαμε την φάση της …εξοικείωσης.
Ξεκίνησαν με ανυπομονησία για αυτό το περίφημο «σχολείο», με το οποίο τα ενθουσιάζαμε εδώ και περισσότερο από ένα μήνα. Όπως το είχαμε προσχεδιάσει, πέτυχαν τα παιδιά του τμήματος τους, στο διάλλειμα να παίζουν στην αυλή. Δεν άργησαν να απορροφηθούν από το παιχνίδι.
«Φύγετε, και ξαναελάτε σε καμιά ώρα.» λέει η νηπιαγωγός, καθώς βλέπει ότι οι φόβοι της καλής μου, ήταν τελείως αβάσιμοι.
Έτσι και έγινε. Είχαν τα τηλέφωνά μας, για να μας πάρουν αν κάτι προέκυπτε. Δεν προέκυψε όμως τίποτα. Το αντίθετο μάλιστα. Μια ώρα αργότερα, όταν πήγε να τα πάρει η μητέρα τους, είχε περισσότερο την αίσθηση ότι τα ενοχλούσε, διακόπτοντας το παιχνίδι τους.
Την επόμενη μέρα, οι ώρες προσαρμογής έγιναν δύο. Μάλλον τότε, αγγίξαμε τα όρια του Ερμή, γιατί παρόλο που έπαιζε ευδιάθετος, μόλις αντίκρισε την μαμά του, έτρεξε πήρε την τσάντα του φωνάζοντας «έλα Χουλούνα, η μαμά!» (όπου «Χουλούνα» βλέπε Χαρούλα).
Την τρίτη μέρα τα παιδιά τα πήγε η Μαρία, η κυρία που μας τα φρόντιζε τα πρωινά και που τώρα αναλαμβάνει τα απογεύματά μας. Ο Ερμής άρχισε τις ενστάσεις «όχι χιλίο(σχολείο), πάρκο! Όχι χιλίο(σχολείο), πάρκο» με την μικρή «σπασίκλω» να αντιτείνει «όχι πάρκο, χιλίο(σχολείο)! Όχι πάρκο, χιλίο(σχολείο)!»
Πέρασαν και οι τρεις ώρες προσαρμογής. Αν και στην αρχή ο Ερμής έκλαιγε, πολύ γρήγορα ενσωματώθηκε στην ρουτίνα και απολάμβανε τις δραστηριότητες. Η μικρή μου, από την άλλη, λες και γεννήθηκε για το «σχολείο».
Μετά τις πρώτες μέρες εξοικείωσης, ήρθε ο καιρός για το μεγάλο βήμα.
Δευτέρα πρωί, η Μαρία δεν θα ερχόταν στις 8:00, αλλά στις 3:00 το μεσημέρι. Αφού ήπιαμε το γάλα μας, ντυθήκαμε και φορτωθήκαμε τις τσάντες μας. Ήμασταν για φωτογραφία. Η μόνη «παραφωνία» οι ενστάσεις του μικρού μου.
«Δεν θέλω χιλίο(σχολείο)!» διαμαρτυρόταν ακολουθώντας μας, με στυλ τραβάτε και ας κλαίω. Είχαμε την πλάκα μας. Μια ιδιόμορφη έκδοση των Dalton… εγώ να κρατάω από το χέρι τον Ερμή που διαμαρτυρόταν και η μαμά, με την «Χουλούνα» που έδειχνε ενθουσιασμένη αντιτείνοντας στη γκρίνια του Ερμή «Θέλω χιλίο(σχολείο)».
Το μεσημέρι, τα παιδιά τα πήρε από το σχολείο η μαμά τους. Ο μικρός κατά περιόδους μας αναζητούσε, μόλις όμως ξεκινούσε κάποια δραστηριότητα συμμετείχε με ενθουσιασμό. Η μικρή, τους εντυπωσίασε όλους με την αυτονομία της. Έφαγαν κιόλα!
