Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2018

Μονοβίζιον, ή αλλιώς πώς να βλέπεις καλά στον κόσμο της Πρεσβυωπίας


Καλοκαιρινό ξημέρωμα στην εξοχή κάπου παραθαλάσσια. Σταδιακή μετάβαση από το σκοτάδι της νύχτας στο φως της ημέρας. Μοναδικά χρώματα εναλλάσσονται καθώς ακόμα και αυτός ο ήλιος που εμφανίζεται στον ορίζοντα, σου επιτρέπει την αλαζονεία να τον κοιτάξεις έστω στιγμιαία κατάματα.
Ρουφάς τον αέρα ανοίγοντας λίγο τα ρουθούνια σου και απολαμβάνεις τις οσμές τις νοτισμένες από το βραδινό χνώτο της πλάσης. Αλμύρα της θάλασσας, του αρμυρικιού και της αμμουδιάς, ανακατεμένη με άρωμα από πράσινο του πεύκου, του χορταριού και της λεβάντας. Κάποιες στιγμές, από αυτές που νομίζεις ότι σε ξεγέλασαν τα μάτια σου, μικρά ψάρια πηδούν στην επιφάνεια του νερού δημιουργώντας μικρή αναταραχή, λες και κάποιος αόρατος πέταξε με δύναμη μια μικρή πλατιά πέτρα και εκείνη έκανε «βατραχάκια», αναπηδώντας μερικές φορές στην επιφάνεια της θάλασσας, πριν καταλήξει στο βυθό της. Τα πουλιά ξεμυτίζουν από τις φωλιές τους και γεμίζουν τον τόπο με τιτιβίσματα και διαφορετικά κελαηδήματα, θαρρείς και κάποιος μαέστρος διευθύνει τα σπουργίτια, τα χελιδόνια και τα κοτσύφια ώστε καθώς αναζητούν το πρωινό τους, συνθέτουν μοναδική μελωδία αντάξια του σκηνικού. Ακόμα και τα έντομα όπως τα τζιτζίκια και οι γρύλοι παίζουν πρώτο ρόλο στην ορχήστρα. Μέχρι και η μέλισσα που βουίζει για δευτερόλεπτα δίπλα στο αυτί μου, αποχωρεί αφού έχει διεγείρει ψηλούς τόνους στην ακοή μου, για να την αφήσει στην ηρεμία του παφλασμού της θάλασσας.
Ίσως το πιο σκληρό μέρος της κόπωσης από το άχθος της ηλικίας είναι η σταδιακή απώλεια της δυνατότητας να απολαμβάνεις όλη αυτή την ομορφιά, σε όλες τις διαστάσεις των αισθήσεων. Τις προάλλες ο αδερφός μου, μου περιέγραψε πείραμα κατά το οποίο ένα παιδί στην αρχή της εφηβείας, εκεί λίγο αφού είχε συμπληρώσει τη πρώτη ντουζίνα χρόνων ζωής, κέρδισε με χαρακτηριστική άνεση έναν μεσήλικα καθηγητή σε δύσκολες ερωτήσεις γενικών γνώσεων. Το σκηνικό θύμιζε τηλεπαιχνίδι με κάποιον να θέτει ερωτήσεις δίνοντας τρεις πιθανές απαντήσεις. Οι δύο αντίπαλοι είχαν μπροστά τους ένα κουμπί, το οποίο όταν το πατούσαν τους δινόταν η ευκαιρία να επιλέξουν μια από τις πιθανές απαντήσεις. Όποιος πατούσε πρώτος το κουμπί του, είχε το δικαίωμα να δώσει την απάντηση που θεωρούσε σωστή. Στις πρώτες ερωτήσεις γινόταν το αναμενόμενο, ο καθηγητής απαντούσε σωστά και ο μαθητής δε προλάβαινε ούτε να πατήσει το κουμπί του. Σύντομα, οι ρόλοι αντιστράφηκαν και άσχετα με το βαθμό δυσκολίας των ερωτήσεων, ο μαθητής απαντούσε άμεσα και με χαρακτηριστική άνεση. Στο τέλος, εκτός από μερικές ερωτήσεις στην αρχή του πειράματος, όλες τις άλλες ερωτήσεις τις είχε απαντήσει γρήγορα και σωστά ο νέος. Τι είχε συμβεί; Χρειάστηκε λίγος χρόνος μέχρι ο νεαρός να συνειδητοποιήσει ότι μαζί με την σωστή απάντηση, ακουγόταν στο δωμάτιο ένας υψηλής συχνότητας ήχος. Μόλις λοιπόν ολοκλήρωνε ο εκφωνητής την ερώτηση ο μαθητής ήδη γνώριζε την σωστή απάντηση και απλά έπρεπε να πατήσει έγκαιρα το κουμπί. Δε χρειαζόταν να σκεφτεί τίποτα, απλά να προλάβει να πατήσει το κουμπί του. Ο ήχος ήταν εκεί για όλους μέσα στο δωμάτιο, απλά ήταν σε συχνότητα που είναι γνωστό ότι μετά τα σαράντα με σαράντα πέντε χρόνια ζωής το αυτί του μέσου ανθρώπου δεν τον ακούει πια. Ο πενηντάρης καθηγητής δεν έχασε λόγω έλλειψης γνώσεων, αλλά λόγω έλλειψης νιάτων!
Τα ίδια δυστυχώς και με την όραση. Κάποια στιγμή εκεί μετά τα σαράντα κάνει την εμφάνισή της η κυρία Πρεσβυωπία! Ο φακός του ματιού μας, όπως και ολόκληρο το σώμα μας, χάνει την ελαστικότητα του και έτσι αδυνατεί να εστιάσει σε αντικείμενα που βρίσκονται κοντά. Αυτό το τόσο μικρό κομμάτι μας, που χιλιάδες χρόνια πριν στην αρχαία Ελλάδα, του είχαμε αποδώσει το όνομα από την ομοιότητα του με τη φακή, είναι άκρως απαραίτητο για να μπορούμε να βλέπουμε σωστά. Σιγά-σιγά, ο πρεσβύωπας, αναγκάζεται να απομακρύνει το αντικείμενο για να μπορέσει να εστιάσει και να το δει καθαρά. Τα αστεία, από σόκιν που δε μπορώ να μοιραστώ μαζί σας μέχρι απλώς ευρηματικά, αμέτρητα!
