Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2015

Μακάρι να μη χαθούν άλλες ψυχές στις θάλασσες μας!



Κάθομαι στη θαλπωρή του ιατρείου μου. 
Ροκ μουσική από το κομπιούτερ παντρεύεται με το κελάηδισμα
 των καναρινιών έξω από το παράθυρο. Πρωί-πρωί τους έβαλα φρέσκο νερό, λίγο μήλο και λίγο λάχανο.  


Τα παιδιά και τα μωρά εναλλάσσονται στο εξεταστήριο σαν τις φωτογραφίες των παιδιών μου  στη ψηφιακή κορνίζα. Χαρούμενα παιδιά και γονείς. Πειραζόμαστε, αστειευόμαστε.. ακόμα και ο πόνος του εμβολίου περνά στα ψιλά γράμματα. 
Το μάτι μου πέφτει συχνά πυκνά στις φωτογραφίες των δικών μου. Βαθύς αναστεναγμός ξεφεύγει από το στήθος μου. 144 φωτογραφίες στο φλασάκι και εμένα μου φαίνεται ότι συνέχεια προβάλλονται εκείνες με τα μικρά μου να παίζουν με το υγρό στοιχείο. Ο Ερμής σχεδόν από το βυθό κάποιας θάλασσας στην νότια Κρήτη μου κάνει το σήμα της νίκης. Η Χαρούλα μου, αναδύεται μέσα από τεράστιες φυσαλίδες αέρα που έχουν ξεφύγει από το στόμα και την μύτη της καθώς οδεύει προς την επιφάνεια. Ο κόμπος φτάνει στο λαιμό μου καθώς σκέφτομαι τα παιδιά που βίωσαν την θάλασσα ως τη τελευταία μακάβρια αγκαλιά στη σύντομη διαδρομή τους σε αυτόν τον κόσμο. Με δυσκολία συγκρατώ τα δάκρυα μου αλλά και το φόβο για το τι θα αντιμετωπίσω τις επόμενες μέρες. Όλα φιλτράρονται από το άγχος για το επικείμενο ταξίδι στην Μυτιλήνη.
Παρασκευή και 13 θα είμαστε εκεί με την Αλεξάνδρα. Διάβασα το μήνυμα στο facebook και δε μπορούσαμε να μην ανταποκριθούμε
«Κάνω προσωπική έκκληση και παρακαλώ θερμά, κάθε συνάδελφο Παιδίατρο που υπάρχει εδώ, να βάλει τη Λέσβο σαν πρώτη προτεραιότητα και να έρθει, έστω για δυο μέρες. Οι μικροί μας φίλοι που έρχονται από μακριά μας έχουν ανάγκη. Όχι απλή ανάγκη. Τους δολοφονούν. Το ιατρείο χρειάζεται κάλυψη Παιδιατρική από Δευτέρα. Παρακαλώ θερμά τον κάθε έναν χωριστά. Περιμένω τα pm σας.»
Πόσες φορές μας δίνεται η ευκαιρία να μετρήσουμε την ψυχή μας; Αν δεν το κάνουμε φοβάμαι πως θα αδειάσουμε μέσα μας. Δε θα έχουμε να δώσουμε τίποτα σε όσους αγαπάμε. Πρώτα στον άλλο και μετά στον εαυτό μας. Αλλιώς ο κόσμος μας μικραίνει επικίνδυνα.


Παρασκευή και 13 ο καιρός προβλέπεται αίθριος για όλο το Σαββατοκύριακο. Τι ειρωνεία; Γρουσούζικη ημερομηνία με καλό καιρό! Όλα εξαρτώνται από την οπτική γωνία που θα τα δεις. Δε θα γίνουμε μούσκεμα από την βροχή , όμως θα κατακλυστεί η παραλία από βάρκες!
«Εξήντα οχτώ βάρκες βγήκαν την επόμενη από όταν φύγαμε, εγώ είδα μέχρι τριάντα όσο ήμουν εκεί. Βάλε περισσότερα από πενήντα άτομα στην καθεμία... Όταν είναι παιδιά χωράνε περισσότερα» μου διηγείται φίλη που ήταν εκεί την περασμένη εβδομάδα. Ο καλός καιρός θα επιτρέψει σε περισσότερο κόσμο να αποτολμήσει το ταξίδι, όμως τουλάχιστον μειώνονται οι πιθανότητες για κάποιο ναυάγιο.


Που να φανταστώ ότι θα διαβάζω τα τελευταία δεδομένα για την αντιμετώπιση πνιγμού παιδιού σε αλμυρό νερό και την υποθερμία. Ποιος να μου το έλεγε ότι μετά το  πρόσφατο συνέδριο της Παγκρήτιας Παιδιατρικής και τα μαθήματα θηλασμού για έγκυες στο Ιατρείο Κοινωνικής Αλληλεγγύης, θα βρεθώ στους Σαμαρείτες του Ερυθρού Σταυρού του Ρεθύμνου, για να αναμοχλεύσω τις από καιρό καταχωνιασμένες γνώσεις μου στην καρδιοαναπνευστική αναζωογόνηση. Τριάντα καρδιακές συμπιέσεις και δύο αναπνοές, εκτός αν είναι κάτω των 8 χρονών ή λιγότερο από 25 κιλά όποτε κάνουμε δεκαπέντε και 2, και ελέγχουμε στο πρώτο λεπτό… Πήρα μαζί μου στο σπίτι για το Σαββατοκύριακο την μικρή Annie, μια κούκλα ομοίωμα βρέφους για να προπονηθώ στις μαλάξεις και στις εμφυσήσεις στόμα με στόμα. 
Εκεί, στο σεμινάριο, τα κουτσοκατάφερνα. Στο σπίτι δε μπόρεσα να βγάλω την κούκλα από τη θήκη της. Ευτυχώς χθες που την επέστρεψα και κάναμε πάλι πρακτική ένιωσα ότι τα πήγαινα καλά. Ελπίζω να μη χρειαστεί να γεφυρώσω την θεωρία με την πράξη. Εύχομαι οι εξειδικευμένες γνώσεις μου να περιοριστούν στο να εκτιμήσω κανένα παιδάκι με πυρετό ή βήχα. 
Μακάρι να ζεσταίνω και να αλλάζω ρούχα όλη τη μέρα σε παιδιά που βγαίνουν μουσκεμένα, ταλαιπωρημένα και κουρασμένα… Μακάρι να φανεί χρήσιμο μόνο το χαμόγελό μου και απλώς να καθησυχάζω αγχωμένους, φοβισμένους ανθρώπους που εκτός από κάτι ζεστό να πιούν και να φορέσουν, δε θα χρειάζονται κάτι περισσότερο. Ο "γητευτής των μωρών" με αποκαλούσαν χαϊδευτικά οι συνάδελφοι μου, όταν έκανα ειδικότητα. Ας μείνω σε αυτή μου την ιδιότητα. Να ζεσταίνω παιδικές ψυχούλες αντί να παλεύω για να τις κρατήσω κοντά μας.

Να είστε όλοι καλά και τα παιδιά μας καλύτερα!

Τρίτη 4 Αυγούστου 2015

Την Περβόλα και τα μάτια σας!