Η καινούργια καθημερινότητα, συνεχίστηκε με την μεσημεριανή σιέστα. Τα μωρά μου, εξουθενωμένα από το γεμάτο δράση πρωινό, κοιμήθηκαν κοντά στις δύο ώρες. Μετά από την απογευματινή βόλτα ήρθε η μοναδική ρουτίνα των τελευταίων εβδομάδων που με τίποτα δεν θα θέλαμε να αλλάξει. Αυτή του βραδινού ύπνου. Αφού κάναμε τα μπάνια μας, ήπιαμε το γάλα μας, εισπράξαμε την καλύτερη αμοιβή για τους κόπους της ημέρας. Δύο γλυκά φιλάκια από το καθένα και μια υπέροχη «καληνύχτα».
Κάθε μέρα που περνά, οι διαμαρτυρίες του μικρού μου περιορίζονται. Δεν διαπραγματευόμαστε ούτε λεπτό, τον ενθουσιασμό που προσπαθούμε να τους εμφυσήσουμε. Ακόμα και όταν βουρκώνει ο μικρός μου, στο κατώφλι του παιδικού, και νιώθω την καρδούλα του να χτυπά σαν τρελή στο στήθος του, τα φιλώ στα πεταχτά και φεύγω αφήνοντας τα στην παρέα των … «συμμαθητών τους».
Μια φορά έκανα το λάθος και έπιασα την κουβέντα στην πόρτα με την δασκάλα τους και άκουγα τα κλάματα του Ερμή, για πολλά ατελείωτα βήματα, όπως έφευγα. Καλύτερα να μην «μπερδεύουν» τους χώρους και τους ρόλους. Στο σχολείο δεν είναι με τον μπαμπά ή την μαμά, είναι με τα άλλα παιδάκια-συμμαθητές τους και τις δασκάλες-νηπιαγωγούς τους.
Θυμάμαι την ιστορία μιας φίλης που στενοχωριόταν επειδή ο μικρός της μόλις τον πήγε στο σταθμό εγκλιματίστηκε λες και είχε φτιαχτεί για τον παιδικό.
«Σαν να βρήκε την ευτυχία του. Λες και στο σπίτι τον …βασανίζουμε… Έριξα όλο το δάκρυ και για τους δυό μας!» μου παραπονιόταν.
Είμαστε άπεχτοι εμείς οι γονείς! Όταν κλαίει, «γιατί κλαίει, μήπως του δημιουργήσουμε ψυχολογικό τραύμα;». Όταν δεν κλαίει «γιατί δεν κλαίει, μήπως δεν μας αγαπάει;»
Για να γυρίσουμε στην δική μας ιστορία, τα πράγματα αντιστράφηκαν την δεύτερη εβδομάδα, με τα δίδυμα σταδιακά να αλλάζουν ρόλους. Ο μικρός Ερμής συνέχισε να μειώνει τις διαμαρτυρίες του. Σε αντίθεση με την Χαρούλα που ξεκίνησε την επανάστασή της με μια βδομάδα καθυστέρηση.
Κατεβαίναμε πρωί-πρωί ντυμένοι στολισμένοι, με τις τσαντούλες μας στον ώμο και ξαφνικά άρχιζε «αγκαλιά μπαμπά.. αγκαλιά μπαμπά!», μπαίνοντας μπροστά από τα πόδια μου, κλείνοντας μου το δρόμο, κρεμασμένη από το μπατζάκι μου. Στην αρχή την πάτησα και την πήρα αγκαλιά. Γρήγορα όμως συνειδητοποίησα ότι η μικρή μου, με τον δικό της τρόπο, μου έδειχνε ότι τελικά ούτε εκείνη δεν θέλει «χιλίο»(σχολείο). Κάπου το είχα διαβάσει, τα παιδιά που στην αρχή ενθουσιάζονται με τον παιδικό σταθμό, ενδέχεται σύντομα να αλλάξουν άρδην την άποψή τους. Μπορεί στην αρχή να είχαν ενθουσιαστεί στην ιδέα, νομίζοντας ότι θα πάνε σε κάποιο παιδότοπο ή πάρκο. Στην πορεία όμως, συνειδητοποιούν ότι βρίσκονται σε κάποιο χώρο, μακριά από τους γονείς τους για κάποιες ώρες. Το τελευταίο είναι που δεν τους αρέσει. Ακόμα και αν διασκεδάζουν όσο είναι εκεί. Στο προστάδιο, αυτό της διαδρομής προς τον παιδικό, η ιδέα του αποχωρισμού, τα στενοχωρεί.
Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με την γυναίκα που μας βοηθά στο σπίτι. Όσο είμαστε εμείς εκεί, γκρινιάζουν, φωνάζουν, κάνουν ζημιές. Με λίγα λόγια, μας διεκδικούν. Μόλις φύγουμε, μεταμορφώνονται. Παίζουν ήρεμα με τα παζλ, τα κουκλάκια τους, χαζεύουν DVD, τραγουδάνε τραγουδάκια χτυπώντας τα πλήκτρα του πιάνου. Είναι λογικό. Όταν μπορούν να έχουν την αγκαλιά της μαμάς ή του μπαμπά δεν συμβιβάζονται για τίποτα λιγότερο. Και καλά κάνουν. Όπως καλά θα κάνουμε να το συνειδητοποιήσουμε και εμείς.
Μόλις φτάνουμε στον παιδικό, δεν τους βάζουμε σε δίλημμα. Τα χαιρετάμε και τα εμπιστευόμαστε στην αγκαλιά του σχολείου τους.
Η Χαρούλα, μετά από μια δυό μέρες κρεμασμένη από το χέρι μου, για ένα μέρος της διαδρομής, κατάλαβε ότι δεν έχει να κερδίσει τίποτα, και το πήρε και αυτή απόφαση.
Ήδη, διανύουμε την τέταρτη εβδομάδα παιδικού σταθμού και κάθε σήμερα είναι και καλύτερα. Αν εξαιρέσουμε την κακοφωνία του βήχα και της μύξας, που αποκτήσαμε ακόμα δεν αρχίσαμε, όλα τα άλλα, ο ύπνος, η όρεξη για φαγητό και για παιχνίδι είναι καλύτερα.
Το κρυολόγημα το περίμενα. Το λέω στο ιατρείο στους γονείς που ξεκινούν παιδικό και ως συνήθως, ότι λέω στο ιατρείο το …λούζομαι στο σπίτι. Περισσότερα όμως σε επόμενο ποστ.
Κάτι σε στυλ “to be continued…”.

Να είστε όλοι καλά, και τα παιδιά μας καλύτερα.

Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2008

Όνειρο ή εφιάλτης; η προστασία της αγέλης...

Οι μπαταρίες μας σιγά-σιγά γεμίσανε. Ο παππούς και η γιαγιά, μας προσφέρανε ουσιαστική βοήθεια. Ο ύπνος μας αυξήθηκε και πλέον φιλοξενεί και όνειρα. Όνειρα με φίλους, νέους και παλιούς, μικρούς και μεγάλους. Άρωμα από το χθες, χαρμάνι με γεύσεις από το σήμερα. Καταχώρηση των αναμνήσεων, εμπειριών και αγωνιών. Όνειρα! Όνειρα, μερικές φορές και εφιάλτες… Με σημαντικότερους πρωταγωνιστές όλων, τα παιδιά μου.
Είναι βράδυ και ο Ερμούκος ψήνεται στον πυρετό. Το 40 όχι μόνο το αγγίξαμε, το ξεπεράσαμε. Η μυτούλα είχε υγρανθεί τις τελευταίες μέρες και η φωνούλα του είχε βραχνιάσει περισσότερο από το συνηθισμένο. Σχεδόν, περίμενα τον πυρετό, τον πιο παρεξηγημένο μας σύμμαχο. Εγώ είμαι αυτός που λέω στους γονείς να μην βιάζονται να στερήσουν από τα παιδιά τους ένα σημαντικό μέρος της άμυνας τους. Να μην βιάζονται στο 38 και κάτι, σε ένα παιδί σε καλή γενική κατάσταση, που παίζει, τρώει και απλά φαίνεται ζεστό, να του δίνουν αντιπυρετικό.