«Δεν είναι ότι δε βλέπω καλά, είναι απλώς κοντά τα χέρια μου!»
Το σοκ είναι μεγάλο για όσους, όπως εγώ και η γυναίκα μου, δε χρειαστήκαμε ποτέ στο παρελθόν να φορέσουμε γυαλιά εκτός από ηλίου. Στην αρχή απομακρύνουμε διακριτικά τα αντικείμενα, ή φροντίζουμε να φωτίζουμε καλά ότι θέλουμε να διαβάσουμε και κουτσά-στραβά, στην κυριολεξία, την βγάζουμε τα πρώτα χρόνια. Ακολουθούν πατέντες του τύπου μεγεθυντικό φακό application στο κινητό για να διακρίνουμε τον κατάλογο το βράδυ στο μπαράκι ή στο εστιατόριο. Στην πορεία ο μεγεθυντικός φακός χρειάζεται και τον φακό φωτός του κινητού! Ώσπου φτάνει εκείνη η καταραμένη στιγμή όπου επηρεάζεται η καθημερινότητά σου ακόμα και την ημέρα. Όταν βρίσκεσαι να προσπαθείς να διαβάσεις την ετικέτα σε κάποιο μπουκαλάκι, με τα γράμματα να είναι τόσο μικρά που όταν τα απομακρύνεις για να εστιάσεις δυσκολεύεσαι να τα διακρίνεις, γιατί πλέον έχουν γίνει κάτι μαύρες τελίτσες. Και καλά πες ότι στο συγκεκριμένο σε παίρνει να κάνεις την άρνησή σου, ουρλιάζοντας από μέσα σου «μα γιατί τα κάνουν τόσο μικρά πια αυτά τα γράμματα!», λες και το σύμπαν συνωμότησε εναντίον σου, με τις καταραμένες πολυεθνικές να σε κοροϊδεύουν στα μούτρα σου. Αν το καλοσκεφτείς κάτι τέτοιο γίνεται, μόνο που πρωταγωνιστής και αρχισυνωμότης είναι ο γεροχρόνος. Πες λοιπόν ότι στο συγκεκριμένο κάπως τα κουτσοβολεύεις και αρνείσαι να δεχθείς το αναπόφευκτο. Τι γίνεται όταν πλέον δε μπορείς να διαβάσεις τις μετρήσεις στη μεζούρα ή στο βρεφοζυγό στο ιατρείο; Δε πάει καλά να δώσεις στο γονιό για να σου πει τι γράφει; Εκεί κρυβόταν η δική μου κόκκινη γραμμή. Δε μπορούσα να δεχθώ η δική μου εθελοτυφλία να επηρεάσει τη δουλειά μου. Ήταν λοιπόν καιρός να αποδεχθώ τη μοίρα μου και να καταφύγω στην ιατρική.
Εξετάζεσαι από τον οφθαλμίατρο λοιπόν, ο οποίος επιβεβαιώνει τους φόβους σου και σου συνταγογραφεί γυαλιά. Πας με τη σειρά σου, αγοράζεις γυαλιά με ένα σκελετό που να σου πηγαίνει και καμαρώνεις μπροστά στο καθρέφτη τον νέο σου εαυτό. Κάνοντας την ανάγκη επιλογή, θαυμάζεσαι μονολογώντας «ρε ‘συ τελικά μου πάει η πρεσβυωπία!». Έλα όμως που και να θέλεις είναι πολύ δύσκολο να σου πάει η πρεσβυωπία.
Τα γυαλιά τα χρειάζεσαι για να ξεκαθαρίζεις τα κοντινά αντικείμενα. Αν κάνεις το λάθος να κοιτάξεις μακριά μέσα από τα πρεσβυωπικά γυαλιά, τα πάντα είναι θαμπά και σου προκύπτει κάτι σαν ίλιγγος.
Οπότε ή βάζεις βγάζεις συνέχεια τα γυαλιά ή εκπαιδεύεσαι να χρησιμοποιείς γυαλιά με «πολυεστιακούς» φακούς, όπου απλά το γυαλί από τους φακούς είναι χωρισμένο στη μέση με το κάτω μέρος να είναι για την πρεσβυωπία και το πάνω μισό για την μακρινή όραση. Με τη δεύτερη επιλογή, μαθαίνεις να κοιτάς χαμηλά με το βλέμμα για να διαβάσεις και ψηλά, σχεδόν πάνω από τα γυαλιά, για να ξεχωρίσεις κάτι που βρίσκεται λίγο πιο μακριά. Η κίνηση του σκύβω-σηκώνομαι  σαν αισθητική με έχασε, οπότε επέλεξα την πρώτη λύση, αυτής με τα γυαλιά που τα βάζω μόνο όταν χρειάζεται να διαβάσω κάτι. 
Τα πράγματα όμως δεν είναι τόσο απλά. Πως να έχεις τα γυαλιά στο κομοδίνο σου όταν διαβάζεις το βιβλίο σου το βράδυ και το πρωί που θα σηκωθείς να θυμηθείς να τα πάρεις μαζί σου στο μπάνιο μήπως χρειαστεί να δεις κάτι στο κινητό ή για να ξυριστείς και μετά να μη τα χρειαστείς για αρκετή ώρα, μια που φτιάχνεις τον καφέ σου, βγαίνεις να τον πιεις στη βεράντα και τσουπ να σου η ανάγκη να δεις την ώρα και να πρέπει να μαντέψεις τις γραμμούλες ή να σηκωθείς και να πας στο τελευταίο μέρος όπου άφησες τα γυαλιά σου, αν είσαι τυχερός και θυμηθείς με την πρώτη που τα είχες τελευταία φορά, και όλα αυτά για να δεις την ώρα.