 Ζεστή μέρα η σημερινή! 
Τα τζιτζίκια, σχεδόν σε ξεκουφαίνουν με το τραγούδι τους, σε ένα διαγωνισμό έντασης και διάρκειας. Κάποιες στιγμές θαρρείς ότι αρχίζουν και ξεχνούν να σταματήσουν. Όπως προστίθενται δε, όλο και περισσότερα στη συγχορδία μοιάζει η φύση ολάκερη να φωνάζει. Οι μυρωδιές της συκιάς και του πρόσφατα σκαμμένου ηλιοκαμένου χώματος, μαζί με τις παιδικές φωνές που ανταγωνίζονται το «τζιτζίκισμα», με πετάνε σε εξορμήσεις στο βυθό της μνήμης μου. Βρίσκομαι στην Καβάλα των παιδικών καλοκαιριών με τον αδερφό μου και τον ξάδερφό μας να σκαρφαλώνουμε σε βράχια και να καταλήγουμε στη θάλασσα. Βουλιάζω ακόμα πιο βαθιά στη μνήμη, στα ατέλειωτα παιχνίδια στην αυλή του πατρικού μου στην Αθήνα, με τις δύο γεροσυκίες να δεσπόζουν ακόμα και σήμερα αριστερά και δεξιά του σπιτιού. Χώμα, οσμή από σύκα και ατέλειωτο παιχνίδι, τα καλοκαίρια που πέρασα σαν παιδί και περνάνε τώρα με τη σειρά τους τα δικά μου.
Βρισκόμαστε στο κέντρο του Ρεθύμνου. Απίστευτο και όμως αληθινό. Δύο στρέμματα γης, η «Περβόλα», όπως τη γνωρίζουν οι παλιότεροι Ρεθυμνιώτες, κρυμμένη μέσα στα σπίτια της παλιάς πόλης. Πρόκειται για την πίσω αυλή ενός σπιτιού που πρέπει να έχει βιώσει στιγμές δόξας ως περβόλι. Τα τελευταία χρόνια, έχει γνωρίσει την απόλυτη εγκατάλειψη. Αγριόχορτα, ένα μέτρο ύψος, καλύπτανε το σύνολό της έκτασης. Ανάμεσά τους, παρατημένα λάστιχα ποτίσματος, σκουριασμένα εργαλεία και άλλα μεταλλικά αντικείμενα που από την πολυκαιρία δυσκολευόσουν πλέον να αναγνωρίσεις. Αποτελούσε καταφύγιο για λογιών-λογιών τρωκτικά και έντομα. Τα λίγα δέντρα που είχαν επιζήσει της εγκατάλειψης και αυτά άγρια. Κλήμα στην άκρη του τοίχου, να σκαρφαλώνει σε ένα ταλαιπωρημένο μεταλλικό στήριγμα.  Δύο ροδιές, τρεις μεγάλες συκιές να φτιάχνουν μικρές σπηλιές με τα φυλλώματά τους. Από μια λεμονιά, μανταρινιά και νερατζιά, που στα κλαδιά τους φιλοξενούν πουλιά και πεταλούδες. Ένας μικρός άγριος παράδεισος που περίμενε να τον ανακαλύψουν και να τον τιθασέψουν.
Η έμπνευση ήρθε από ένα δάσκαλο του σχολείου μας και στην υλοποίησή της συνέβαλαν ο σύλλογος γονέων και κηδεμόνων, ο  δήμαρχος, η εκκλησία και σίγουρα οι ιδιοκτήτες. Οι άνθρωποι που έμεναν πριν από αρκετά χρόνια στο σπίτι, έχουν προχωρήσει με το δικό τους τρόπο τη ζωή τους. Το Ρέθυμνο, με το πατρικό τους και την τεράστια αυλή του, μοιάζει προς το παρόν να μην έχει θέση σε αυτή. Έτσι, επικοινώνησε ο Δήμος μαζί τους, ζήτησε και πήρε την έγκριση για την παραχώρησή της στο σχολείο μας, ώστε να την καλλιεργήσουμε. Το σκεπτικό μας είναι να έρθουν σε άμεση επαφή με τη φύση οι μαθητές μας. Να δουν από κοντά και να ζήσουν, πως φυτεύουμε τους σπόρους στη γη, πως στη συνέχεια τη περιποιούμαστε, ώστε να αναπτυχθούν, και τελικά πως συλλέγουμε τους καρπούς για να καταλήξουν στο τραπέζι μας. Είναι τόσο μεγαλεπήβολα τα σχέδια μας, ώστε φιλοδοξούμε να τροφοδοτήσουμε με τα δικά μας κηπευτικά το συσσίτιο που απολαμβάνουν τα παιδιά του ολοήμερου. Θεσπισμένο από δεκαετίες, το συσσίτιο που προσφέρει η ενορία της Μικρής Παναγίας, στην οποία ανήκει το σχολείο μας, για τους μαθητές του ολοήμερου, έγινε στις μέρες μας χρησιμότερο από ποτέ, μια που το σκληρό πρόσωπο της οικονομικής κρίσης  αντικρίζουν αρκετές οικογένειες μας. Προσδοκούμε λοιπόν, τα παιδιά μας να τρώνε τις δικές τους ντομάτες, αγγούρια, κολοκύθια, φασόλια, πατάτες και κάθε λογής ζαρζαβατικά αλλά και φρούτα, όπως καρπούζια, πεπόνια, σύκα και ίσως σταφύλια.
Θα τα καταφέρουμε; Άγνωστο.
 Έχουμε όμως ήδη κερδίσει, δύο δασκάλους του σχολείου μας, που μέσα στο καλοκαίρι ασχολούνται με τους μαθητές τους, καθώς και αρκετούς γονείς που γνωριστήκαμε και ήρθαμε κοντά μέσα από την προσπάθειά μας να αναστήσουμε ένα περβόλι. Ελπίζουμε ότι το φθινόπωρο θα έρθουν και άλλοι 
δάσκαλοι και γονείς από το σχολείο μας. Μας συνδράμανε υπάλληλοι του δήμου και της εκκλησίας, ξεχορταριάσαμε τον τόπο, τον οργώσαμε στο κομμάτι που φυτέψαμε, και καθαρίσαμε από μπάζα και σκουριασμένα αντικείμενα τον υπόλοιπο. Κάτι περισσότερο από το ένα τρίτο το σκαλίσαμε, το φυτέψαμε, υποστηρίξαμε με καλάμια τα μικρά φυτά και φτιάξαμε σκηνές που θα ζήλευαν ινδιάνοι, όπου αναρριχώνται ήδη τα φασόλια μας. Μέχρι και σκιάχτρο σκαρώσαμε μαζί με τα παιδιά. Γιατί όλα τα κάνουμε μαζί με τα παιδιά μας και αυτό είναι το μεγαλύτερο όφελος από την ενασχόλησή μας με την «Περβόλα». Τρεις φορές την εβδομάδα, στις επτά το απόγευμα, συγκεντρώνεται μια γλυκιά συμμορία, η «Συμμορία της Περβόλας». Πιτσιρικαρία,  από έξι μέχρι δώδεκα χρονών, μαζί με γονείς και φίλους που έρχονται να γνωρίσουν από κοντά το εγχείρημα, συγκεντρωνόμαστε, φροντίζουμε τα φυτά μας, τα ξεχορταριάζουμε, τα ποτίζουμε, τα στηρίζουμε και αφού όλα μπουν σε μια σειρά, τα παιδιά αρχίζουν το παιχνίδι και οι γονείς ολοκληρώνουμε την …βρωμοδουλειά!
Αρχικά τα πρωτεία, πριν καθαρίσουμε όλη την περιοχή, την είχε το κρυφτό. Τα παιδιά, με το που μπαίναμε στην αυλή έβλεπαν τους μεγάλους, ακούγανε τις οδηγίες μας και αναλάμβαναν εκείνα να φυτέψουν στους μικρούς λάκκους ή στα αυλάκια που ανοίγαμε, τις ντοματιές, τα καρπούζια, τις πιπεριές και ότι άλλο κηπευτικό φέρναμε εμείς οι γονείς αλλά και γείτονες για την Περβόλα. Μουλιάσαμε για μερικές ώρες φασόλια, σκάψαμε ένα μικρό αυλάκι και με τα μικρά τους δακτυλάκια θάβανε στις άκρες τα φασόλια. Στην επόμενη μας μάζωξη, τα φασόλια είχαν ήδη φυτρώσει, ξεδιπλώνοντας τον μικρό κορμό τους με ένα φυλλαράκι στην άκρη σαν μια μικρή σημαία, έμβλημα της ύπαρξής τους. Παρόμοια μαγική εξέλιξη είχαν και κάτι μικρά-μικρά καλαμπόκια που ο Χαμπίμπ, ένας πιτσιρικάς από τη Συρία, είχε βάλει σε πλαστικό μπουκάλι με νερό και χώμα και είχαν πετάξει φύτρες. Φτιάξαμε στη σειρά μικρούς λάκκους, τα φυτέψαμε και τους βάλαμε για σημάδι χρωματιστά καλαμάκια. Σε λίγες μόλις μέρες, τσουπ, ξεπήδησαν δίπλα στα καλαμάκια, μικρές φύτρες καλαμποκιών. Ο ενθουσιασμός των παιδιών, συναγωνίζεται αυτόν των γονιών τους. Ειδικά τις πρώτες μέρες, τα παιδιά έριχναν μπόλικη δουλειά. Δεν είχαμε σύστημα ποτίσματος, οπότε κάναμε αλυσίδα με κουβάδες. Η Αμίρα μαζί με τη Χαρούλα μου, γεμίζανε τους κουβάδες και τα ποτιστήρια και ο Στέλιος μαζί με τον Αλή και τον Ερμή αναλάμβαναν το κουβάλημα των ποτιστηριών, καθώς άλλα παιδιά φυτεύανε.
Αφού τελειώνανε τις δουλειές, πριν καλά-καλά τα πάρουμε χαμπάρι, αρχίζανε το κρυφτό. Κάποιος τα "φιλούσε" στο κορμό ενός δένδρου και οι υπόλοιποι εξαφανίζονταν σε φυσικές κρυψώνες της Περβόλας. Τι όμορφα που ηχούσε αυτό το «φτου Ντούνια» και πόσο μαγικά έπαιζαν παιδιά από όλα τα μέρη του κόσμου. Μου θύμισε μια ιστορία με πρωταγωνιστή εμένα και ένα νήπιο αγγλάκι, που έχω ακούσει πολλές φορές να εξιστορούν οι δικοί μου. Ήμασταν λέει στο Λονδίνο και είχαμε πάει με τους γονείς μου σε ένα από τα πολλά πάρκα του. Εκεί εγώ έφυγα από κοντά τους και πριν το καταλάβουν άρχισα να παίζω με ένα άλλο μικρό παιδί που βρήκα. Παίζαμε αρκετή ώρα αλλάζοντας διάφορα παιχνίδια και η εύλογη απορία των δικών μου είναι πως καταφέρναμε να συνεννοηθούμε τη στιγμή που εγώ δε γνώριζα σχεδόν καμία λέξη στα αγγλικά. Εδώ δε πρέπει να είχα περισσότερα από δυό-τρία χρόνια που πρόβαρα τα ελληνικά μου, πόσο δε μάλλον μια ξένη γλώσσα. Το σενάριο που επέλεξε η ζωή ήταν ακόμη πιο ευφάνταστο! Ο μικρός μου φίλος, όπως πληροφορήθηκαν από την μητέρα του, ήταν από τη γέννησή του κωφός. Επικοινωνούσε μόνο με νοήματα και προφανώς αυτά ήταν και παραήταν αρκετά για να επικοινωνήσουμε ένα ελληνάκι με ένα αγγλάκι. Τι σοφία όμως κρύβεται πίσω από την μοίρα που θέλει τέσσερα παιδάκια μαζί με τη μαμά τους  να ταξιδεύουν οδικώς από τη Συρία, μέσα από τη Τουρκία, στη συνέχεια με μια βάρκα του τρόμου να περνούν στην Μυτιλήνη από όπου έρχονται στην Κρήτη για να ενωθούν με τον πατέρα της οικογένειας που είναι εδώ και περισσότερα από δέκα χρόνια στο τόπο μας. Τι παράξενα παιχνίδια του ριζικού θέλουν αυτά τα παιδάκια να παίζουν πριν από μόλις δύο μήνες στο σπίτι τους στα παράλια της Συρίας και σήμερα στην Περβόλα στο Ρέθυμνο μαζί με τα παιδιά μου. Και μοιάζουν τόσο μα τόσο χαρούμενα. Από τα πιο γλυκά παιδικά χαμόγελα, καθώς βοηθούν με τα φυτά και μετά απορροφούνται στο παιχνίδι με τους καινούργιους τους φίλους και συμμαθητές.
Τα φυτά μας ρίζωσαν και μεγάλωσαν, ενώ το πότισμα ανέλαβαν λάστιχα με τρυπούλες -μπεκάκια- σε κάθε λακκάκι. Η δουλειά μας έτσι, προς το παρόν, περιορίστηκε στο ξεχορτάριασμα και την υποστήριξη με καλάμια. Αναμένουμε την καρποφορία, με τα πρώτα δείγματα μελιτζάνας και πικραγγουριών να είναι πολλά υποσχόμενα. Τα παιδιά, βοηθούν για κανά μισάωρο και στη συνέχεια απορροφούνται από τον βασιλιά των σπορ. Μόλις καθαρίσαμε μια μικρή έκταση την οποία δε φυτέψαμε, τα παιδιά ξεχάσαν το κρυφτό και αρχίσανε το ποδόσφαιρο! Φωνούλες «γκολ», μικροπαρεξηγήσεις για φάουλ ή άουτ, γεμίζουν την Περβόλα.
Μια φωνή, μάλλον σωστότερα μια κραυγή, επισκίασε τους υπόλοιπους ήχους της Περβόλας. Γρήγορα σχηματίστηκε ένας μικρός κύκλος από παιδιά γύρω από τον Αντώνη. Τρέξαμε εκεί και οι γονείς για να βρούμε έναν  Αντώνη να κρατά με τα χέρια του, το μάτι του ουρλιάζοντας. Ρωτήσαμε τι έγινε και με τα χίλια ζόρια, ανάμεσα σε πολλές ταυτόχρονες εξιστορήσεις, καταλάβαμε ότι η μπάλα είχε σκαλώσει σε κάποιο ψηλό κλαδί στη συκιά και ο Αντώνης σκαρφάλωσε και με ένα ξύλο κατάφερε να τη ρίξει κάτω. Δε πρόλαβε όμως να πατήσει στο έδαφος και άρχισε να φωνάζει κρατώντας το μάτι του. Ο μικρός Ταρζάν στη προσπάθεια του να απεγκλωβίσει τη μπάλα από τα κλαδιά με το ξύλο, τσάκισε κάποια από τα συκόφυλλα. Το γάλα που βγάζει το δένδρο για να προφυλαχτεί, έσταξε σαν κολλύριο μέσα στο μάτι του, που ήταν ορθάνοιχτο συμβάλλοντας στην προσπάθεια απεγκλωβισμού της μπάλας. Πριν καλά-καλά συνειδητοποιήσουμε τι είχε γίνει, με όλες τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες τον είχαμε πάρει και κουβαλητό σχεδόν τον μεταφέραμε στο λάστιχο ποτίσματος, όπου του επέβαλα να επιτρέψει στο τρεχούμενο νερό να του ξεπλύνει το μάτι. Ενώ ο Αντώνης διαμαρτυρότανε κοσμίως, γιατί ναι μεν τον ενοχλούσε το νερό στο μάτι, όμως προφανώς τον ανακούφισε και από τον έντονο πόνο, οπότε μετρίασε κάπως τις αντιρρήσεις που αρχικά είχε θέσει, εγώ επικοινώνησα με οφθαλμίατρο. Σε λίγα λεπτά ο τελευταίος εξέταζε τον άτυχο φίλο μας και διαπίστωνε ήδη έγκαυμα πρώτου βαθμού που σίγουρα θα ήταν πολύ χειρότερο αν δεν είχαμε ρίξει εξαρχής μπόλικο νερό στο μάτι. Τρία διαφορετικά κολλύρια και συχνή περιποίηση για μερικές μέρες κυριολεκτικά έσωσαν το μάτι του μικρού. Αυτό όμως που τόνισε στους γονείς του ο οφθαλμίατρος είναι το πόσο καλό έκανε το άφθονο νερό από τα πρώτα λεπτά.

