Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2013

Ζεστές καθημερινές ιστορίες για κρύες Χριστουγεννιάτικες γιορτές!!

 
 Ο χειμώνας είναι εδώ. Θαρρείς και ακούγεται το κρύο να πέφτει
μαζί με την βροχή, ή μάλλον σωστότερα το χιονόνερο, στην μικρή
αυλούλα την κρυμμένη στο πίσω μέρος του ιατρείου μου. Τα δύο
παπαγαλάκια που με συντροφεύουν κρεμασμένα στο κλουβί τους έξω από το παράθυρο είναι κρυμμένα στο ξύλινο σπιτάκι τους. Τα φαντάζομαι να
χουχουλιάζουν σμίγοντας το ένα στα φτερά του άλλου. Ένα συνονθύλευμα γαλάζιων και κιτρινοπράσινων πούπουλων, ζωντανό συμβολισμό για την ανάγκη συντροφικότητας, αντίδοτο στη παγερή ανάσα των χαλεπών καιρών.
 
 Ένας συμπαθητικός κύριος με κοιτάζει με τα γυαλάκια του μέσα
από το τζάμι. Μια ηρεμία απόρροια της κούρασης, ή μήπως της ανακούφισης, του γλυκαίνει το πρόσωπο. Παραδόξως δεν τρομάζω, αν και ξαφνικά πρόσεξα τη μορφή μέσα από το τζάμι που η νύχτα είχε μετατρέψει σε κάτοπτρο. Το είδωλό μου, αποδίδει με επιτυχία όσα νιώθω.
    Σπρώχνω ελαφρά το τζάμι για να ανοίξει λίγο ακόμα το παράθυρο και χάνομαι λες πίσω από το δροσερό οξυγόνο που με ραπίζει στο πρόσωπο. Μου έρχεται στιγμιαία στο μυαλό μια από τις πολλές στιγμές, που πρόσφατα βίωσα μέσα από τη βίαιη ενηλικίωση των σαράντα πέντε μου χρόνων, στην οποία σπρώχτηκα από τη περιπέτεια της υγείας του πατέρα μου. Ξημερώματα, κάτι πριν από τις έξι το πρωί, έβγαινα από το Λαϊκό όπου νοσηλευόταν ο πατέρας μου και το κρύο οξυγόνο με τύλιγε και το
καλοδεχόμουν. Ξυπνούσε το μυαλό μου, το μουδιασμένο από την αϋπνία. Ένα μυαλό που κατάφερνε με εντυπωσιακή άνεση να επιβάλλεται στο συναίσθημα. Δεν υπήρχε χρόνος για πόνο. Αυτός μπορούσε να περιμένει. Μόνο στο τηλέφωνο με τη καλή μου αφηνόμουν και της φόρτωνα το
βάρος που με πλάκωνε.
     Όπως τότε, έτσι και τώρα καλοδέχομαι το αποψινό κρύο που εισβάλει από το
μισάνοιχτο παράθυρο. Το κακοκαίρι μάζεψε τον κόσμο στα σπίτια του και
τους στοχασμούς μου μπροστά στην πόρτα εξόδου της έκφρασής τους. Οι
γονείς του βρέφους που είχε προγραμματισμένο ραντεβού φοβήθηκαν τα
χιόνια που στεφάνωσαν το χωριό τους και προτίμησαν να αναβάλουν την
επίσκεψη στο ιατρείο. Μου δίνεται η ευκαιρία να δραπετεύσω λίγο στο
πληκτρολόγιο.
     Να «δραπετεύσω» από το παράδεισο της καθημερινότητάς μου. Να ελευθερώσω τον πολυμίλη από μέσα μου, για να μοιραστώ όλα όσα σωρεύονται και με πνίγουν. Στην πλειοψηφία τους όμορφες στιγμές που
ταιριάζουν με τις γιορτινές μέρες. Φωτάκια οι μνήμες, σαν αυτά του
χριστουγεννιάτικου δέντρου, ανάβουν άξαφνα εκεί που δε τα περιμένεις
και φωτίζουν με ζέστη γωνιές στη σκέψη. Ανυπομονώ να τις καταθέσω μήπως και χαθούν. Φοβάμαι μη τις σβήσει η λήθη, μην κατορθώσει να καθαρίσει το μαυροπίνακα του μυαλού μου, το γεμισμένο
με σημειώσεις, σκίτσα και γνώσεις. Όποτε μου δίνεται η δυνατότητα, δε διστάζω, την αρπάζω και τα μοιράζομαι. Οι «κακορίζικοι» γονείς των παιδιών μου, αλλά και οι μικροί μου φίλοι, παίζουν ακούσια το ρόλο του ψυχαναλυτή. Όπως πριν από λίγη μόνο ώρα, όταν η μικρή Βασιλική αποκρίθηκε στο πείραγμα μου για το όμορφο μπουφάν της με τα στρας που σχημάτιζαν την Μίνι, στην πλάτη.