Ο μικρός μου όμως φλέγεται κυριολεκτικά! Ξεπέρασε από ώρα το όριο των 39οC, πάνω από το οποίο δίνουμε πάντα αντιπυρετικό και όχι μόνο δεν είναι σε καλή γενική κατάσταση, αλλά μου μοιάζει και συγχυτικός. Η αναπνοούλα του σφυρίζει.
Πόση ώρα πέρασε από όταν ήπιε το αντιπυρετικό! Δέκα, είκοσι λεπτά, μισή ώρα; Και το ρολόι δεν κουνάει, σαν να έχει κολλήσει το καταραμένο! Το κρύο νερό στο κεφαλάκι του λίγο τον ανακουφίζει. Μέχρι και ξιδόνερο δοκιμάσαμε! Σειρά έχει το ντους με δροσερό νερό! Η κρίση μου αρχίζει να αλλοιώνεται από την αγωνία του πατέρα. Λες και τη λιώνει ο πυρετός…
Η καρδούλα στο στήθος του χτυπά με φρενήρη ρυθμό. Σαν τύμπανα που αντηχούν σε όλο το δωμάτιο. Ή μήπως είναι η δική μου καρδιά, ζαλισμένη από την αγωνία…
Όλα έμοιαζαν με ίωση του ανώτερου αναπνευστικού. Ένα κοινό κρυολόγημα. Η καταρροή, ο βήχας, η βραχνάδα με το σφύριγμα στην αναπνοή, ο πυρετός… Ο μικρός μου δυσκολεύεται να αναπνεύσει… Σφυρίζει, και μόνο καθιστός μπορεί να ανασάνει, γέρνοντας ελαφρά προς τα μπρος… Μέχρι και σάλια τρέχουν από το στοματάκι του, που μένει ανοιχτό για να μπαίνει ο αέρας.
Εικόνες από βιβλία στοιχειώνουν το μυαλό μου. «Μήπως είναι …επιγλωτίτιδα! Θεέ μου! Πρόκειται για επείγον ιατρικό περιστατικό, χρειάζεται άμεσα νοσοκομείο και διασωλήνωση», φωνάζω στην μητέρα του. «Μα που βρέθηκε ο αιμόφιλος! Τι λέω, ο αιμόφιλος ήταν, είναι και θα είναι μαζί μας. Στο λαιμό μας. Και τώρα φράζει την δίοδο του αέρα στο μικρό μου…
Για αυτό μόνο καθιστός μπορεί να ανασάνει…
Πρέπει άμεσα να τον διασωληνώσουμε, να του δώσουμε την δυνατότητα να αναπνέει μέσα από ένα σωλήνα, πριν φράξει τελείως από το οίδημα της επιγλωτίδας, ο λάρυγγας και άρα ο αεραγωγός.»
«Βλέπεις! Θέλαμε να πρωτοτυπήσουμε, θέλαμε να ακούσουμε την θεία ή τον άλλο από το Internet!... θέλαμε το καλύτερο για το βλαστάρι μας και τώρα κινδυνεύουμε να το χάσουμε… Αντί να κάνουμε ότι κάνουν όλοι οι γονείς της εποχής μας. Αντί να εμπιστευτούμε την ιατρική, τον παιδίατρο μας!!…» ακούω την φωνή της καλής μου, να μπερδεύεται μαζί με την δική του. Να αντηχούν οι τελευταίες λέξεις στο μυαλό μου, σαν ένα χαστούκι για να ξυπνήσω από το υποσυνείδητό μου, καθώς αναδυόμουν από τον βαθύ ύπνο. Σαν να ξεμούδιαζε σιγά-σιγά η σκέψη μου…
Τα δάκρυα του εφιάλτη μου, ανακατεμένα με τον ιδρώτα της πραγματικότητας καθώς ξυπνώ!