Αργότερα, καθ’ οδόν για το ιατρείο σταματώ στο σουπερμάρκετ για να προμηθευτώ γάλα για τον καφέ, όπου συνειδητοποιώ, μετά από χρόνια, για ποιο λόγο στη Γερμανία στο χερούλι του καροτσιού είχαν έναν μεγεθυντικό φακό. Άντε να διακρίνεις την ημερομηνία λήξης, οπότε αν είσαι τυχερός έχεις μαζί σου τα γυαλιά σου ή κάποιον νεαρότερο σε ηλικία, για να σου διαβάσει μην πάρεις ληγμένο γάλα ή γιαούρτι.
Το αποκορύφωμα όμως της ταλαιπωρίας και του αισθήματος αναπηρίας έρχεται στη ροή του ιατρείου, όπου οι στιγμές που με προδίδει η όρασή μου πυκνώνουν μια που δε μπορώ να διακρίνω τις μετρήσεις, αλλά και τα γράμματα που γράφω, ναι που γράφω εγώ, στα βιβλιάρια υγείας. Οπότε, φανταστείτε, μιλάω στους γονείς και δε φοράω γυαλιά, σκύβω να γράψω και χρειάζομαι γυαλιά. Εξετάζω το παιδί και δε χρειάζομαι γυαλιά, κοιτάζω με το ωτοσκόπιο το αυτί του και χρειάζομαι γυαλιά. Αλλά και στο σπίτι, πάω να βάλω πλυντήριο δε μπορώ να διακρίνω το πρόγραμμα, έρχεται μήνυμα στο κινητό και δε μπορώ να διακρίνω τα γράμματα. Πέρασα από διάφορες προσωρινές λύσεις. Δε μπορούσα να αγοράσω πολλά ζευγάρια γυαλιά από τα οπτικά διότι η τιμή είναι απαγορευτική. Για αυτό γέμισα κυριολεκτικά το σπίτι με γυαλιά από το «ένα ευρώ» και κράτησα τα καλά για το διάβασμα του βιβλίου μου. Στο ιατρείο, για λίγο είχα πάρει μαζί μου τα καλά μου γυαλιά, όμως το βάλε βγάλε καταντούσε γελοίο, ειδικά όταν ξεχνιόμουν και δε τα είχα επάνω μου, οπότε έπρεπε να επιστρέψω στο γραφείο για να τα πάρω. Έτσι τα κρέμασα στο λαιμό μου, με το Bluetooth να μπερδεύει με το κορδόνι των γυαλιών και να βρίσκομαι σε αστείες στάσεις να προσπαθώ να απαντήσω σε μια κλήση. Στην πορεία έφτιαξα κάτι μωβ μυστήρια πολύ cool γυαλιά με τα οποία εντυπωσίαζα τα πιτσιρίκια και ενίοτε και τους γονείς τους. Είναι ενιαία από πίσω, εκεί που κρεμιούνται στον αυχένα και ενώνονται με μαγνητάκι στο μπροστινό μέρος εκεί που στηρίζονται πάνω στη μύτη. Τα είχα μονίμως κρεμασμένα στο λαιμό μου και τα άνοιγα χωρίζοντας στη μέση το μπροστά μέρος, πειράζοντας πως κάνω μαγικά τα πιτσιρίκια, έβλεπα ότι χρειαζόταν γυαλιά και τα ξανάνοιγα για να τα αφήσω μπροστά στο στήθος μου.
Τα γκάτζετς συνεχίστηκαν, με εμένα να ενθουσιάζομαι όταν σε ένα βιβλιοπωλείο, στο οποίο είχα πάει για να παρουσιάσω το βιβλίο μου, ανακάλυψα κάτι πρεσβυωπικά γυαλιά που είχαν μικρά λεντάκια στις άκρες που τα άναβες και σου φώτιζαν το βράδυ όπου κοιτάς. Ιδανικά για υδραυλικούς, ηλεκτρολόγους όπου βρίσκονται σκυμμένοι να κρατούν με τα δόντια ένα φακό ή το κινητό τους, αλλά και σε πρεσβύωπες που δεν ενοχλούν και το σύντροφό τους που κοιμάται στο πλευρό τους. Η γυναίκα μου δε, για να επιβεβαιώσει την παροιμία «με στραβό αν κοιμηθείς το πρωί θα αλληθωρίσεις» μετά από λίγους μόλις μήνες, με ακολούθησε στο δύσκολο μονοπάτι της οπτικής ανημπόριας. Σε εκείνη χρωστάμε τα γυαλιά χωρίς μπράτσο. Τα παρήγγειλε από το internet και μου τα παρουσίασε με παιδικό σχεδόν ενθουσιασμό, κάνοντας μου έκπληξη, επιδεικνύοντας μου, πως απλά τα στερεώνεις στη μύτη σου και ξαπλώνεις για να διαβάσεις το βιβλίο σου χωρίς να πληγώνονται οι κρόταφοι και τα αυτιά σου! Δε μπορούσε, ή μάλλον τότε, ούτε εγώ δε θα μπορούσα να φανταστώ την έκπληξη που της έκανα λίγους μήνες μετά.
Συνεχίσαμε κάπως έτσι να διασκεδάζουμε το γήρας μας ανακαλύπτοντας πατέντες για να εξυπηρετούμαστε με το λιγότερο ψυχολογικό κόστος, μέχρι που απευθύνθηκα και πάλι στο φίλο μου οφθαλμίατρο.
-         - Βρε ‘συ Νίκο, αφού παιδεύεσαι γιατί δε βάζεις φακούς επαφής;
-          -Τι εννοείς φακούς επαφής; Υπάρχουν φακοί επαφής για πρεσβυωπία;;
-          -Φυσικά!
-          -Και πως βλέπεις μακριά;
-          -Είναι πολυεστιακοί!