- Αχ!! Τι όμορφο μπουφάν, την παινεύω καθώς τη βοηθώ να το βγάλει. Και τι είναι αυτό; Η Μίνι!!! Αμάν, είναι φοβερό! πες μου από πού το πήρες να πάρω και εγώ ένα για την κόρη μου!

     Μου αρέσει να επιστρατεύω κόλπα κατά την εξέταση των παιδιών για να τα προσεγγίσω. Ξεχνώ καθωσπρεπισμούς και στερεότυπα για να παίξω μαζί τους, αποποιούμενος το ρόλο του μπαμπούλα που πολλοί μου έχουν επιβάλει. Χορεύω με τα βρέφη, πειράζω τα νήπια και τους φουσκώνω μπαλόνια αφού τους έχω κεράσει μπισκότο. Συχνά αιφνιδιάζω τα πιτσιρίκια τραγουδώντας τους, τους στίχους που ακούγονται εκείνη τη στιγμή από το κομπιούτερ ή μοιράζομαι μαζί τους, «απόκρυφα» προσωπικά δεδομένα όπως ότι με το κομμάτι των “Guns ‘n’ Roses”, το November Rain που ακούμε όσο εξετάζω, μας υποδέχθηκαν με τη καλή μου στο κέντρο όπου είχαμε το γλέντι του γάμου μας. Δεν είναι λίγες οι
φορές που τα μικρά μου με εντυπωσιάζουν με τη σειρά τους με τις αντιδράσεις τους, όπως έγινε με τη μικρή Βασιλική που, αφού μου αποκάλυψε από πού πήραν το μπουφάν, μου εξιστόρησε με ενθουσιασμό πως κάποια πρωινά που έχει πολύ ήλιο, το μπουφάν της στολίζει με μικρές
αντανακλάσεις το αυτοκίνητό τους. Αρπάζω την πάσα και, καθώς κρεμάω το μπουφάν από τη καρέκλα απέναντι από εκεί που κάθεται η μητέρα της, γυρίζω και της προτείνω:
- Θα ήθελες να το δοκιμάσουμε και τώρα;
     Δε χρειαζόταν να μου απαντήσει, διάβασα τον ενθουσιασμό στα ματάκια της που άστραψαν για μια μαγική στιγμούλα. Στρέφω προς τη πόρτα του γραφείου και κλείνω το φως. Το γραφείο μου σχεδόν βυθίστηκε στο σκοτάδι, για να φωτιστεί από τα αστεράκια που δημιουργήθηκαν στους τοίχους και το ταβάνι, μόλις έριξα το φως από το φακό που χρησιμοποιώ για να εξετάζω το λαιμό των παιδιών, προς τη Μίνι που φιγουράριζε στο μπουφάν της μικρής.
- Α!! Κοίτα πόσα φωτάκια!... αρπάζει τη σκυτάλη η μαμά δείχνοντας
γύρω-γύρω σε μια εντυπωσιασμένη πιτσιρίκα που χάζευε το σκηνικό, το οποίο έμοιαζε περισσότερο με Ντισκοτέκ παρά με παιδιατρικό ιατρείο.
     Ανοίγω το φως, για να την ακούσω να σχολιάζει ότι με τον ήλιο η αντανάκλαση είναι πιο δυνατή.
- Ε, καλά δε μπορώ να τα βάλω και με τον ήλιο! της απολογούμαι. Αν και κάποια φορά το είχα αποτολμήσει και αυτό!
     Της διηγούμαι, καθώς την εξετάζω, πως όταν τα δικά μου παιδιά ήταν μικρότερα, τους είχα πει ότι η αντανάκλαση από το ρολόι μου που τυχαία στόλισε τον ουρανό του αυτοκινήτου μας, είναι μια νεράιδα και μάλιστα πως αυτή η νεράιδα, πηγαίνει πάνω στα καλά παιδιά. Με λίγη προσπάθεια κατόρθωνα να οδηγήσω τη φωτεινή αντανάκλαση πότε στον ένα και πότε στην άλλη, κάνοντας τους να νιώσουν όμορφα που η νεράιδα τους επισκεπτόταν. Εννοείται, ότι κατόρθωνα να μην αντιλαμβάνονται την κίνηση του καρπού μου, καθώς το βλέμμα μου παρέσερνε τα δικά τους να παρακολουθούν την μικρή φωτεινή κουκκίδα που ταξίδευε μέχρι το σωματάκι τους. Ακόμα και σήμερα, που ο Ερμής και η Χαρά έχουν μεγαλώσει και ξέρουν ότι πρόκειται για αντανάκλαση, δεν είναι λίγες οι φορές που στον δικό μας οικογενειακό κώδικα, μου δείχνουν μια αστραφτερή αντανάκλαση σε κάποιο τοίχο και μου θυμίζουν:
- Μπαμπά, κοίτα! Μια νεράιδα!…
   
