Σάββατο 30 Αυγούστου 2008

Τα μωρά μας κοιμούνται μόνα τους. Επιτέλους, καλοκαίριασε!

Ήρθαν οι ενισχύσεις από το βορά και φέτος. Ο παππούς και η γιαγιά μένουν μαζί μας και αγόγγυστα αναλαμβάνουν να μας βοηθήσουν με τα δίδυμα. Ο παππούς μας, ξυπνά το πρωί στις 6 και απασχολεί τα μωράκια μας, μέχρι τουλάχιστον τις 8. Η γιαγιά μας, βοηθά στο πλύσιμο, το μαγείρεμα, το σιδέρωμα και γενικά τα του νοικοκυριού. Αρχίζω να χορταίνω ύπνο και …Ναι! Να ονειρεύομαι.
Η υπέροχη όμως έκπληξη, ήρθε από τον ύπνο των μικρών μου. Διαβάζω ένα βιβλίο σχετικά με τον ύπνο των παιδιών («Κοιμήσου, παιδί μου» του Εδουάρδ Εστιβίλ εκδόσεις Πατάκη) και αποφάσισα να εφαρμόσω μια από τις οδηγίες του. Πριν από περίπου 10 μέρες, ή μάλλον πιο σωστά πριν από 10 νύχτες, αφού έκανα μπάνιο τα μικρά μου και τα τάϊσα, τα πήρα αγκαλιά, τα πήγα και φίλησαν τον παππού και την γιαγιά λέγοντας «καληνύχτα». Όλα φυσιολογικά θα μου πείτε! Η συνέχεια θα ήταν, να πάρει το ένα μωρό κάποιος και το άλλο εγώ και αφού τους πούμε παραμύθια, να περιμένουμε μέχρι να τους πάρει ο ύπνος και σιγά-σιγά να τους αποθέσουμε στα κρεβάτια τους. Σύμφωνα με το βιβλίο κάναμε πολλά σωστά, καθώς και μπόλικα λάθος.
Αφενός τα παιδιά δεν πρέπει να κοιμούνται σε διαφορετικό περιβάλλον από το δωμάτιο τους. Αφετέρου πρέπει να τους δημιουργούμε ένα περιβάλλον στο οποίο, εφόσον ξυπνήσουν μέσα στην νύχτα, να μπορούν μόνα τους να ξανά-κοιμηθούν. Εμείς είχαμε πετύχει την σωστή ώρα ύπνου, γύρω στις οχτώμιση με εννιά. Καλά τα πηγαίναμε και στην αρχή της διαδικασίας: πρώτα μπάνιο και μετά το βραδινό γάλα. Είχαμε προνοήσει και για κάποιο «αντικείμενο αποχωρισμού» (τα κουκλάκια τους) καθώς και την βραδινή πιπίλα. Το λάθος μας, ήταν το σκηνικό μέχρι να κοιμηθούν.
Σύμφωνα με το βιβλίο, τα παιδιά πρέπει να τα αφήνουμε να κοιμούνται μόνα τους. Ούτε να τα κουνάμε πέρα δώθε, ούτε να τους λέμε ιστορίες ή τραγουδάκια μέχρι να τα πάρει ο ύπνος, ούτε καν να μένουμε στο δωμάτιο μέχρι να τα πάρει ο ύπνος! Εδώ, ομολογώ είχαμε μεγάλη ρέντα. Πετύχαμε όλα τα «λάθος».