-          -Πως γίνεται; Καλά στα γυαλιά όμως στους φακούς;
-          -Είναι ομόκεντροι κύκλοι με το πρεσβυωπικό κομμάτι εξωτερικά. Όταν εστιάζουμε κοντά για να διαβάσουμε η κόρη του ματιού μας ανοίγει και βλέπουμε από την περιφέρεια του φακού επαφής με το πρεσβυωπικό κομμάτι, ενώ όταν κοιτάμε μακριά η κόρη του ματιού συστέλλεται και βλέπουμε μέσα από το μη-πρεσβυωπικό κέντρο του φακού επαφής. Να σου παραγγείλω; Έτσι και αλλιώς το πρώτο ζευγάρι, το δοκιμαστικό, είναι δωρεάν, δε χάνεις τίποτα να δοκιμάσεις.
Όντως, δεν είχα να χάσω κάτι οπότε δέχθηκα και λίγες μέρες αργότερα βρέθηκα και πάλι στο οφθαλμιατρείο προκειμένου να μου μάθει ο συνάδελφος και φίλος πως να βάζω τον φακό επαφής. Σας θυμίζω ότι πριν την κατάρα της πρεσβυωπίας είχα άριστη όραση και δε με είχαν απασχολήσει βοηθήματα όρασης και σίγουρα όχι φακοί επαφής. Μου φαινόταν πολύ παράξενο πως θα κατόρθωνα να κρατώ ανοιχτό το μάτι μου, να αγνοώ το προστατευτικό αντανακλαστικό που κλείνει το μάτι  για να μη τραυματιστεί και να βάζω ένα ξένο σώμα το οποίο μάλιστα θα έμενε εκεί για πολλές ώρες! Έκανα τις πρόβες μου και τελικά το κατάφερα. Έφυγα από το ιατρείο με εφηβικό ενθουσιασμό. Ξανάβρισκα την όρασή μου!
Όντως η επόμενη ημέρα, η πρώτη μέρα με φακούς επαφής, κύλησε υπέροχα. Δε χρειάστηκα καθόλου τα γυαλιά καθ’ όλη τη διάρκεια του ιατρείου. Είχα πάρει καλού-κακού μαζί μου υγρό φακών και αυτά τα μικρά στρογγυλά κουτάκια που φιλοξενούν τους φακούς, μήπως και κάτι προκύψει και πρέπει να τους φυλάξω ή να τους βγάλω. Δε χρειάστηκε να κάνω το παραμικρό την πρώτη μέρα εκτός από το να απολαμβάνω και πάλι την όρασή μου. Να μπορώ να διαβάσω αριθμούς και γράμματα, να εξετάζω τυμπανικές μεμβράνες και σπυράκια, όπως πριν από μερικά χρόνια. Σαν να ξεγέλασα το χρόνο. Ο χρόνος όμως δε ξεγελιέται τόσο εύκολα.
Το βράδυ δοκίμασα πολλές φορές να βγάλω τον φακό και δεν τα κατάφερνα. Τηλέφωνο στον φίλο μου τον οφθαλμίατρο και εκ νέου οδηγίες, που ακολουθήθηκαν με νέες προσπάθειες οι οποίες τελικά στέφθηκαν με επιτυχία και απελευθέρωσα τα μάτια μου από την συλικονούχα μεμβράνη που τα κάλυπτε. Η αλήθεια είναι  ότι οι πρώτες προσπάθειες για να βάλω και να βγάλω τους φακούς τις πρώτες μέρες δεν ήταν εύκολες, όμως η απογοήτευση δεν προήλθε από αυτό. Τη δεύτερη ή τρίτη μέρα δοκιμής των φακών, ή μάλλον πιο σωστά «νύχτα», δέχθηκα με χαρά πρόσκληση για να πιούμε ένα ποτό από φίλη που είχα πολύ καιρό να δω. Η φίλη μου συνομήλικη, οπότε ήταν ευκαιρία να κάνω φιγούρα του καινούργιου μου αποκτήματος: της όρασής μου! Βρεθήκαμε σε πανέμορφη αυλή λεμονόκηπο που φιλοξενεί ένα όμορφο μπαράκι εδώ στο Ρέθυμνο, με τη μουσική να ολοκληρώνει την θετική διάθεσή μου καθώς παράγγελνα με χαρακτηριστική άνεση, χωρίς να αναγκαστώ να πλησιάσω τον κατάλογο στο κερί που έκαιγε στο τραπέζι, ή να αναζητήσω γυαλιά ή να ανάψω το φως από το κινητό ή κάποια άλλη πατέντα προκειμένου να μπορέσω να διαβάσω. Σε λίγο μάλιστα, και αφού είχα εξιστορήσει το πρόσφατο επίτευγμα των φακών επαφής έλεγξα με χαρακτηριστική άνεση την ώρα στο ρολόι μου και έστειλα ένα σύντομο sms από το κινητό μου. Η απογοήτευση ήρθε με το πρόσωπο φίλου που με χαιρέτησε από κάποιο διπλανό τραπέζι, χωρίς όμως να μπορώ να διακρίνω το πρόσωπο. Φόρεσα ένα ευγενικό χαμόγελο, μασκάρεψα την απογοήτευση σε συγκρατημένο αιφνιδιασμό και έστειλα ένα φιλικό ευγενικό νεύμα χαιρετισμό στον άγνωστο γνωστό μου. Τι είχε συμβεί; Γιατί δε μπορούσα να διακρίνω καθαρά σε απόσταση; Η απάντηση απλή, όσο και η ιατρική. Το βράδυ η κόρη του ματιού μας διαστέλλεται έτσι και αλλιώς λόγω του σκοταδιού, και το μάτι που φορά πολυεστιακό φακό βρίσκεται να κοιτάζει και μέσα από το πρεσβυωπικό κομμάτι. Έτσι, η μακρινή εικόνα αποκτά μια άλω, ένα φωτοστέφανο θαμπάδας, που δε μου επέτρεπε να ξεχωρίσω τα χαρακτηριστικά αυτού που βρισκόταν λίγα μέτρα μακριά μου. Αυτό λοιπόν ήταν το τίμημα που έπρεπε να πληρώσω; Όσο και αν προσπάθησα να το υποβαθμίσω, ομολογώ ότι σκίασε την χαρά μου. Η επιλογή λοιπόν καλής νυχτερινής όρασης θα πρέπει να είναι κοντά με φακούς ή μακριά χωρίς φακούς.      