«Τι έπαθες παιδάκι μου πρωί-πρωί;!» μου φωνάζει η γυναίκα μου.
«Έπαθα ότι, δεν μου φτάνει το άγχος για τα μωρά μας, έχω την έγνοια των παιδιών στο ιατρείο, και τώρα βελτιώνομαι. Κάνω και συνδυασμό…».
Μετά από μπόλικο κρύο νερό στα μούτρα μου, λες και θα ξέπλενα την πικρή γεύση του πρωινού εφιάλτη, είπα τελικά να την ανταλλάξω με την πικρή γεύση του πρωινού καφέ. Τουλάχιστον, αυτή η δεύτερη ήταν επιλογή μου.
Έφτιαξα και τον καφέ της καλής μου και αράξαμε στην βεράντα. Τα μωρά ήταν από ώρα βόλτα με τους παππούδες.
Αφού λοιπόν διηγήθηκα εν τάχει το όνειρό μου, έδωσα και την ερμηνεία του. Όλο και πιο συχνά έρχομαι αντιμέτωπος με γονείς που δεν θέλουν ή που σκέφτονται να μην εμβολιάσουν τα παιδιά τους.
«Γιατί;;!» ρωτά με έκπληξη η γυναίκα μου.
«Γιατί αρρώστιες όπως η διφθερίτιδα, ο κοκίτης, η πολιομυελίτιδα, που θέριζαν και άφηναν αναπηρίες ή και νεκρά παιδιά αρχίζουν να εκλείπουν. Αρχίζουμε να νιώθουμε ασφαλείς και να φιλοσοφούμε. Μήπως φταίνε τα εμβόλια για τον αυτισμό, την σκλύρηνση κατά πλάκας, τους καρκίνους, τον λύκο, το σύνδρομο Guillen Barret ή ακόμα και αυτό του Αιφνίδιου Βρεφικού Θανάτου… Πετάει κάποιος, κάπου, μια σκέψη και αρχίζει ένα γαϊτανάκι φημών, προβληματισμών, μέχρι και μελετών. Όταν βέβαια οι προβληματισμοί δοκιμαστούν από σοβαρούς ερευνητές στην συντριπτική τους πλειοψηφία καταρρίπτονται. Η ζημιά όμως με το «χαλασμένο τηλέφωνο» έχει ήδη γίνει»
«Άρα δεν αποκλείεται κάποια από αυτές τις σκέψεις να αποδειχθούν σωστές!», πετάει ο δικηγόρος του διαβόλου.
«Προφανώς! Διαρκώς μαθαίνουμε από τα λάθη και τις πρακτικές μας. Αλλιώς δεν θα ήμασταν επιστήμονες. Όμως, άλλο είναι το να αποσύρουμε κάποιο εμβόλιο μόλις αντιληφθούμε σοβαρές παρενέργειες και άλλο να σβήσουμε τον αγώνα όλων αυτών των επιστημόνων. Υπάρχουν τόσες αρρώστιες που τις γνωρίζουμε μόνο από τα ιατρικά συγγράμματα. Να για παράδειγμα, η επιγλωτίτιδα του εφιάλτη μου, που παντού αναφέρεται ως επείγον ιατρικό περιστατικό, προκαλείται κυρίως από τον Αιμόφιλο τύπου β, ένα από τα μικρόβια που συναντάμε στην φυσιολογική χλωρίδα του σώματος μας. Σταδιακά μέχρι τον δεύτερο χρόνο ζωής, και σίγουρα μέχρι τον πέμπτο, το αμυντικό μας σύστημα εκπαιδεύεται να τον αντιμετωπίζει. Μόνο σε ειδικές περιπτώσεις, με κάποιας μορφής πρόβλημα στο ανοσοποιητικό μας σύστημα, χρειάζεται να κάνουμε εμβόλιο κατά του Αιμόφιλου, μετά τον 5ο χρόνο ζωής. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος, βρίσκεται στα πρώτα 2 χρόνια ζωής του παιδιού, για αυτό είναι σημαντικό να εμβολιάζουμε τα βρέφη και τα νήπια. Αυτή την κρίσιμη ηλικία επέλεξαν κάποιοι για να ξεκινήσουν ένα μικρό, σημερινό μεσαίωνα. Με εικασίες και αβάσιμη κινδυνολογία, προτρέπουν να μην εμβολιάζουμε τα παιδιά, κατά τον πρώτο χρόνο ζωής! Στο διάστημα δηλαδή που τα παιδιά μας έχουν την μεγαλύτερη ανάγκη για εμβολιασμό».