     Κάποιες φορές, μέσα στο παραμύθι του ιατρείου μου, χρησιμοποιώ ως «νεράιδα» το φως από το ωτοσκόπιο μου. Το ταξιδεύω πάνω στο χέρι του παιδιού και του γονιού που το κρατά στην αγκαλιά του, και το ξεγελώ λέγοντάς του «κοίτα! Μια νεράιδα. Θέλει να δει αν το αυτάκι σου είναι καλό». Εξετάζω το πρώτο αυτάκι και ως γνήσιο φερέφωνο της μικρής ιπτάμενης κουκκίδας, διαβεβαιώνω το μικρό μου φίλο: « τι όμορφο αυτάκι! Για να δω είναι και το άλλο τόσο καλό;». Σας πληροφορώ ότι τις περισσότερες φορές τα παιδιά μου συνεργάζονται και περιμένουν τα μαντάτα για τη κατάσταση του δεύτερου αυτιού.

     Όμως οι συνειρμοί με παρέσυραν και δεν σας ολοκλήρωσα πως κάποια φορά, ως σύγχρονος Φαέθωνας, τα έβαλα για λίγο με το Θεό Ήλιο, για χάρη του δικού μου Θεού, του μικρού μου Ερμή. Ήμασταν οικογενειακώς στο αυτοκίνητο καθ' οδόν για Ηράκλειο. Τα παιδιά μου διανύανε τα υπέροχα χρόνια της αχαλίνωτης φαντασίας, εκεί λίγο πριν από τα πέντε τους. Για κάποιο λόγο ο Ερμής μου μουρμούραγε, πιθανά βρισκόμενος στην «προΰπνια» κατάσταση, δίνοντας δηλαδή την άνιση μάχη με το Μορφέα, μέσα στο νανούρισμα του λικνιζόμενου αυτοκινήτου σε κίνηση, και όλα του έφταιγαν. Γκρίνιαζε και δε βολευόταν με τίποτα. Κάποια στιγμή λοιπόν, διαμαρτυρήθηκε έντονα γιατί τον ενοχλούσε ο ήλιος που έμπαινε από το παράθυρό του και τον «ντάλωνε» που λέμε και εδώ στην Κρήτη, τον τύφλωνε δηλαδή με την ένταση που τον έλουζε. Ξεκινούσαμε διακοπές θυμάμαι και το κέφι μου ήταν στο ζενίθ του, δεν έχασα λοιπόν την ευκαιρία να τον πειράξω, κάνοντας και μια προσπάθεια να παρακάμψω την επικείμενη κρίση οργής, από τον μικρό ή την μαμά του:
- Σε ενοχλεί ο ήλιος αγαπημένε μου; Μην ανησυχείς και ο μπαμπάς είναι
εδώ. Θα τον εξαφανίσω… Χάσου από τα μάτια μας παλιοήλιε που ενοχλείς τον Ερμούλη μου, προσποιούμαι πως φωνάζω καθώς το αυτοκίνητό μας βουλιάζει στη σκιά του βουνού που είχα διακρίνει να υψώνεται στα δεξιά μας. Έκοψα λίγο ταχύτητα για να παρατείνω τη παραμονή μας στη σκιά και κοίταξα κλεφτά μέσα από το καθρέφτη του αυτοκινήτου.
   