Η τύχη, μου γέλασε για ακόμα μια φορά στη ζωή μου την επόμενη μόλις μέρα στη δουλειά μου. Πρωί-πρωί φόρεσα το καινούργιο μου απόκτημα, που τουλάχιστον την ημέρα δούλευε άψογα και πήγα στο ιατρείο. Ένιωθα λίγο σαν τον Ironman ή κάποιον αντίστοιχο υπερήρωα από αυτούς που γοητεύουν την φαντασία των παιδιών μου, οι οποίοι με τη βοήθεια της τεχνολογίας αποκτούν υπεράνθρωπες δυνατότητες. Έβλεπα μια χαρά με τους πρεσβυωπικούς πολυεστιακούς φακούς επαφής. Εξέταζα θυμάμαι παιδιά μέχρι κάπου εκεί κατά το μεσημέρι, όταν ήρθε η σειρά ενός νεογέννητου. Πρώτη επίσκεψη στον παιδίατρο, γονείς γεμάτοι απορίες και προσμονή. Κάποια στιγμή ασυναίσθητα τρίβω με το χέρι μου το δεξί μου μάτι. Ξέχασα ότι φορούσα φακό και μόλις το θυμήθηκα ο φακός δεν ήταν πια στο μάτι μου. Κατάφερα και τον εντόπισα στο πάτωμα, τον μάζεψα, ζήτησα συγνώμη και πήγα στο μπάνιο για να προσπαθήσω αφού τον ξεπλύνω να τον ξαναβάλω. Δοκίμασα μερικές φορές χωρίς να τα καταφέρω. Ντράπηκα να αφήσω το ζευγάρι με το νεογέννητο να με περιμένουν οπότε φύλαξα τον φακό στη θήκη του και επέστρεψα στο γραφείο μου. Συνέχισα το ιατρείο κανονικά και με έκπληξη διαπίστωσα ότι μπορούσα ακόμα και με τον ένα φακό να δουλεύω κανονικά και να βλέπω κανονικά. Στην επιστροφή προς το σπίτι σταμάτησα στο μαγαζί με τα οπτικά από όπου προμηθεύομαι τους φακούς και η έκπληξή μου συνεχίστηκε με τον οπτικό, επίσης φίλο μου, να μου λέει ότι αυτό που ακούσια εφάρμοσα λέγεται "monovision" και ότι ειδικά στο εξωτερικό είναι πολύ διαδεδομένο. Με έβαλε να εστιάσω σε κάτι σχετικά μικρό σε απόσταση και μου ζήτησε χωρίς να κουνήσω το κεφάλι μου να κοιτάζω συνέχεια το αντικείμενο μέσα από ένα μικρό άνοιγμα που είχα δημιουργήσει με τα χέρια μου, καθώς εκείνος μου κάλυψε το αριστερό μου μάτι και με ρώτησε αν εξακολουθούσα να βλέπω το αντικείμενο, πράγμα που του επιβεβαίωσα. Όταν όμως μου κάλυψε το δεξί μάτι, το αντικείμενο εξαφανίστηκε από το οπτικό μου πεδίο.
-          -Με το δεξί μάτι βλέπεις μακριά και το αριστερό το έχεις για να συμβάλει στην όρασή σου κυρίως στα κοντινά. Όλοι έχουμε ένα επικρατές (dominate) μάτι, με το οποίο βλέπουμε καλύτερα και το χρησιμοποιούμε και κοντά κυρίως όμως για μακριά. Τυχαία σου βγήκε ο φακός από το «καλό» σου μάτι, στην περίπτωσή σου το δεξί, και βλέπεις καλά μακριά, ενώ έχεις φακό στο αριστερό μάτι με το οποίο μπορείς χωρίς πρόβλημα να διαβάζεις και να βλέπεις κοντά. Θα σου έρθει και πολύ πιο οικονομικά, μια που θα χρειάζεσαι μόνο ένα φακό και όχι δύο και μάλιστα δε χρειάζεται καν να είναι πολυεστιακός.
-          -Με αυτό τον τρόπο όμως δεν επιβαρύνω ή δεν δημιουργώ κάποιο πρόβλημα στο μάτι που δεν έχει φακό;
-          -Όχι δεν υπάρχει θέμα.
-          -Δηλαδή συγνώμη, με το «μονοβίζιον» θα μπορώ να βλέπω χωρίς πρόβλημα σε απόσταση και την νύχτα;
-          -Φυσικά, αφού έτσι και αλλιώς με το δεξί μάτι που δεν έχει φακό κοιτάς μακριά!
Δε μπορώ να σας περιγράψω σε ποιον ουρανό πετούσα όταν τα λεγόμενα του οπτικού επιβεβαίωσε τηλεφωνικά και ο οφθαλμίατρος. Από καθαρή τύχη είχα καταφέρει να βρω τρόπο ώστε να βλέπω και πάλι καλά, κοντά αλλά και μακριά ακόμα και τη νύχτα. Σχεδόν έτρεξα στο σπίτι για να πω τα νέα στην καλή μου.
-         - Ελενίτσα μάντεψε! της φωνάζω μπαίνοντας στο σπίτι
-          -Τι έγινε; Τι έπαθες; με ρωτάει προσπαθώντας να μαντέψει την αιτία της υπέρμετρης χαράς μου.
Με περίσσιο στόμφο και περηφάνια της ανακοινώνω ότι εφηύρα το «μονοβίζιον» για να την ακούσω έκπληκτος να με προσγειώνει ανώμαλα απαντώντας μου:
-          -Αμάν μωρέ ‘συ Νίκο με αυτόν τον θηλασμό και τα βυζιά, σου έχει γίνει εμμονή! Τι βρήκες πάλι;
Η αλήθεια είναι ότι μια ψύχωση με τον θηλασμό τη ψιλοέχω, όμως όχι και έτσι!