«Αν δεν κάνω λάθος, κάποιοι υπέρμαχοι εναλλακτικών ιατρικών, όπως η ομοιοπαθητική, τα υποστηρίζουν αυτά…».
«Εδώ υπάρχει και η μεγαλύτερη δόση ειρωνείας. Δεν μπορώ να σκεφτώ κανένα άλλο φάρμακο, που να προσεγγίζει την λογική της ομοιοπαθητικής, όσο τα εμβόλια. Δίνουμε ένα τμήμα του μικροβίου ή του ιού, ή εξασθενημένο τον ίδιο τον ιό και με ασφάλεια προκαλούμε την φυσική αντίδραση του οργανισμού. Η προστασία που αποκτούμε από τα εμβόλια, οφείλεται στα δικά μας αντισώματα».
«Υπάρχει όμως και ο αντίλογος για αυτά που χρησιμοποιούνται στην βιομηχανία των εμβολίων, όπως ο υδράργυρος».
«Και πολύ καλά κάνει και υπάρχει ο αντίλογος και ο προβληματισμός. Άλλο όμως το να πιέζεις τις φαρμακοβιομηχανίες να φτιάχνουν καλύτερα και ασφαλέστερα φάρμακα και άλλο να πετάς στον καιάδα όλα τα εμβόλια ως άχρηστα ή ακόμα και επικίνδυνα. Σκέψου πόσα πράγματα στην καθημερινότητά μας έχουν κατά καιρούς κατηγορηθεί για το ένα ή το άλλο. Από τον ήλιο και την κινητή τηλεφωνία, το φούρνο μικροκυμάτων και τα αντικουνουπικά, μέχρι τον υδράργυρο στα ψάρια που τρώμε και τα δομικά υλικά στα σπίτια που μεγαλώνουμε τα παιδιά μας. Ζούμε σε μια χώρα γεμάτη ανεξέλεγκτες χωματερές, μολυσμένα ποτάμια και υδροφόρους ορίζοντες. Μολύνουμε, ρυπαίνουμε, καταστρέφουμε τον φυσικό μας πλούτο και έχουμε το θράσος, να «διορθώνουμε» χώρες και τεχνολογίες με σεβασμό προς την φύση και τον άνθρωπο. Οι εμβολιασμοί γίνονται κανονικά σε χώρες όπως την Γερμανία, την Αγγλία, την Αμερική, την Ιαπωνία, την Σουηδία. Χώρες στις οποίες ο εναλλακτικός ιατρός, έχει τελειώσει πρώτα ιατρική και μετά εξειδικεύεται στην ομοιοπαθητική, και ο κλασσικός ιατρός διδάσκεται την ομοιοπαθητική σαν μέρος της εκπαίδευσής του».
«Προχθές, η Μαρία δεν μας έλεγε ότι στην Γερμανία, κομμάτι της ειδικότητάς της ως γυναικολόγου, έχει και την ομοιοπαθητική; Αχ ναι μωρέ, τι λέω! Αφού την ρώτησες και σου είχε πει ότι οι ομοιοπαθητικοί στην Γερμανία θεωρούν δεδομένο το να εμβολιάζονται κανονικά τα παιδιά… Με είχε μάλιστα παραξενέψει τότε η ερώτησή σου».