Όταν τραυματιστεί ή ερεθιστεί έντονα το μάτι απαιτεί άμεση απομάκρυνση του ερεθιστικού παράγοντα. Το καθαρό νερό για αρκετά λεπτά θα το καθαρίσει και θα το ενυδατώσει. Δε θέλει πολύ για να συμβεί το κακό, όμως συνήθως το αποφεύγεις αν αντιδράσεις έγκαιρα και ψύχραιμα.

Να είστε όλοι καλά και τα παιδιά μας καλύτερα.




Τετάρτη 1 Απριλίου 2015

Τι κάνουμε αν ένα παιδί εξαφανιστεί μέσα στο πλήθος!

Όλα μοιάζουν να τρέχουν φέτος… Χριστούγεννα, τόσο κοντά στις απόκριες και σε λίγες μέρες έρχεται το Πάσχα! Τα παιδιά μου, έκαναν ήδη το πρώτο τους μπάνιο στη θάλασσα. Όμως, ο ήλιος εναλλάσσεται με τη βροχή. Ο χειμώνας είναι αλήθεια ότι είχε τα κρύα του. Το τζάκι, μας συντρόφευσε και μας συντροφεύει ακόμα, μια που και η άνοιξη είναι αντάξια της φήμης της. Ζεστές μέρες μέχρι χθες, και σήμερα που σχεδιάζαμε εκδρομή βρέχει και κάνει κρύο.
«Μάρτης   γδάρτης και κακός παλουκοκάφτης» σκέφτομαι, ακούγοντας το τσιτσίρισμα της φωτιάς να ανταγωνίζεται το κροτάλισμα της βροχής στα τζάμια. Ζέστη και κρύο λοιπόν για σήμερα. Ιστοριούλες από τις περσινές απόκριες και από το περσινό καλοκαίρι! Και στις δύο, πρωταγωνιστές παρορμητικά πιτσιρίκια, που κατατρόμαξαν τους δικούς τους.
Καρναβάλι για αρχή. Κοσμοσυρροή στην Παλιά Πόλη του Ρεθύμνου. Λογής-λογής στολές, μουσική και χρώματα. Η χαρά των παιδιών, που μαγεύονται απολαμβάνοντας τους ήρωες του φανταστικού τους κόσμου να ζωντανεύουν. Η Χιονάτη χέρι-χέρι με τον Spiderman και η μάγισσα μαζί με τη στρουμφίτα ή κάποια από τις πριγκίπισσες. Χαζεύουν τα μικρά μας, χαζεύουν και …χάνονται. Η μικρούλα πρέπει να ήταν κοντά στα πέντε και βολόδερνε ακυβέρνητη στη λαοθάλασσα των καρναβαλιστών. Την εντόπισε φίλος και ανίχνευσε αμέσως τον τρόμο στο πρόσωπό της. Μέσα στη βουή του κεφιού διάκρινε τα χειλάκια της να αρθρώνουν με απελπισία τη λέξη «Μαμαααά!...», ενώ δάκρυα κυλούσαν στα μαγουλάκια της. Ένα κοριτσάκι ντυμένο «απελπισία». Πατέρας ο ίδιος, μιας μπουμπούς ενός έτους, έσπευσε να ηρεμήσει τη μικρή.
-          Τι έπαθες καλή μου; Έχασες τη μαμά σου;
Μέσα από ακατάπαυτους λυγμούς η μικρή κατόρθωσε να ψελλίσει ένα ξέπνοο «ναι!», το οποίο περισσότερο μάντεψε, παρά άκουσε ο φίλος μου. Την σήκωσε στην αγκαλιά του και προσπάθησε να βρει ανάμεσα στο πλήθος κάποια που να θύμιζε «μαμά μόνη ψάχνει». Η προσπάθεια του, έμοιαζε ανούσια. Οι μάσκες κάλυπταν τις εκφράσεις, και τα άγνωστα πρόσωπα έμοιαζαν θαρρείς ταυτόχρονα χαρούμενα και φοβισμένα. Τα «μπαμ» από τα καψούλια ενάλλασσαν το τρόμο με τα κακαριστά γέλια. Μουσική και θόρυβος παντού. Παρόλο το αξιοσημείωτο ύψος του και τους έξτρα πόντους που του έδωσε η ανύψωσή του στις μύτες των ποδιών του, δε κατάφερνε μέσα στο χαμό να διακρίνει κάποια γυναίκα που να ταίριαζε στο προφίλ! Τόσα πρόσωπα και μάσκες…
 Αν σήκωνε την μικρή ψηλότερα; Ίσως έτσι εκείνη να κατόρθωνε να δει τη μαμά της, ή ακόμα καλύτερα η μαμά, να καταφέρει να εντοπίσει την κόρη της. Της ψιθύρισε στο αυτί καθησυχαστικά: «έλα να σε σηκώσω για να βρεις τη μαμά σου». Έπιασε τη μικρή από τις μασχάλες και την σήκωσε όσο πιο ψηλά μπορούσε. Άρχισε να περιστρέφει το σώμα του γύρω από τον άξονά του, αργά-αργά. Θύμιζαν κάτι μεταξύ περισκόπιου και φάρου. Η ιδέα του είχε αποτέλεσμα! Δεν πέρασαν περισσότερα από μερικά δευτερόλεπτα και μια ξέπνοη γυναίκα σχεδόν κατέρρευσε στα πόδια του.
«Το μωρό μου!!, το μωρό μου…»
Ο φίλος μου παρέδωσε το πολύτιμο φορτίο του και πάλευε τώρα να ηρεμήσει την μητέρα. Άσθμαινε, ψελλίζοντας το όνομα της κόρης της, με το μίγμα  της αδρεναλίνης που συσσώρευσε  το άγχος αλλά και της ανακούφισης από το αίσιο τέλος, να τη ζαλίζουν. Σχεδόν λιποθύμησε στα χέρια του ευεργέτη της.
-          Ηρεμήστε! Εντάξει, όλα καλά, μη σας βλέπει έτσι η μικρή… τρομάζει περισσότερο!
Τα λόγια του σα ράπισμα την αφύπνισαν. Ειδικά όταν την ξανάβαλε στη θέση της, αυτή δηλαδή της προστάτιδας της μικρής. Λες και τη βοήθησε να βγάλει τη στολή της απόγνωσης για να ντυθεί και πάλι αυτή του κηδεμόνα. Τον ευχαρίστησε πολύ και χάθηκε στο πλήθος, αφήνοντάς του μια δυνατή εμπειρία, την οποία μοιράστηκε μαζί μου και εγώ με εσάς.
Η δεύτερη εξιστόρηση θα είναι στο πρώτο πρόσωπο, μια που την έζησα από πολύ κοντά. Ήταν μια ζεστή μέρα του περσινού καλοκαιριού. Η οικογένεια μου και εγώ, απολαμβάναμε τη φιλοξενία της Μαρίνας και του Γιάννη στο εξοχικό τους, σε παραθαλάσσιο θέρετρο κοντά στην Αθήνα. Τα δίδυμα μου, ήδη οχτώ χρονών και κάτι «ψιλά», είχαν παρέα τους τη συνονόματη και μερικούς μήνες μικρότερη Χαρούλα, το Μάριο και αυτόν εκεί στα επτά του χρόνια και, τέλος, τον Βενιαμίν της παρέας, το Γιωργάκη, ένα μαγκάκι γύρω στα τέσσερα. Η Μαρίνα, εκείνο το πρωί ήταν πολύ καταβεβλημένη, ψυχολογικά και σωματικά, οπότε αποφασίσαμε με την καλή μου, να συνοδεύσουμε εμείς την πιτσιρικαρία στην παραλία. Ο Γιάννης ήταν στην δουλειά του, μια που το πρωί εργαζόταν και από το μεσημέρι και μετά, μοιραζόταν μαζί μας το “mood” των διακοπών. Η θάλασσα από το σπίτι ήταν σε πολύ κοντινή απόσταση, περίπου στα τριακόσια μέτρα. Κουβαλούσαμε λοιπόν τα συμπράγκαλα του μπάνιου, ομπρέλα, πετσέτες, τσαντούλα-ψυγειάκι με σνακ, μικρή φουσκωτή βάρκα, μπάλα παιχνίδια και άλλα συναφή, μοιρασμένα ανάλογα με τις δυνατότητες και τις επιλογές. Όποιος ήθελε κάτι στην παραλία, βλέπε φουσκωτή βαρκούλα ή μπάλα, ήταν επιφορτισμένος με τα «μεταφορικά» καθήκοντα. Εξαίρεση, λόγω μεγέθους, αποτελούσε ο Γιωργάκης, αν και κάτι ελαφρύ το κουβαλούσε και αυτός πάντα.
Φτάσαμε στην παραλία, έναν μικρό ορμίσκο με χοντρή άμμο, γύρω στα εκατόν πενήντα με διακόσια μέτρα μήκος. Οι συνήθεις λουόμενοι ήταν εκεί. Οι λίγο πιο ηλικιωμένες κυρίες, είχαν ήδη κάνει το μπάνιο τους και φεύγανε, καθώς δέκα το πρωί καταφθάναμε οι «οικογενειάρχες» με τα μικρά μας. Παστωθήκαμε με αντηλιακά ενώ εγώ έστηνα την ομπρέλα μας και αφού έπαιξαν λίγο έξω από το νερό, σύντομα καταλήξαμε να παίζουμε μέσα στη θάλασσα. Ο Γιωργάκης ήταν ευτυχισμένος με τα μπρατσάκια του μέσα στη φουσκωτή βαρκούλα, ενώ εγώ με τα μεγαλύτερα παιδιά έπαιζα «κορόιδο» με τη μπάλα. Ευκαιρία να ξεκουνήσω και εγώ λιγάκι.
Ο μικρός, σύντομα βαρέθηκε και αποχώρησε για να παίξει στην παραλία, συνοδεία της καλής μου. Μετά από περίπου μισή ώρα, ακολουθήσαμε και εμείς. Η άσκηση τα είχε πεινάσει και έτσι πλακώσανε τα φρούτα και τα σάντουιτς. Θυμάμαι χαρακτηριστικά, ο Γιωργάκης κρατούσε με το ένα χέρι το σάντουιτς και με το άλλο μια τσουγκράνα και στεκόταν στην ακροθαλασσιά, όταν τον πλησίασα και του διόρθωσα το πιάσιμο του σάντουιτς που είχε ανοίξει και έχασκε σαν χαλασμένη γαλότσα του Σαρλό. «Θα σου πέσει φίλε και θα στο φάνε τα ψαράκια..» του λέω, για να τον δω να στρέφει τη προσοχή του στο φαγητό του και να αναλαμβάνει δράση για την εξαφάνισή του.
-          Με πονάει η κοιλιά μου, διαμαρτυρήθηκε η μικρή Χαρά.