-         - Πιο θηλασμό παιδί μου; Για τους φακούς επαφής και την όρασή μας σου λέω…
Της εξήγησα, με άκουσε με ενδιαφέρον και με λίγη προσπάθεια μερικών ημερών βρέθηκε και εκείνη να απολαμβάνει τα ευεργετήματα του μονοβίζιον (και όχι μονοβύζιον).
Ακόμα και σήμερα, κοντά τέσσερα χρόνια αργότερα, έχει να το λέει το πόσο μου χρωστά για το δώρο που της έκανα με τον φακό επαφής πρεσβυωπίας στο ένα μάτι της. Χρειάστηκε μια προσπάθεια μέχρι να συνηθίσουμε το βάλε βγάλε του φακού επαφής, όμως τα καταφέραμε ευκολότερα από ότι περιμέναμε. Απολαμβάνουμε την απορία στο πρόσωπο των συνομήλικων ή σε κάποιες περιπτώσεις και των νεότερων μας όταν μας βλέπουν να γράφουμε και να διαβάζουμε με χαρακτηριστική άνεση ενώ πλέον, και το βράδυ, η όρασή μας είναι μια χαρά. Τα γυαλιά τα χρειαζόμαστε μόνο την νύχτα όταν βγάζουμε για λίγες ώρες τον φακό επαφής. Ακόμα αναρωτιόμαστε γιατί περισσότεροι μεσήλικες σαν εμάς δε καταφεύγουν στην ίδια λύση. Γιατί οι οφθαλμίατροι δεν το προτείνουν συχνότερα και κυρίως γιατί ακόμα και φίλοι που τους το έχουμε προτείνει δε το υιοθετούν με ενθουσιασμό; 
Μάλλον τα "μεγάλα παιδιά" δεν υιοθετούν εύκολα καινούργιες συνήθειες... 
Να είστε όλοι καλά και τα παιδιά μας καλύτερα!


Τετάρτη 18 Ιουλίου 2007

Καλοκαιρινή ιστορία με (απ)αισιόδοξο τέλος!



Το καλοκαίρι θέλει τις διακοπές του. Ότι και να λέμε, κάτι η ζέστη, κάτι η κούραση της δουλειάς και της ρουτίνας, θέλεις να ξεφύγεις λίγο. Παραλία, βιβλίο, μπανάκι στη θάλασσα, ψαράκι στο ταβερνείο δίπλα στο κύμα. Σιέστα το μεσημέρι με αεράκι από ανεμιστήρα, μπανάκι και βιβλίο το απόγευμα και βόλτα στην αμμουδιά με μια κομπανία να παίζει σε κάποιο ταβερνάκι, με φόντο το φεγγάρι που καθρεφτίζεται στην θάλασσα.
Απαραίτητο συστατικό η καλή παρέα! Ακόμα και αν αυτή είναι ο εαυτός σου. Πόσο μάλλον αν μιλάμε για 3-4 άτομα, παραπλήσιας ηλικίας και ενδιαφερόντων. Δύσκολα δεν περνάς καλά με τα παραπάνω συστατικά στην συνταγή. Βέβαια οι φίλοι μας ήταν λάτρεις και του βουνού, και της πεζοπορίας. Ευτυχώς, δεν είναι λίγα τα μέρη που τα συνδυάζουν και τα δύο!
Σε ένα τέτοιο μέρος η Μιράντα και ο Πέτρος είχαν φτιάξει το εξοχικό τους. Το πατρικό της Μιράντας στο χωριό, ανακαινισμένο ώστε να προσφέρει στους επισκέπτες του όλα τα κομφόρ. Η παρέα γνωστή, με μία επικίνδυνη προσθήκη, τον Μάρκο. Όχι, δεν τον καταζητούσε η ιντερπόλ, ούτε είχε κάποια ψυχιατρική ή άλλη νόσο, απλά ήταν αχώριστος με το Θησέα! Μη βιάζεστε να βγάλετε συμπεράσματα. Η παρέα δεν είχε κανένα πρόβλημα με την ομοφυλοφιλία, έτσι και αλλιώς ο Θησέας ήταν ένα πανέμορφο και πανέξυπνο λαμπραντόρ. Άνθρωπος και σκύλος λοιπόν, πήγαιναν σετάκι. Το δε εξοχικό της Μιράντας και του Πέτρου ήταν ιδανικό για ζώα. Μεγάλος κήπος με δένδρα και άπειρες γωνιές για παιχνίδι και αραλίκι!
Ούτε με τα ζώα είχε πρόβλημα η παρέα. Άλλωστε βασικά μέλη του team ήταν η Παυλίνα και ο Λάκης, ο γλυκός κουνεΛάκης. Το δεύτερο άνθρωπο-ζώο σετάκι! Και το πρόβλημα! Ο Λάκης εδώ και χρόνια δεν έχει χάσει καμία εκδρομή. Εδώ και πολλά χρόνια, και αυτό από καιρό φαίνεται. Ο ακούραστος κούνελος που έτρεχε και πηδούσε σχεδόν ασταμάτητα, τώρα προτιμά κάποια αγκαλιά ή ακόμα καλύτερα την γωνίτσα του, μέσα στο καλαθάκι από όπου απολαμβάνει την παρέα, ξεκουράζοντας το γέρικο πια κορμάκι του. Όλα καλά λοιπόν με την συνταγή, όμως θα δέσει το γλυκό μεταξύ Θησέα και Λάκη; Όχι τίποτα άλλο αλλά όλη η παρέα εύχεται να δέσει το γλυκό μεταξύ Παυλίνας και Μάρκου! Των άμεσα ενδιαφερόμενων συμπεριλαμβανομένων.