«Ακριβώς για αυτό την είχα κάνει. Ψάχνω να βρω αν είναι ελληνική πατέντα! Μας έχω ικανούς, με την καχυποψία που μας διακρίνει. Μπορεί εμείς να έχουμε ξεκινήσει αυτή την παγκόσμια συνομωσιολογία, που θέλει τις φαρμακοβιομηχανίες και τις πολυεθνικές να έχουν «στήσει» όλες τις έρευνες, να ελέγχουν όλες τις Παιδιατρικές Εταιρείες ανά τον κόσμο και να φιμώνουν κάθε επιστήμονα που πιθανά ανακάλυψε κάτι που δεν τους συμφέρει. Είναι γελοίο, να κάνουμε μάθημα φυσικής διαβίωσης στον υπόλοιπο κόσμο εμείς, που πετάμε τις μπαταρίες στα σκουπίδια, τις θάβουμε σε παράνομες χωματερές και καταναλώνουμε τα τοξικά τους με το νερό ή τις τροφές. Ούτε το 30% των Ελληνίδων μανάδων δεν θηλάζουν μέχρι τον 6ο μήνα τα παιδιά τους και θέλουμε τρομάρα μας να σταματήσουμε και τα εμβόλια!»
«Καλά όλα αυτά, αλλά πως σου προέκυψαν πρωινιάτικο!»
«Μου προέκυψαν γιατί έχω τουλάχιστον δύο παιδιά που μεγαλώνω στο ιατρείο και που είναι πλήρως ανεμβολίαστα. Τρέμει το φυλλοκάρδι μου, μην αντιμετωπίσω κάτι πρωτόγνωρο για παιδίατρο του 2008, όπως η διφθερίτιδα ή η επιγλωτίτιδα που ονειρεύτηκα. Τους έχω εξηγήσει ότι όσο ο αριθμός των ανεμβολίαστων είναι μικρός, υπάρχει η προστασία της αγέλης. Που θα βρεθεί η ιλαρά για να την κολλήσει ένα παιδί όταν σχεδόν όλα τα άλλα στο σχολείο του είναι εμβολιασμένα; Δεν είναι όμως τρία χρόνια που στη Θράκη παρουσιάστηκαν κρούσματα ιλαράς από τα ελλιπώς εμβολιασμένα παιδιά στα Πομακοχώρια. Τα κρούσματα δεν άργησαν να κάνουν την εμφάνισή τους και στα σχολεία. Είναι απλό, όσο περισσότεροι οι ανεμβολίαστοι τόσες περισσότερες οι πιθανότητες. Τι γίνεται όμως με περιπτώσεις όπως ο αιμόφιλος ή ο μηνιγγητιδόκοκκος; Ο κοκίτης ή ο τέτανος; Ο ιός της πολιομυελίτιδας ή της ηπατίτιδας Β; Μικροοργανισμοί που υπήρχαν, υπάρχουν και μάλλον θα υπάρχουν στο περιβάλλον μας…».
Σταμάτησα για να απολαύσω το βάδισμα της ζαργάνας μου καθώς πλησίαζε κρατώντας από το χέρι τη γιαγιά της. Άκουσα τον Ερμή μου να κοκορεύεται «να το σπίτι μου!», δείχνοντας προς το μέρος μας. Μαγικές εικόνες, που δένουν με το άρωμα από το γιασεμί και τον καφέ. Ο ήλιος, ευγενικός ακόμα, μας χαϊδεύει, ενώ η ζωή στο πρωινό Ρέθυμνο αρχίζει να ξυπνά.
Αγκαλιάζω τα μικρά μου, νιώθοντας πλέον ξύπνιος για τα καλά. Σβήνω με τα φιλιά τους, τα τελευταία σημάδια από τον εφιάλτη. Νιώθω έτοιμος για ακόμα μια μέρα στο ιατρείο.
Τελικά, δεν αποκαλώ άδικα τα παιδιά του ιατρείου παιδιά μου. Μάλλον και αυτά κάπως έτσι τα νιώθω και κάπως έτσι τα νοιάζομαι…




Να είστε όλοι καλά και τα παιδιά μας καλύτερα!