Η γυναίκα μου την ξάπλωσε μπροστά στα πόδια της και προσποιήθηκε ότι την εξετάζει και στη συνέχεια ότι ετοιμάζεται να τη χειρουργήσει. Με επιδεξιότητα, ψηλάφησε τη κοιλιά της, περισσότερο γαργαλώντας την παρά εξετάζοντάς την. Όμως, η εκτίμηση ήταν το ίδιο αποτελεσματική. Δεν άργησε το γέλιο να ξανάρθει στα χείλη της Χαρούλας αλλά και στην υπόλοιπη παρέα που είχε μαζευτεί πάνω από το υποτιθέμενο χειρουργικό τραπέζι! Όλη η παρέα εκτός από έναν!
-          Που είναι ο Γιωργάκης, λέω καθώς ψάχνω με το βλέμμα μου να βρω τον μικρό.
-          Μη με τρομάζεις, σχεδόν μου φωνάζει η μαμά μας.
-          Τι μη σε τρομάζω, που είναι ο Γιωργάκης; επιμένω καθώς σηκώνομαι και βγαίνω από τη σκιά της ομπρέλας, εστιάζοντας την προσοχή μου προς τη θάλασσα. Σκέφτηκα πως ο άμεσος κίνδυνος που πρέπει να αποκλείσουμε είναι το να βρίσκεται μόνος του στο νερό.
-          Το παιδί! Που είναι το παιδί; Ακούω την γυναίκα μου σε μια κατάσταση σχεδόν πανικού, εικόνα που ομολογώ σπάνια αντικρίζω από εκείνη.
-          Λες να πήγε προς το σπίτι; Λες να βγήκε στο δρόμο; Με ρωτά σαν χαμένη!
-          Πήγαινε εσύ στο σπίτι να δεις μήπως… και εγώ θα ψάξω εδώ
Βλέπω τη γυναίκα μου να τρέχει προς το σπίτι και τα παιδιά να καλούν το Γιωργάκη, συμμεριζόμενα θαρρείς τον φόβο μας. Εγώ προσπαθούσα να συγκροτήσω τις σκέψεις μου και να αντιδράσω όσο πιο ψύχραιμα μπορούσα. Έψαχνα με τα μάτια μου τη θάλασσα αλλά είχα και το νου μου στα υπόλοιπα τέσσερα παιδιά. Στη διπλανή ομπρέλα καθόταν ένα νεαρό ζευγάρι με το μωρό τους. Αντιλήφθηκαν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά οπότε τους προσέγγισα και τους ρώτησα αν είχαν δει έναν πιτσιρικά με μπρατσάκια;
-          Το Γιωργάκη ψάχνετε; Με ρωτούν μια που όπως αποδείχθηκε τον γνώριζαν.
-          Ναι! Τους απαντώ και τους παρακαλώ να έχουν λίγο το νου τους στα παιδιά για να μπορέσω να ψάξω στην υπόλοιπη παραλία.
Στρέφοντας την προσοχή μου στα παιδιά, λέω με σοβαρότητα εστιάζοντας στα δικά μου: «καθίστε εδώ και οι τέσσερεις με τον κύριο και την κυρία και μην κουνήσετε!» Χρησιμοποίησα όσο πιο ελεγμένη αυστηρότητα που δεν αφήνει περιθώρια για συζήτηση, προσπαθώντας ταυτόχρονα να μην τα πανικοβάλω. «Εντάξει;» τα ρωτώ για να λάβω ένα συγκαταβατικό νεύμα. Ο μπαμπάς της διπλανής ομπρέλας είχε ήδη σηκωθεί και απασχολούσε τα παιδιά καθώς εγώ ξεκινούσα την εξερεύνηση για τον εξαφανισμένο Γιωργάκη.
Η ομπρέλα μας ήταν στημένη στην μια άκρη της παραλίας και αυτό μου έδινε το περιθώριο, αφού είχα διπλο και τριπλοτσεκάρει τη θάλασσα, να ξεκινήσω την αναζήτηση μου προς την άλλη πλευρά της παραλίας. Σαν ένας τελάλης της αγωνίας, φώναζα «ΓΙΩΡΓΟ! ΓΙΩΡΓΑΚΗ!!» και ξεσήκωνα τους πάντες ρωτώντας αν είχαν δει ένα μικρό αγοράκι με μπρατσάκια. Προχωρούσα παράλληλα στην άκρη της θάλασσας, για να έχω και προς τα εκεί το νου μου, και προσπαθούσα να καταστείλω στιγμιαία παιχνίδια του μυαλού μου, που ζωντάνευαν τρομαχτικές εικόνες από το τι θα μπορούσε να ακολουθήσει.  Επιστράτευα όση ψυχραιμία μπορούσα και σκεφτόμουν ότι αν είχε ξεμακρύνει μόνος του, κάποιος από όλους όσους κινητοποιούσα με τις φωνές μου θα τον εντόπιζε. Από την άλλη, αν κάποιος τον είχε αρπάξει παρά τη θέλησή του, είχαμε περισσότερες πιθανότητες να τον αφήσει, αν μια ολόκληρη παραλία είχε κινητοποιηθεί! Πράγματι, σύντομα παρέσυρα και άλλους στο να φωνάζουν μαζί μου και να αναζητούν ένα «μικρό αγοράκι με μπρατσάκια»…
Είχα διανύσει ήδη όλη την παραλία και επέστρεφα άπραγος, όταν διέκρινα αλαφιασμένη τη γυναίκα μου και από πίσω της τη Μαρίνα,  να μου φωνάζουν:
-          Τον βρήκες;;;…
Το νεύμα άρνησης από μέρους μου φούντωσε ακόμα περισσότερο το φόβο στην όψη τους. Τα άλλα μικρά ήταν εκεί, και σαν μινιατούρες μας, αναζητούσαν και αυτά το Γιωργάκη χωρίς όμως να απομακρύνονται από την ομπρέλα μας. Ένα πούλμαν συγκέντρωνε ηλικιωμένους για να επιστρέψουν μετά το μπάνιο τους και έτρεξα προς τα εκεί…
-          Μήπως είδατε ένα μικρό αγόρι με μπρατσάκια; φωνάζω στον οδηγό για να λάβω ακόμα μια άρνηση, καθώς κάποιος ανέλαβε να μεταφέρει το ερώτημα και το μαντάτο στο υπόλοιπο πούλμαν….      
Άλλαξα ρότα και κατευθύνθηκα προς ένα παρακείμενο περίπτερο για να ρωτήσω. Δεν
πρόλαβα να ολοκληρώσω τη φράση μου και άκουσα πίσω μου τον οδηγό του πούλμαν ή κάποιον από τους υπόλοιπους άγνωστους ευκαιριακούς συμμάχους που είχα αποκτήσει να μου φωνάζει: «Τον βρήκανε, τον βρήκανε!!!»
Τους ευχαρίστησα! Τους ευχαρίστησα όλους και έτρεξα, πολλά κιλά ελαφρύτερος, προς την ομπρέλα μας. Ο Γιωργάκης ήταν εκεί, μέσα στην τρελή χαρά, σαν να μην έγινε τίποτα… Είχε βρει λέει μια φίλη του από τον παιδικό σταθμό και απλά αποφάσισε να πάει να παίξει λίγο και μαζί της. Έκατσαν κάτω τα μικρά, καμιά δεκαριά μέτρα από εκεί που καθόμασταν και προς το δρόμο, όχι προς τη θάλασσα που είχα επιλέξει να τρέξω εγώ… Άντε να ξεχωρίσεις ένα καθιστό παιδί που παίζει, ανάμεσα στα τόσα άλλα. Τον εντόπισε η μάνα του, η Μαρίνα, που ερχόταν από τη μεριά του δρόμου και κάτι το ένστικτό της, κάτι ο ίδιος που σηκώθηκε να πάει σε εκείνη, αποκαλύφθηκε. Τα υπόλοιπα παιδιά αρχίσανε να παίζουνε με τον μικρό, κάνοντάς του «μαθήματα» για το πώς δεν πρέπει να φεύγει μόνος του. Η Μαρίνα λίγο πιο εκεί ξεσπούσε τα δάκρυα και την έντασή της βουλιάζοντας τα πόδια της στην βρεγμένη από τη θάλασσα άμμο…
-          Συγνώμη βρε Μαρινάκι… είπαμε να σε ξεκουράσουμε και καταφέραμε να σε τσακίσουμε! της λέγαμε απολογητικά για να την ακούσουμε να μας καθησυχάζει!
-          Εντάξει, εντάξει! Αφού είναι καλά δεν πειράζει… ξεσπάω παιδιά, εγώ συγνώμη, είναι απλώς η ένταση… αφήστε, θα ξεσπάσω λίγο και θα ηρεμήσω!
Σε λίγο σηκώθηκε και πήγε να πάρει αγκαλιά τον μικρό της. Μαζέψαμε τα πράγματα και επιστρέψαμε άρον-άρον στο σπίτι. Εκεί, είπαμε αρκετές φορές την ιστορία, και πως για λίγα λεπτά, τι λεπτά, δευτερόλεπτα, ξέφυγε από την προσοχή μας και …εξαφανίστηκε! Είπαμε διάφορα σοφά του τύπου «δε θέλει πολύ να γίνει το κακό», «κοίτα πως σε μια στιγμή μπορεί να σου ανατραπεί όλη σου η ζωή» και άλλα τέτοια. Η Μαρίνα έδειξε για ακόμη μια φορά αξιοθαύμαστο μεγαλείο ψυχής. Αντί να μας τα «χώσει», προσπαθούσε να μειώσει τις τύψεις που νιώθαμε. «Έλα βρε παιδιά! Θα μπορούσε να συμβεί ακόμα και εγώ να ήμουν εκεί..» επαναλάμβανε και μας ανακούφιζε.  
Εγώ υποσχέθηκα στον εαυτό μου να σας καταθέσω την ιστορία και κατάφερα να σας την περιγράψω πολλούς μήνες μετά. Βιώσαμε μια περιπέτεια που θα μπορούσε να συμβεί στον οποιοδήποτε και οπουδήποτε: στο εμπορικό κέντρο, στη λαϊκή αγορά, στο καρναβάλι, στην παιδική χαρά, όπου υπάρχει πολύς κόσμος και παιδιά. Φωνάξτε, με όλη σας τη δύναμη, βάλτε όλο τον κόσμο να ψάχνει μαζί σας, προσεγγίστε αστυνομικούς ή φύλακες, κλείστε πόρτες, ελέγξτε πρώτα τα επικίνδυνα σημεία όπως δρόμους, θάλασσες, γκρεμούς και να έχετε πάντα τα μάτια σας δεκατέσσερα. Ο κίνδυνος ελλοχεύει παντού…       