Ο Μάρκος είναι συνάδελφος του Πέτρου. Κάπου είδε ο Μάρκος μια φωτογραφία της Παυλίνας και εκδήλωσε ενδιαφέρον. Κάπου ο Πέτρος, και καλά είχε την έμπνευση «πως θα σου φαινόταν ο Μάρκος για την Παυλίνα μας;». Κάπου ξύπνησε η προξενήτρα μέσα στην Μιράντα. Βγήκανε όλοι μαζί, έγινε το κονέ, αλληλοαρεστήκανε off the record και στήθηκε το σκηνικό της καλοκαιρινής εκδρομής στο χωριό!
Αυτό που τους έφερνε πιο κοντά, ήταν αυτό που η παρέα φοβόταν μήπως τους χωρίσει! Η αγάπη τους για τα ζώα.
Χωρίς να υπάρχει εναλλακτική, η παρέα των τεσσάρων και των δύο ζωντανών, αισίως έφτασε στον προορισμό της. Όλα κυλούσαν παραπάνω από καλά. Το ζεύγος κουνέλι-σκύλος συνυπήρξε χωρίς κανένα πρόβλημα! Βέβαια για καλό και για κακό, ο Θησέας ήταν κυρίως έξω, ενώ ο Λάκης κυρίως μέσα. Το δε ζεύγος Μάρκου-Παυλίνας τα πήγαινε επίσης ανέλπιστα καλά!
Τα σκηνικά παρόμοια με όσα περιέγραφα στην αρχή, με ατελείωτες συζητήσεις στην βεράντα…
«Μην παρεξηγήσεις αυτό που θα πω! Τον συμπαθώ πολύ τον Θησέα, όμως ομολογώ ότι με πικραίνει λίγο έτσι που τον βλέπω να τρέχει και να χαίρεται».
Το βλέμμα του Μάρκου όλο απορία, σχεδόν την πανικόβαλε. «όχι, δεν εννοώ κάτι κακό για τον Θησέα! Το αντίθετο, απλά σκέφτομαι το κακό για τον Λάκη μου. Δεν είμαι χαζή το βλέπω ότι σιγά σιγά σβήνει».
Ο Μάρκος δεν έχασε την ευκαιρία για μια τρυφερή επαφή. Της έκανε κάτι μεταξύ μαλακού μασάζ και χαϊδέματος στον αυχένα της. Την χαλάρωσε. Την χαλάρωσε τόσο, που η σκέψη της ξέφυγε από τα χείλη της: «Όταν πεθάνει ο Λάκης θα ήθελα να τον φέρω να τον θάψω εδώ», σαν να συνειδητοποίησε ξαφνικά τι είπε, βιάστηκε να συμπληρώσει «δεν το έχω πει σε κανέναν αυτό!». Τραβώντας την ελαφρά προς τα πάνω του, της ψιθυρίζει «είμαι σίγουρος ότι ο Πέτρος και η Μιράντα δεν θα έχουν κανένα πρόβλημα, όμως μην μαυρίζεις προκαταβολικά την ψυχούλα σου», και βάλθηκε να την αποσπάσει από τις μαύρες σκέψεις.
Οι μέρες κυλούσαν ήρεμα και έντονα, στην σωστή αναλογία. Όλοι ήταν ευχαριστημένοι. Η Παυλίνα ήταν τόσο ευτυχισμένη που δεν μπορούσε να το πιστέψει. «Να δεις που κάτι θα γίνει και θα στραβώσει η φάση» λέει στην Μιράντα, «κουνήσου από την θέση σου γρουσούζα! Όλα καλά θα πάνε». Και ενώ το φοβόταν από τον Λάκη, της προέκυψε από τον Μάρκο. Τουλάχιστον αρχικά!
Δεν ήταν τίποτα σοβαρό. Ένα κρυολόγημα, που κατάφερε όμως να ρίξει τον Μάρκο στο κρεβάτι πριν την Παυλίνα. Και μάλιστα με έντονες μυαλγίες και πυρετό. «Μη, μη με πλησιάζεις και σε κολλήσω!» την παρακαλούσε, όμως εκείνη ξεκόλλησε από το πλάι του μόνο όταν τον πήρε ο ύπνος. Ήταν μεσημέρι όταν κοιμήθηκε!
Ξύπνησε την επόμενη νωρίς το πρωί. Πολύ νωρίς το πρωί. Ένιωθε και πάλι τις δυνάμεις του να επανέρχονται, πεινούσε όμως! Πήγε στην κουζίνα και τρώγοντας ένα κομμάτι κρύας πίτσας προσπαθούσε να βάλει σε μια σειρά τις συγκεχυμένες μνήμες από το προηγούμενο βράδυ. Θυμάται, τον Πέτρο να του φέρνει κάτι να φάει και ένα αντιπυρετικό. Θυμάται, να τρώει μόνο το δεύτερο και σχεδόν αμέσως να ξανακοιμάται. Αμυδρά θυμόταν και μια φασαρία από το κάτω μέρος του σπιτιού. Θυμάται, τον Πέτρο να του λέει κάτι του στυλ «έλα άντε ξεκουράσου και θα τα πούμε αύριο…» και να του αφήνει ένα πιάτο σούπα δίπλα στο κρεβάτι του. Άκουσε την συμβουλή του φίλου.
Όταν ξύπνησε η παγωμένη σούπα δεν τον συγκίνησε, σε αντίθεση με την παγωμένη πίτσα που την τσάκισε! Άρχισε να αποκτά ικανοποιητικά επίπεδα γλυκόζης και βγήκε να καλημερίσει τον Θησέα του. Ο πιστός του φίλος παράτησε ότι έκανε και έτρεξε σαν τρελός στην αγκαλιά του. Παραλίγο να τον σωριάσει κάτω από τον ενθουσιασμό! Όταν χόρτασε χάδια, έφυγε τρέχοντας, σαν να του λέει περίμενε να σου δείξω τι ανακάλυψα! Φεύγει σφαίρα, για να επιστρέψει μετά από λίγα δευτερόλεπτα κρατώντας περήφανα στο στόμα, ένα λερωμένο χνουδωτό πράγμα, τον …Λάκη! Το άψυχο κουνέλι, λερωμένο με σάλια και χώματα, κουνιόταν όπως είχε καιρό να κουνηθεί είναι η αλήθεια, κρεμασμένο από τα σαγόνια του Θησέα.