     Ο Ερμής είχε παγώσει και διέκρινα τα ματάκια του να λάμπουν σαν έτοιμα να δακρύσουν.
- Όλα καλά φίλε;
- Όχι!! Μου διαμαρτύρεται με μια εσάνς φόβου να ραγίζει κάπως τη φωνή του… Θέλω πίσω τον ήλιο!...
- Αυτό είναι όλο; Έγινε! ΗΛΙΕ έλα πίσω, πλάκα σου κάναμε! Σε αγαπάει πολύ ο Ερμής… προσποιούμαι εκ νέου, και ως εκ θαύματος το φως ορμά μέσα στο αυτοκίνητο, καθώς και πάλι βρισκόμασταν στην αγκαλιά του ήλιου, μια που είχαμε περάσει τη κλειστή στροφή με το βουνό που μας τον έκρυβε.
     Κάπως έτσι, σαν παραμύθι κυλά η ζωή μας. Μια διαρκής ισορροπία του πραγματικού με το επιθυμητό. Αυτά που βλέπουμε, ακούμε και αισθανόμαστε γενικότερα, με αυτά που πραγματικά ποθούμε και αν το καλοσκεφτούμε δεν απέχουν και τόσο μεταξύ τους. Ένα παραμύθι εύχομαι να είναι και η ζωή των μικρών μου. Να κυλά όσο πιο ευχάριστα και μαγικά, γεμάτη μικρά και μεγάλα μυστικά και μηνύματα, που θα τα κουβαλούν σε ολάκαιρη την παραμυθένια τους ζωή.
      Ένα τέτοιο όμορφο παραμύθι θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας, από το βιβλίο «Ένα Συρτάρι Παραμύθια», του καλού φίλου Βάιου Ντάφου, που νομίζω ότι ταιριάζει με το πνεύμα των ημερών.

ΟΝΕΙΡΟ Ζ: Ο ΚΥΚΛΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΓΑΠΟΥΣΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ 
Μια φορά και ένα καιρό, υπήρχε ένας τόπος στον οποίο δεν ζούσαν άνθρωποι ή μάλλον δεν ζούσαν μόνο άνθρωποι. Ζούσαν σχήματα, ναι σχήματα κανονικά! 

Εκεί λοιπόν ζούσε ένα κύκλος. Ο οποίος δεν αγαπούσε τον εαυτό του. Ήθελε να γίνει τρίγωνο. Κανένας δεν τον αγαπούσε και δεν πίστευε σε αυτόν, έτσι ο κύκλος ζούσε με λύπη και δυστυχία. Ήταν ο μόνος 
κύκλος σε εκείνο τον τόπο. Υπήρχαν πολλά τρίγωνα, τετράγωνα, παραλληλόγραμμα αλλά δεν υπήρχε ούτε ένας κύκλος. Τα άλλα σχήματα τον κορόιδευαν, καθώς δεν ήταν σαν αυτούς. Ήταν διαφορετικός. Και ένα λάθος των ανθρώπων και των σχημάτων είναι πως το διαφορετικό, αντί να το καταλάβουν, το χλευάζουν γιατί το φοβούνται.
 Ένα παράξενο απόγευμα, κάποιοι έκλεψαν το σκυλάκι του χωριού. Ήταν τόσο έξυπνοι που το έβαλαν στο Μαγεμένο Δέντρο που φωνάζει. Το δέντρο αυτό βρίσκονταν στο κέντρο της πόλης, όμως κανείς 
δεν μπορούσε να ανεβεί πάνω του. Οι γωνίες όλων των σχημάτων πλήγωναν τα φύλλα του Δέντρου, με αποτέλεσμα να γίνεται κακό και να μην επιτρέπει σε κανένα να ανέβει. «Εγώ δεν έχω γωνίες» είπε ο κύκλος, «άσε με να ανέβω και στο λόγο της κυκλικής μου τιμής, δεν θα σε πληγώσω.» Το Δέντρο επέτρεψε στο κύκλο να ανέβει στα κλαδιά του, και να σώσει το σκύλο της πόλης.
Όταν κατέβαινε από το δέντρο, όλα τα σχήματα τον επευφημούσαν για την ανδρεία και το θάρρος του. Φώναζαν και χειροκροτούσαν. Μάλιστα ακούστηκε μια φωνή στο βάθος που έλεγε: 
«Μακάρι να ήμουν και εγώ σαν αυτό το θαρραλέο κύκλο.» Από τότε και στο εξής, ο κύκλος έγινε το αγαπημένο σχήμα για όλους, και τον δέχτηκαν όπως είναι. Γιατί δεν υπάρχει πιο όμορφο συναίσθημα από το να τολμάς να είσαι ο εαυτός σου και να σε αγαπούν για αυτό. Από τότε ο Κύκλος ήταν πάντα περήφανος για το σχήμα του και έγινε πάρα πολύ ευτυχισμένος.

Να είστε όλοι καλά και τα παιδιά μας καλύτερα!

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Πανέμορφο το κείμενο που γράψατε και πολύ τρυφερά τα συναισθήματα που φέρνει η ανάγνωσή του! Το ίδιο όμορφη εύχομαι να είναι και η νέα χρονιά για σας και την οικογένεια σας.

Μαίρη