Να είστε όλοι καλά και τα παιδιά μας καλύτερα!

Κυριακή 8 Μαρτίου 2015

Όταν ένα παιδί βρεθεί μόνο του στο δρόμο!

     Είναι μεσημέρι Σαββάτου, μίας ζεστής μέρας του περσινού καλοκαιριού. Επιστρέφουμε στο
σπίτι μας μετά από βόλτα με το αυτοκίνητο. Κάνουμε μια αναγκαστική στάση για ψώνια στο σούπερ μάρκετ. Μέσα σε λίγα λεπτά έχω ήδη ψωνίσει και κατευθύνομαι προς το αυτοκίνητό μας για να μη κάθονται οι δικοί μου στη ζέστη. Κουβαλώντας δύο σακούλες, διασχίζω τη διάβαση ενός από τους δύο κεντρικούς δρόμους της πόλης μας. Το Ρέθυμνο έμοιαζε βυθισμένο στη καλοκαιρινή μεσημβρινή ραστώνη. Ο δρόμος έρημος και ένα νήπιο με τα παντοφλάκια του φορεμένα ανάποδα, το δεξί στο αριστερό ποδαράκι και το αριστερό στο δεξί, ξεχώριζε σαν τη μύγα μέσα στο γάλα. Εγώ πέρασα τη διάβαση του κεντρικού δρόμου, καθώς εκείνο, περνούσε τη διάβαση του μικρότερου δρόμου, που τον τέμνει κάθετα. Μόλις δηλαδή πάτησα στο πεζοδρόμιο, ο πιτσιρικάς είχε με μερικά δευτερόλεπτα διαφορά διαβεί μπροστά μου και ήδη προσπερνούσε το παρκαρισμένο μου αυτοκίνητο. Άφησα όσο πιο γρήγορα μπορούσα τις σακούλες λέγοντας στη γυναίκα μου, που εκείνη την ώρα μιλούσε με τα παιδιά μου:
             -Τον είδες αυτόν τον μικρό; Είναι μόνος του…
Δε περίμενα να ακούσω την απάντηση. Αναδύθηκα άμεσα από το αυτοκίνητο για να δω τι έγινε το παιδί. Όσο πιο γρήγορα μπορούσα, σάρωσα με το βλέμμα μου περιμετρικά το χώρο, αναζητώντας κάποια φιγούρα που θα μπορούσε να συνοδεύει το νήπιο. Ερημιά! Το μόνο άτομο που εντόπισα, ήταν μια νεαρή κοπέλα που έβγαζε βόλτα ένα μικρό άσπρο σκυλάκι. Ερχόταν από τη μεριά του πεζοδρομίου προς την οποία είχε βάλει πλώρη το πιτσιρίκι με τις παντόφλες. Ξεκινώ στο κατόπι του κάνοντας νεύμα στην κοπέλα αν γνωρίζει τον μικρό. Η απάντηση, και αυτή με βλέμμα, ήταν απορίας, που δυσκολευόμουν να ερμηνεύσω. Δε φαινόταν πάντως να αναγνωρίζει το πιτσιρίκι που με αργά βήματα την πλησίαζε. Επιτάχυνα το βήμα μου, προσπαθώντας παράλληλα να μη τρομάξω το παιδί. Έτρεμα στην ιδέα του μικρού να τρέξει φοβισμένο ανάμεσα στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα προς το δρόμο. Αν ένιωθε απειλούμενο και εγκλωβισμένο, από μπροστά η κοπέλα με το σκυλάκι, από πίσω του εγώ και από δεξιά του τοίχος, ίσως επέλεγε να στρίψει και να τρέξει προς το δρόμο…
Εικόνες από μια εφηβική μου εμπειρία πέρασαν με εκπληκτική ταχύτητα μπροστά στα μάτια μου. Οδηγούσα θυμάμαι, σαν περήφανος ιππότης, ή έστω έτσι ένιωθα, τη μεγάλη μηχανή που συντρόφευε τις νεανικές μου οδικές περιπέτειες. Μια εντυπωσιακή μπλε «Tenere», με το τεράστιο ντεπόζιτο της, να σε κάνει να νιώθεις ότι πιλοτάρεις διαστημόπλοιο. Ακόμα και το κράνος που φορούσα, ενίσχυε αυτό το παιχνίδι της φαντασίας. Το κράνος ήταν η συμφωνία με τους γονείς μου, που με θρησκευτική ευλάβεια τηρούσα όποτε καβαλούσα τη μηχανή μου, ακόμη και για τη μικρότερη διαδρομή μέσα στα στενά του Παπάγου. Εκεί, στην ανηφόρα μετά την «Εκκλησία των Έξι», μόλις που πρόλαβα να δω με πλάγια όραση, τη σιλουέτα μιας γάτας να τρέχει ανάμεσα στα αυτοκίνητα και να καταφέρνει να τρυπώνει ανάμεσα στις ρόδες της μηχανής μου, που εκείνη τη στιγμή μάρσαρε για να βγάλει την ανηφόρα. Σαν να ξανάκουσα τον ανατριχιαστικό ήχο του σπασίματος, για να δω από τους καθρέφτες μου, τη γάτα να πηδά στον αέρα με τεράστια σάλτα…   
Μπλόκαρα τη συνέχεια. Δε ήθελα, αλλά και δεν είχα τη πολυτέλεια του χρόνου να ανασκαλέψω όσα γίνανε πριν από είκοσι χρόνια. Το παιδί ήταν δύο βήματα μπροστά μου και αν επέλεγε να τρέξει ξαφνικά ανάμεσα στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα προς το οδόστρωμα, στην απευκταία περίπτωση εκείνη την ώρα να ερχόταν ένα αυτοκίνητο, ο οδηγός του δε θα προλάβαινε να καταλάβει τι έγινε. Ο μικρός, με την πάνα του να κρέμεται σαν χαμηλοκάβαλο παντελόνι νεαρού που ακολουθεί τη μόδα και επιλέγει να διακρίνουμε το βρακί του, δε ξεπερνούσε στο ύψος τον προφυλακτήρα ενός επιβατικού αυτοκινήτου. Έσπευσα λοιπόν να τον προσεγγίσω και ταυτόχρονα, τον ρώτησα με το πιο άνετο και παιχνιδιάρικο μου ύφος:
         