Μόλις ανέκτησε την ψυχραιμία του ο Μάρκος, του απέσπασε το άψυχο κορμάκι. Όσο πιο αθόρυβα μπορούσε, μπήκε στο σπίτι, πήρε μια πετσέτα και ένα σαμπουάν. Βγήκε και βρέθηκε στην άκρη του κτήματος να πλένει τον κακομοίρη Λάκη. Ο Θησέας μόνο να τον βοηθήσει δεν προθυμοποιήθηκε, για αυτό βρέθηκε δεμένος σε ένα δένδρο, να διαμαρτύρεται. Όχι εντόνως είναι η αλήθεια, μια ματιά από τον τσαντισμένο Μάρκο αρκούσε! «Δεν φτάνει που από τους δυο μας εσύ έπνιξες το κουνέλι, έπρεπε να το κάνεις και άχρηστο!», μονολογούσε καθαρίζοντας τον Λάκη, και απορώντας και ο ίδιος με τους μυστήριους μηχανισμούς άμυνας που λειτουργούσαν μέσα του και έφερναν στην επιφάνεια αυτό το μαύρο χιούμορ. Το είχε συμπαθήσει το ζωντανό και ακόμα περισσότερο είχε συμπαθήσει την κυρά του, και ήξερε τι σήμαινε για εκείνη ο θάνατός του. Προσπάθησε λοιπόν να το κάνει όσο πιο όμορφο γινόταν, ή τουλάχιστον να δείχνει έτσι. Έπλυνε και το δυσκολότερο στέγνωσε τον Λάκη. Επιστράτεψε ένα πιστολάκι και μια πρίζα στην μέση του πουθενά, σε ένα σπιτάκι για εργαλεία ή κάτι τέτοιο. Και όλα αυτά μέσα σε λιγότερο από μισή ώρα.
Επέστρεψε λοιπόν στο σπίτι, εναπόθεσε τον Λάκη στο καλαθάκι του, και θαύμασε για λίγο το έργο του. Ούτε ο καλύτερος νεκροθάφτης να ήμουν σκέφτηκε, καθώς το σχέδιο του έμοιαζε να πιάνει. Όλοι στο σπίτι κοιμόντουσαν ακόμη, μια και η πείνα τον είχε ξυπνήσει αρκετά νωρίς. Η Παυλίνα θα πίστευε ότι ο Λάκης είχε τον καλύτερο θάνατο, ότι δηλαδή πέθανε στον ύπνο του και μάλιστα τώρα θα μπορούσε να πραγματοποιήσει την τελευταία της επιθυμία για το κουνελάκι της. Να θαφτεί σε τόπο αγαπημένο, όπου γέμισε με ευτυχισμένες στιγμές την ζωούλα του.
Αυτά σκεφτόταν πίνοντας την πρώτη γουλιά καφέ που μόλις είχε φτιάξει. Όχι πως τον χρειαζόταν με τόση αδρεναλίνη. Όταν άκουσε βήματα από τα υπνοδωμάτια. Ήταν η Παυλίνα! Πρώτη φορά αντίκρισε τόσο γρήγορη εναλλαγή συναισθημάτων σε ένα πρόσωπο. Μια ανεπαίσθητη θλίψη, μετατράπηκε σε χαμόγελο ανακούφισης μόλις τον είδε, για να αφήσει μια κραυγή πανικού, ενώ σωριαζόταν στο πάτωμα λιπόθυμη!
Ενδιαφέρον έχει να παρακολουθήσουμε την τελευταία σκηνή μέσα από το μυαλό της Παυλίνας. Ποιες ήταν οι τελευταίες της σκέψεις πριν χάσει τις αισθήσεις της.
Ξύπνησε νωρίς. Σχεδόν δεν είχε καταφέρει να κοιμηθεί καθόλου και ήρθε και αυτό το όνειρο.. Ο Λάκης έπαιζε στον κήπο, όπως πριν χρόνια, ανάλαφρος και χαρούμενος. Έτσι όπως πηδούσε από εδώ και από εκεί ξαφνικά άρχισε να αιωρείται, να πηδά με την ίδια άνεση χωρίς να πατά στην γη, χαρούμενος όσο ποτέ, πετούσε και πηδούσε ανάλαφρος σαν σύννεφο, ώσπου ενώθηκε με τα υπόλοιπα σύννεφα του ουρανού και σαν να έπαιζε μαζί τους πια έγινε ένα με τον ουρανό. Σε έναν όμορφο γαλάζιο ουρανό. Δεν ήταν εφιάλτης, θα τολμούσε να πει ότι ήταν ένα αισιόδοξο όνειρο. Είχε από καιρό εξοικειωθεί με την ιδέα του θανάτου του μικρού της. Δεν άντεχε να τον βλέπει να γερνά, δεν ήθελε με τίποτα να τον δει να βασανίζεται. Θα ήθελε να έφευγε ήσυχος. Όπως έφυγε χθες το βράδυ, στην αγκαλιά της εκεί που κοιμόταν, με όλη την παρέα να σιγοτραγουδά στην βεράντα, με την συνοδεία της κιθάρας του Πέτρου! Κάπως έτσι το ονειρευόταν και κάπως έτσι έγινε. Και τώρα ο Λάκης της αναπαύετε σε ένα από τα πιο αγαπημένα του μέρη και σίγουρα παίζει με τα σύννεφα ευτυχισμένος. Αυτές τις γλυκόπικρες σκέψεις έκανε όταν αντίκρισε το όμορφο πρόσωπο του Μάρκου να της χαμογελά. Θέλοντας να τον προετοιμάσει για το δυσάρεστο, έστρεψε το κεφάλι της για να δείξει με το βλέμμα της το άδειο καλαθάκι του Λάκη. Μόνο που το καλαθάκι δεν ήταν άδειο…