               - Ει! φιλαράκο; Που είναι η μαμά σου;
Δεν πήρα καμία απάντηση παρά μόνο ένα φοβισμένο πλάγιο βλέμμα.
              -Ο μπαμπάς σου; Περίμενε μια στιγμή…



Κάπου εκεί χρονικά, τον φτάνω και τον πιάνω από τον ώμο, σκύβοντας για να βρεθώ όσο πιο κοντά στο πρόσωπό του και να μειώσω όσο μπορώ τη διαφορά ύψους, ελπίζοντας ότι έτσι θα μειωθεί και το άγχος ή μάλλον πιο σωστά ο φόβος του μικρού. Μόλις αντίκρισα από κοντά τα φοβισμένα του ματάκια, ενστικτωδώς τον πήρα στην αγκαλιά μου με το πιο φυσικό τρόπο   που μπορούσα. Προσπάθησα με τη γλώσσα του σώματος να τον καθησυχάσω, σηκώνοντάς τον στα χέρια και χαϊδεύοντας το προσωπάκι και τα μαλάκια του. Η φωνή μου σε ψηλούς τόνους, προσπαθούσε στα αυτιά του να θυμίζει οικείο πρόσωπο, καθώς τα λόγια μου πασχίζανε  να τον καθησυχάσουν.
Με το που εξασφάλισα τη σωματική του ακεραιότητα, ηρέμησα και ρώτησα τη κοπέλα με το σκυλάκι αν τον γνώριζε, για να δεχθώ αρνητική απάντηση. Ο δε πιτσιρίκος με κοίταζε με κάτι τεράστια παραπονιάρικα μάτια, σαν κουταβάκι που ζητά συντροφιά, όμως αρνούνταν πεισματικά να μου δώσει την παραμικρή απάντηση.
Στο μεταξύ, στη παρέα μας προστέθηκε και η γυναίκα μου.
       -    Τι έγινε; Μόνος του είναι ο μικρός;
       -   Σαν την καλαμιά στον κάμπο από ότι φαίνεται…
       -    Πάω να ρωτήσω στο Σούπερ Μάρκετ…
       -    Πήγαινε, αν και δε νομίζω ότι θα βρεις άκρη, γιατί ερχόταν από την άλλη μεριά.
       -    Ε! θα κάνω και μια βόλτα στο περίπτερο και στη καφετέρια…
Όντως, η καλή μου έκανε μια σύντομη όσο και άκαρπη γύρα στη γειτονιά ενώ εγώ με τη κοπέλα, επιστρέψαμε προς το αυτοκίνητο μου. Ζήτησα από την κοπέλα να μη φύγει ακόμα, πιστεύοντας ότι το παιδί θα ένιωθε μεγαλύτερη ασφάλεια έχοντας και εκείνη κοντά μας. Έπρεπε όμως να έχω και το νου μου στα δικά μου παιδιά, οπότε το να στέκουμε μπροστά στο αυτοκίνητο φάνταζε ως η καλύτερη επιλογή, για να προσπαθήσουμε να λύσουμε το γρίφο του περιπλανώμενου νηπίου.
Ο μικρός κρατούσε το στόμα του ερμητικά κλειστό, παρ’ όλες τις τρυφερές μας παραινέσεις για να μας πει που είναι οι δικοί του, που μένει ή έστω πως τον λένε. Τα ματάκια του αντιθέτως, τα είχε γουρλωμένα και έτοιμα να ανοίξουν τους κρουνούς τους. Εγώ από την άλλη, βρέθηκα να εναλλάσσω τους τόνους της φωνής μου, σαν ένας ιδιότυπος εγγαστρίμυθος, βάζοντας στο παιχνίδι και τα μικρά μου, που δειλά-δειλά βγήκαν από το αυτοκίνητο και στάθηκαν δίπλα μας στο πεζοδρόμιο. " Γεια σας!", προσποιούμαι ότι μιλά  το παιδί, «εσένα ομορφούλα πως σε λένε;», στρέφοντας το σώμα μου προς τη Χαρούλα. «Χαρά» μας απαντά και αρπάζει τη σκυτάλη, μπαίνοντας στο νόημα και συνεχίζοντας εκείνη τώρα το γαϊτανάκι των ερωτήσεων για να αντιμετωπίσει και εκείνη τη σιγή ιχθύος του λιλιπούτειου συνομιλητή της. Βρίσκω όμως εγώ την ευκαιρία και καλώ το «100», εξηγώντας «εν τάχει» τη κατάσταση και δίνοντας το γεωγραφικό μας στίγμα.
   -  Εντάξει κύριε, στέλνω ένα περιπολικό! Η απάντηση από την άλλη άκρη της γραμμής.
Ο μικρός με έναν περίεργο τρόπο, από τη μια έκανε ψευτοπροσπάθειες να απελευθερωθεί από την αγκαλιά μου, από την άλλη, την περισσότερη ώρα αγκιστρωνόταν επάνω μου, σαν νεογέννητο πιθηκάκι πάνω στη μάνα του. Ειδικά όταν το μικρό σκυλάκι της κοπέλας, έφευγε από τα παιχνίδια του Ερμή και της Χαράς και έστρεφε το ενδιαφέρον του σε εμάς, το αγοράκι μόνο που δε σκαρφάλωνε στο κεφάλι μου. Για κάποιο μυστήριο λόγο, έμοιαζε να φοβάται το ζωντανό, παρά το μικρό του μέγεθος.
Κάπου εκεί χρονικά, μου ήρθε η έμπνευση και κάλεσα αλβανίδα μητέρα που γνώριζα από το ιατρείο. Επανέλαβα τη σύντομη περιγραφή της κατάστασης και την έβαλα στην ανοιχτή ακρόαση. Εκείνη με τη σειρά της άρχισε να αρθρώνει στα Αλβανικά τρυφερά λόγια που όμως και πάλι δεν βρήκαν απόκριση. Το πιτσιρίκι, σφίγγα κανονική, δε του έβγαζες όχι λέξη, ούτε φωνήεν!
Ήρθε και η αστυνομία, ευτυχώς με πολιτικό αυτοκίνητο και με πολιτικά ρούχα. Ένας από τους δύο αστυνομικούς με γνώριζε και η συζήτηση κύλησε πιο εύκολα.
        -  Μόνο του περιφερόταν;
         - Ναι! Να από εκεί ερχόταν και το προλάβαμε εδώ… δεν πρέπει να είναι πολύ μεγαλύτερο από δύο χρονών!
         -  Συνήθως οι γονείς δουλεύουν σε ξενοδοχεία και τα αφήνουν μόνα τους με κάποιο αδερφάκι. Θα το πάρουμε μαζί μας στο τμήμα και θα επικοινωνήσουν οι οικείοι του μαζί μας…
Ο μικρός δε κρατήθηκε άλλο και άρχισε να κλαίει! Ταυτόχρονα, με έσπρωχνε, πλέον όχι προσχηματικά, αλλά για να απελευθερωθεί. Η συμπεριφορά μας και η αύρα μας, εξέπεμπε ανησυχία και «μεγαλίλα». Το κλάμα  εξελίχθηκε σε μύξες και στη συνέχεια βήχα που προκάλεσε εμετό… Ευτυχώς τα αντανακλαστικά μου λειτούργησαν και δεν περιέλουσε κανέναν με το στομαχικό περιεχόμενο.
Εστίασα και πάλι τις προσπάθειές μου στο να τον ηρεμήσω και είπα στους αστυνομικούς ότι θα πάω μαζί τους μέχρι το τμήμα γιατί δε μου πήγαινε η καρδιά να το αφήσω μόνο του! Ενώ του σκουπίζαμε το μουτράκι και τα χάδια μας έμοιαζαν να το ηρεμούν, ένα νέο κύμα ανησυχίας φουρτούνιασε το κορμάκι του… Αυτή τη φορά, το βλέμμα του είχε εντοπίσει και εστιάσει ένα κοντούλη στρουμπουλό κύριο γύρω στα τριάντα-κάτι, που κατευθυνόταν επιφυλακτικά προς το μέρος μας. Ερχόταν από το ίδιο πεζοδρόμιο που είχε έρθει και ο μικρός.
Ήταν εμφανές ότι ο κύριος σχετιζόταν με το μικρό. Τι θα επακολουθούσε όμως; Ο πιτσιρίκος έμοιαζε ανακουφισμένος όμως και ελαφρά φοβισμένος. Θα μου πείτε λίγη τρομάρα θα πήρε με εμάς και το σκυλάκι και ό, τι είχε προηγηθεί μέχρι να το βρούμε. Όμως εμένα αυτό που με προβλημάτιζε ήταν τι θα ακολουθούσε…
Το ρόλο του μπαμπά που μαλώνει, ανέλαβε ο αστυνομικός που με πολύ αυστηρή φωνή στράφηκε προς τον νεοφερμένο:
       -   Δικό σου είναι το παιδί;
       -   Ναι… τραυλίζει σε σπαστά ελληνικά ο ανθρωπάκος, που καθώς έπαιρνε το μικρό από τα χέρια μου έμοιαζε να συρρικνώνεται ακόμα περισσότερο!
        -  Αστυνομία! Για ελάτε μαζί μας, του λέει ο αυστηρός αστυνομικός, συνοδεύοντάς τους προς το αυτοκίνητο.
 Βρίσκω την ευκαιρία και παίρνω λίγο παράμερα τον συνάδελφό του, τον αστυνομικό που γνώριζα, και του ψιθυρίζω…
         -  Μη φωνάξετε πολύ στον άνθρωπο, φαίνεται ήδη τρομαγμένος, το παιδί όμως είναι τρομοκρατημένο. Αν είναι ο πατέρας του και τον δει φοβισμένο, τότε εκείνο δε θα έχει που να ακουμπήσει… άσε που φοβάμαι μήπως και στο τέλος ο μπαμπάς ξεσπάσει, μόλις φύγετε, στο παιδί…
         -  Μην ανησυχείτε, δεν είναι η πρώτη φορά που το αντιμετωπίζουμε! Θα τους πάμε στο σπίτι τους, ώστε να δούμε και που μένουν. Θα πάρουμε τα στοιχεία του κηδεμόνα, να σιγουρευτούμε ότι το παιδί είναι δικό του και ότι δε τρέχει κάτι άλλο και μετά θα τους συμβουλέψουμε να είναι πιο προσεχτικοί. Μην ανησυχείτε και σας ευχαριστούμε για το ενδιαφέρον.
         - Εμείς σας ευχαριστούμε για το ενδιαφέρον… του ανταπαντώ αυθόρμητα, για να τον ακούσω να μου απαντά καθώς έμπαινε με τη σειρά του στο αυτοκίνητο:
         - Τη δουλειά μας κάνουμε γιατρέ. Καλό μεσημέρι.
 Αργότερα το ίδιο απόγευμα, πήρα τηλέφωνο τον ευγενικό αστυνομικό που γνώριζα και μου εξιστόρησε τη συνέχεια. Το νήπιο έμενε κοντά στα τρία οικοδομικά τετράγωνα απόσταση από εκεί που το εντοπίσαμε! Μάλιστα για να φτάσει σε εμάς, είχε ήδη διασχίσει μεγάλο κεντρικό δρόμο σε ένα πολύ επικίνδυνο σημείο. Το σπίτι του είναι ημιυπόγειο, ο μπαμπάς που το επέβλεπε είχε πριν λίγες ώρες γυρίσει από νυχτερινή δουλειά και η μαμά έλειπε από το πρωί στη δική της εργασία. Ο πατέρας αποκαμωμένος αποκοιμήθηκε και ο μικρός άρπαξε την ευκαιρία, έσυρε ένα μάνταλο από τη πόρτα της αυλής και ξεκίνησε την περιπλάνησή του.
Τι να πεις για αυτόν τον ταλαίπωρο πατέρα. Άξιζε να δείτε το αλαφιασμένο βλέμμα όταν μας αντίκρισε με το παιδί του στα χέρια μας. Η ανακούφιση ανακατεμένη με το φόβο, ειδικά όταν τον τρόμαξε ο αστυνομικός. Όμως από την άλλη, δεν ξέρεις πόσο υπεύθυνος ή ανεύθυνος είναι κάποιος γονιός. Έπρεπε να περαστεί το μήνυμα της τρομερής ευθύνης που οφείλει να έχει κάθε γονιός απέναντι στα παιδιά του. Τα περισσότερα ατυχήματα γίνονται παρουσία των γονιών. Συνήθως, υποεκτιμούν τις δυνατότητες των παιδιών που εξελίσσονται μέρα με τη μέρα. Δεν είναι λίγες οι φορές που πετάγομαι να πάρω τη θέση της μαμάς ή του μπαμπά, δίπλα στο βρέφος, καθώς εκείνοι χαλαροί απλώς γυρίζουν την πλάτη τους στο μωρό για να πάρουν μια πάνα από τη τσάντα τους. Για πότε σκαρφαλώνουν, ανοίγουν συρτάρια και πόρτες που θεωρούσαμε απρόσιτες στο μέγεθος τους , δεν περιγράφεται.  Αν προσθέσουμε κάποιες στιγμές που οι δυνάμεις σου σε προδίδουν, πρέπει να προβλέπεις διπλά. Θυμάμαι πρωινά Σαββάτου με τα δίδυμά μου μερικών μηνών να με παίρνει και εμένα ο ύπνος και να με ξυπνά το μπουσούλισμα του μικρού μου μέσα στην αγκαλιά μου. Σταθεροποιείστε βιβλιοθήκες στο τοίχο, σκαρφαλώνουν σαν μαϊμούδες. Κλείστε ανοίγματα σε μπαλκόνια, χωράνε σε απίστευτα μέρη. Πέστε στα τέσσερα και προσπαθήστε να προβλέψετε ποια πρίζα είναι εκτεθειμένη, ποιο σκαμνάκι μπορούν να χρησιμοποιήσουν για να πατήσουν, ποιο συρτάρι μπορεί να λειτουργήσει σαν σκαλοπάτι και ποια πόρτα μπορούν να ανοίξουν. Προσαρμόστε τη καθημερινότητά σας στο παιδί, έτσι ώστε ακόμα και αν σας πάρει ο ύπνος να ξυπνήσετε πριν να γίνει το κακό! Μια μητέρα λιποθύμησε ενώ έκανε μπάνιο το μωρό της… Φροντίστε ακόμα και στη μπανιέρα, το κεφαλάκι του βρέφους να είναι έξω από το νερό.  Για να μη σας μαυρίσω άλλο τη ψυχή, με την κακιά ώρα που παραμονεύει σε μια γωνιά και εκεί που δε το περιμένεις έρχεται και σου ανατρέπει τα πάντα, προσπαθήστε τουλάχιστον να εκμηδενίσετε τον παράγοντα «ατυχία».
Τέλος, μια συμβουλή για τους οδηγούς. Όχι, όχι! Δε θα σας θυμίσω τη σημασία της ζώνης και του ειδικού καθίσματος για τα μωρά και τα νήπια. Θέλω να ελπίζω ότι όσοι διαβάζουν αυτό το blog είναι γονείς που την αγάπη τους και την ευαισθησία τους για τα παιδιά, ΔΕΝ τη δείχνουν κρατώντας τα αγκαλιά μέσα στο αυτοκίνητο, αλλά προστατεύοντάς τα ακόμα και για τη συντομότερη διαδρομή.
Αυτό που θα ήθελα να τονίσω για τους φίλους οδηγούς, είναι ότι η οδική δεινότητα δεν έγκειται στο να τρέχουμε με μεγάλη ταχύτητα μέσα στους δρόμους και να «μπαίνουμε» με τσίτα τα γκάζια σε μια στροφή, κρατώντας οριακά το αυτοκίνητο στην άσφαλτο. Ένας οδηγός, είναι καλός όταν μπορεί να προβλέψει και να αντιμετωπίσει το απρόσμενο. Ειδικά μέσα στην πόλη, πρέπει να έχουμε πάντα στο νου μας τα παιδιά που παίζουν και θα κυνηγήσουν την μπάλα, ή τους απρόσεχτους γονείς που προβάλουν πρώτα το καρότσι με το μωρό στο δρόμο και μετά ακολουθούν εκείνοι σπρώχνοντας. Αναλογιστείτε πόσες ζωές θα σημαδεύονταν για πάντα αν ο πιτσιρικάς της ιστορίας έτρεχε ανάμεσα στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, μέσα στο οδόστρωμα όπου κάποιος φουριόζος οδηγός δοκίμαζε τις δυνατότητες του οχήματός του.
Ό,τι και αν κάνουμε, μέσα ή έξω από το σπίτι, οφείλουμε πίσω στο μυαλό μας να έχουμε τα παιδιά μας, τα πιο ευαίσθητα και πολύτιμα κομμάτια της κοινωνίας μας.

Να είστε όλοι καλά και τα παιδιά μας καλύτερα


Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2015

Πως και πότε να εμπιστευτούμε μόνα τους τα παιδιά μας;

Τόσο κοντά χρονικά στα Χριστούγεννα και το Ρέθυμνο ντύνεται πάλι με τα γιορτινά του. Μάσκες, λαμπιόνια, στολές, σερπαντίνες. Οι απόκριες είναι εδώ! 
Φέτος όλα έρχονται πολύ γρήγορα. Ακόμα και οι εκλογές με την καινούργια κυβέρνηση. Ο παραλληλισμός αναπόφευκτος! Ελπίζουμε, οι μάσκες αυτή τη χρονιά να μείνουν στο καρναβάλι και επιτέλους να φύγουν από την πολιτική. Τα πρώτα σημάδια είναι τουλάχιστον ενθαρρυντικά. Να δούμε, θα επικρατήσει η κωμωδία ή το δράμα από τις γνωστές Βενετσιάνικες επιλογές. Ό,τι και αν γίνει, εύχομαι να μας φέρει την αξιοπρέπεια που τόσο έχει λείψει από όσους μας εκπροσωπούν για δεκαετίες τώρα στη Βουλή.
Κυριακή πρωί, και οι δρόμοι της Παλιάς Πόλης του Ρεθύμνου είναι αποκλεισμένοι για τα μηχανοκίνητα οχήματα, και αφιερωμένοι στο παιδικό «Κυνήγι Θησαυρού». Από νωρίς, η γειτονιά μας έχει γεμίσει φωνούλες και αχό από ποδαράκια που τρέχουν. Στο δικό μας σπιτικό, η Κυριακή με βρίσκει να πλένω τα πιάτα από τη χθεσινοβραδινή μάζωξη και τα παιδιά να παίζουν με τα παιχνίδια τους. Εντάξει, το ομολογώ, μετά το πρωινό τους είδαν και λίγη τηλεόραση… Λίγη όμως! Η μαμά μας εφημερεύει, οπότε θα ξαναβρεθούμε αύριο το απόγευμα.
Ακούω την πιτσιρικαρία μέσα και έξω από το σπίτι και εκεί ανάμεσα στο πλύσιμο των ποτηριών και τον αποχαιρετισμό των γονιών μου, που μέσα από τη διαδικτυακή μας επικοινωνία (τύφλα να έχουν οι skype συνδέσεις του «ΣΚΑΙ»), μου κρατούσαν συντροφιά από Αθήνα, αναλογίζομαι τι θα ακολουθήσει  μετά το συμμάζεμα του σπιτιού. Οι σκέψεις με ταξιδεύουν στην προηγούμενη ανάρτηση και στον προβληματισμό για το πότε τελικά οφείλουμε να δώσουμε αυτή την μικρή ώθηση αυτονομίας στα μικρά μας. Τα δικά μου κοντεύουν εννέα χρονών και ακόμα δεν πηγαίνουν μόνα τους, ούτε ως το περίπτερο για τσίχλες, που λέει ο λόγος. Σε ποια ηλικία τα παιδιά γενικά, και κάτω από ποιες συνθήκες θα αρχίσουν να αναπτύσσουν μικρές πρωτοβουλίες που θα τα βοηθήσουν να σταθούν με μεγαλύτερη ασφάλεια στα πόδια τους; Οι παράγοντες πολλοί και η απάντηση δεν μπορεί να είναι συγκεκριμένη. Το σημερινό σκηνικό πάντως, φαντάζει προκλητικά πρόσφορο για την περίπτωση. Η Παλιά Πόλη χωρίς αυτοκίνητα ή μηχανές, με παιδιά υπό την επίβλεψη ενηλίκων  να παίζουν το «Κυνήγι του Θησαυρού». Μέχρι και οι Σαμαρείτες του Ερυθρού Σταυρού ήταν σε ετοιμότητα μήπως και συμβεί κάτι! Φωνάζω λοιπόν τα μικρά μου και τους ρωτώ:
-    Τι λέτε; Πιστεύετε ότι μπορείτε να μου κάνετε μια χάρη;
Με κοιτούν με απορία αλλά και ενδιαφέρον.
   -    Μπορείτε να πάτε να μου φέρετε την εφημερίδα μου; Στην επιστροφή, αν θέλετε κάνετε μια στάση για να πάρετε και κάτι από το φούρνο απέναντι…
Με χαρά βλέπω τον ενθουσιασμό να ακολουθεί το δισταγμό στο ύφος τους. 
Ο Ερμής, άρχισε τις απορίες:
   -    Από πού θα πάρουμε την εφημερίδα;
   -    Από το περίπτερο απέναντι από τη Μητρόπολη…
   -    Α! κατάλαβα, πετάγεται η Χαρούλα και περιγράφει μια τελείως άσχετη τοποθεσία.
   -     Όχι! Την διορθώνω εγώ αμέσως. Ευθεία από το σπίτι μας, στη διαδρομή προς το ιατρείο, απέναντι από τη μεγάλη εκκλησία. Για να ακούσω τον Ερμή αυτή τη φορά, με θέρμη, να προσδιορίζει ένα επίσης άσχετο σημείο…
   -    Δίπλα από τα ταξί; και πως θα περάσουμε το δρόμο;;; διαμαρτύρεται με ωριμότητα και ανησυχία που με ανακούφιση έχω διαπιστώσει από καιρό τώρα..
   -    Ποια ταξί βρε παιδιά; Και ποιόν δρόμο; Ελάτε εδώ! Τους οδηγώ στη βεράντα του σπιτιού μας και τους δείχνω το δρόμο που ξεδιπλώνεται μπροστά μας…
   -    Α!!! Κατάλαβα, πετάγεται τρισχαρούμενη η μικρή μου και αυτή τη φορά δίνει τις ακριβείς συντεταγμένες του περίπτερου στόχου…
Σπεύδουν να ντυθούν, ενώ εγώ έγραψα το όνομά της εφημερίδας σε ένα μικρό κομμάτι χαρτί. Έδωσα πέντε ευρώ στον καθένα και τους προειδοποίησα ότι θα τους παρακολουθώ από τη βεράντα, ώστε αν διαπιστώσω ότι αργούν να επιστρέψουν, θα τρέξω να τους βρω.
Σε λίγα λεπτά, απολάμβανα τις πλατούλες τους καθώς στοιχίζονταν στην άκρη του δρόμου, για να επιτρέψουν στα μεγαλύτερα παιδιά και τους συνοδούς τους να περάσουν, ενώ στην συνέχεια προχώρησαν, ο ένας δίπλα στην άλλη, σαν πανέμορφο ζευγαράκι σε βόλτα. Σύντομα, χάθηκαν από το οπτικό μου πεδίο. Το χέρι μου με γαργάλησε να πάρω την καλή μου για να της περιγράψω το σκηνικό, όμως προτίμησα να μην την ενοχλήσω, φοβούμενος μην τρέχει ανάμεσα στους ασθενείς της. Σειρά πήραν οι δικοί μου στην Αθήνα, όμως και πάλι επέλεξα να μην καλέσω, ώστε να μην
αποσπαστώ. Άλλωστε, τα μικρά μου ξαναφάνηκαν στο  τέλος του δρόμου, με τη Χαρά μου να κρατά την εφημερίδα στα χέρια της και τον Ερμή να έχει τα δικά του στις τσέπες. Κλασσικός Ερμής, μαγκάκι με τα χέρια στις τσέπες… Μιλούσαν με θέρμη και κοιτούσαν προς το μέρος μου. Όταν έφτασαν κάτω από το σπίτι μας, τους είπα να πάνε και από το φούρνο να πάρουν κάτι για "δεκατιανό", όπως και έκαναν.
Σε πολύ λίγο, ξανά-πρόβαλαν στο πεζοδρόμιο, με τον Ερμή να κρατά μια μικρή χάρτινη σακούλα με το λογότυπο του φούρνου και κάτι σαν κουλούρι ή τυρόπιτα να προβάλει από μέσα. Τελικά, ο ένας είχε πάρει το πρώτο και η άλλη το δεύτερο. Μου διηγήθηκαν με περίσσεια γλαφυρότητα πως πήγαν στο περίπτερο και ο Ερμής ζήτησε την εφημερίδα, που ευτυχώς την είχαν γιατί κυκλοφόρησε χθες, μια που οι σημερινές λόγω κακοκαιρίας θα έρθουν πολύ αργότερα, ενώ η Χαρούλα μου, πλήρωσε με τα δικά της πέντε ευρώ. Στην συνέχεια όμως, ο Ερμής ήταν αυτός που πλήρωσε στο φούρνο…
Τα βρήκαν οι δυό τους! Μοιράσανε τις δουλειές και τις αρμοδιότητες. Μου ζήτησαν φυσικό χυμό πορτοκαλάδας, ενώ διέκρινα ένα συνωμοτικό βλέμμα από την μικρή μου.
   -    Τι μου σκαρώνεις μαϊμουδίτσα; Την ρωτώ πειράζοντας τις μαγούλες της, για να λάβω ένα…
   -    Τίποτα!! Που έμοιαζε περισσότερο με «πολλά».
Πήγα για λίγο στην κουζίνα όπου με ακολούθησε ο Ερμής για να πάρει πιάτα και για τους δύο τους. Ετοίμασα τις πορτοκαλάδες και επέστρεψα για να τους συναντήσω στο καθιστικό όπου έτρωγαν το κολατσιό τους, συζητώντας  «πωρωμένοι» με τη σύντομή τους «περιπέτεια». Σηκώνω το φλιτζάνι με τον καφέ μου για να βρω ένα μικρό ροζ χαρτάκι διπλωμένο στα τέσσερα. Από έξω έγραφε: 
«γράμα! Άνοιξε το χαρτί» 



Ξεδιπλώνοντάς το, υπό τα πονηρά γελάκια των μικρών μου, διαβάζω: «κοίτα μέσα στο συρτάρι». Ακολουθώντας τις οδηγίες, ανοίγω το συρτάρι του μικρού τραπεζιού μπροστά μου για να βρω ένα καινούργιο ραβασάκι διπλωμένο στα τέσσερα που έγραφε:


«Μπαμπά μου άρεσε πολύ που πήγαμε για εφημερίδα. Επίσης δεν το ξεχνώ ποτέ να σου γράψω ότι είσαι ο καλύτερος μπαμπάς του κόσμου!!!»
Από κάτω μια καρδιά φιλοξενούσε την διευκρίνιση: 
«Μπαμπά γράμα» και τέλος, έκλεινε:
«Με αγάπη Χαρά»


Μόνο που τα αναπαραγάγω τα μάτια μου βουρκώνουν…

Τι να πρωτοπώ για τις αγκαλιές που ακολούθησαν στα μικρά μου; Για την ικανοποίηση του γονιού που βλέπει τις προσπάθειες του να αποδίδουν τόσο γρήγορα καρπούς; Για την περηφάνια για τα βλαστάρια μου που μεγαλώνουν τόσο όμορφα; Για το «γράμα» που γράφεται με δύο «μ», και που προτίμησα να το αφήσω για αργότερα, μια που κατά τα λοιπά, ακόμα και η ορθογραφία ήταν αξιέπαινη; Για τον χαζομπαμπά που τον «ξανατούμπαραν» και τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές τα ακούω να γελάνε με τα καρτούν στην τηλεόραση; Για λίγο όμως. Μέχρι να συνέλθω, να εκτονωθώ γράφοντάς σας και να βρω το κουράγιο να φορέσω και πάλι το πατρικό μου προσωπείο, ώστε με συγκρατημένη, τρυφερή, αυστηρότητα να τους ανακοινώσω:
   -     Έλα, τέρμα η τηλεόραση! Πάτε να παίξετε λίγο και πάλι με τα παιχνίδια σας.
Τα μαθήματά τους, τα έχουν τελειώσει από χθες το πρωί, οπότε, είναι εντάξει με τις υποχρεώσεις τους και δικαιούνται να απολαύσουν το κυριακάτικο πρωινό τους ανέμελα. Το απόγευμα σκέφτομαι να βγούμε καμιά βολτούλα και ίσως να πάμε σινεμά!
Ακόμη ένα όμορφο κεφάλαιο της υπέροχης σχέσης μας ολοκληρώνεται. Έτσι, σαν σελίδα στο βιβλίο μας. Το βιβλίο που γεννιέται από τη σχέση που διατηρούμε εσείς και εγώ, παρέα με τα παιδιά μας, εδώ και περισσότερα από οχτώ χρόνια.


Να είστε όλοι καλά και τα παιδιά μας καλύτερα!