Αυτό που εξηγεί το βιβλίο, είναι ότι τα παιδιά, μετά τον 6ο μήνα ζωής, αρχίζουν να προσομοιάζουν στον ύπνο τους ενήλικες. Όταν κοιμόμαστε, τουλάχιστον 5-6 φορές στην διάρκεια της νύχτας, αλλάζουμε επίπεδα ύπνου. Πηγαίνουμε από τον «βαθύ ύπνο» με τα όνειρα, σε έναν πιο «επιφανειακό»-«ελαφρύ» ύπνο. Πρόκειται για την φάση του ύπνου, όπου θα ακούσουμε το παραμικρό θόρυβο μέσα στο σπίτι ή θα σκεπαστούμε αν κρυώνουμε. Όπως φαντάζεστε, σε αυτή την φάση το παιδί ξυπνά πιο εύκολα. Όταν λοιπόν ξυπνήσει, πρέπει το περιβάλλον να του είναι οικείο, και ο τρόπος, με τα μέσα για να αποκοιμηθεί ξανά, κοντά του (βλ. πιπίλα, κουκλάκι κλπ). Για σκεφτείτε πως θα νιώθατε, αν κοιμόσασταν κανονικά στο κρεβάτι σας και ξυπνούσατε στο καθιστικό ή στην κουζίνα. Κάπως έτσι τρομοκρατείται και το παιδί που ενώ είχε αποκοιμηθεί στην αγκαλιά του μπαμπά του, ξαφνικά ξυπνά μόνο του, στο κρεβάτι του, μέσα στο σκοτάδι!
Αποφάσισα λοιπόν να δώσω μια ευκαιρία στο βιβλίο! Αφού ήπιαμε τα γάλατά μας, φιλήσαμε το παππού και την γιαγιά ψιθυρίζοντας «καλυνήχτα». Στην συνέχεια, με περίσσεια αυτοπεποίθηση, τα πήρα στο δωμάτιο τους, τα έβαλα στα κρεβατάκια τους, τους έδωσα τις πιπίλες και από ένα κουκλάκι που κρατά ο καθένας μόνο για τον ύπνο, τα φίλησα και λέγοντας τους «καληνύχτα» απλά βγήκα από το δωμάτιο… και!... και!.. και τίποτα! Απλά ένα μικρό θαύμα! Τα μωρά μου κοιμήθηκαν μέχρι το πρωί!
Την πρώτη βραδιά ο ενθουσιασμός μας ήταν συγκρατημένος. «Πήγαν στην θάλασσα, έπαιξαν πολύ και ήταν κουρασμένα» σκεφτήκαμε.
Την επόμενη όμως, η μαμά τους ακολούθησε την ίδια πρακτική με τα ίδια αποτελέσματα. Έτσι χτες, σχεδόν δακρυσμένοι από ευτυχία, κερνούσαμε την παρέα, γιατί τα παιδιά μας, εκεί γύρω στις εννιά το βράδυ, απλά τα βάζουμε για ύπνο και κοιμούνται μέχρι το πρωί…
Ναι! Σωστά διαβάσατε, κεράσαμε την παρέα. Με τους πολύτιμους «βοηθούς» μας, αποκτήσαμε την πολυτέλεια να βγαίνουμε για ένα ποτάκι. Να απολαμβάνουμε την παρέα των φίλων, με ζωντανή τζαζ μουσική, σε αυλή με δέντρα και λουλούδια, χαμένη κάπου σε κτίσμα που μετρά αιώνες στην καμπούρα του, μέσα στην παλιά πόλη του Ρεθύμνου.
Όλα αυτά, ενώ ακόμα αντηχεί στα αυτιά μου, ο ήχος των φιλιών για καληνύχτα από τα μωρά μου και η φωνούλα της Χαρούλας μου, να με προτρέπει καθώς φιλώ τον Ερμή μου, «και εγώ μπαμπά!»
«Και εσύ ζαργάνα μου. Θα άφηνα την κούκλα μου χωρίς φιλάκι;!» της ψιθυρίζω ενώ την ανασηκώνω λίγο από το κρεβατάκι της, για να με φτάσει και να μου χαρίσει δύο υπέροχα, αρωματισμένα, δροσερά φιλάκια.
Σαν να μου φαίνεται πως, έστω τώρα στο τέλος του, μυρίζει καλοκαίρι…
Να είστε όλοι καλά και τα παιδιά μας καλύτερα!

Σάββατο 16 Αυγούστου 2008

Ιπτάμενοι ήρωες

Συχνά νιώθω την ανάγκη να επικοινωνήσω μαζί σας, για θέματα όχι κατ' ανάγκη παιδιατρικής φύσης. Προσπαθώ να συγκρατήσω τον εαυτό μου, για να μην αλλοιώσω το χαρακτήρα του blog.
Αυτό που ακολουθεί είναι ένα mail που έλαβα από τον Περιβαλλοντικό Σύλλογο Ρεθύμνου. Αποδίδει γλαφυρά το προβληματισμό μου για πολλούς από τους αφανείς ήρωες της καθημερινότητας μας. Από γιατρούς που εφημερεύουν σχεδόν μέρα παρά μέρα, νοσηλευτές που καλύπτουν 30 και 40 ασθενείς αντί για 4-5 όπως θα έπρεπε, αστυνομικούς που καλύπτουν χιλιάδες πολίτες χωρίς να φτάνουν ούτε για να πάρουν άδεια, πυροσβέστες που περνούν μέρες μακριά από τα σπίτια τους, άυπνοι για μέρες αρκετές φορές, δημοτικούς υπαλλήλους καθαριότητας που ρισκάρουν την υγεία τους, δουλεύοντας εξαντλητικά, απλήρωτοι για εβδομάδες. Όλοι αυτοί και άλλοι πολλοί που δουλεύουν για το κοινό καλό, αμείβονται ισχνά, και που πολλές φορές για να μπορέσουν να ζήσουν την οικογένεια τους, αναγκάζονται να δουλεύουν και σε άλλα μεροκάματα τρόμου…
Πρόκειται για όλους αυτούς, τους οποίους θεωρούμε δεδομένους, πολλές φορές μάλιστα και βολεμένους στο δημόσιο και που εύκολα τους ασκούμε σκληρή κριτική, λες και εκείνοι ευθύνονται για την κατάντια αυτού που λέμε Ελληνικό Κράτος.
Μπορεί να μην αφορά άμεσα τα παιδιά, τα αφορά όμως έμμεσα, μια που περιγράφει τον κόσμο στον οποίο τα προορίζουμε να ζήσουν…




ΤΟ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟ
Το Σάββατο, 12/7/2008, πηγαίνοντας για μπάνιο, στη Σκύρο, βρέθηκα μπροστά σε μια εξαιρετικά δυσάρεστη έκπληξη, διαπιστώνοντας οτι το σύννεφο στο βάθος δεν ήταν ακριβώς σύννεφο, αλλά πυκνός καπνός.
Ήταν καπνός από μεγάλη φωτιά στο πευκοδάσος που κάλυπτε το βόρειο κομμάτι του μικρού νησιού.
Και ήταν μεγάλη η φωτιά γιατί λίγα λεπτά αργότερα, μόλις βρέθηκα στην αμμουδιά της Καλαμίτσας, είδα τα πυροσβεστικά Canadair CL-415 να κατεβαίνουν στη θάλασσα γι’ ανεφοδιασμό, κι ήταν επτά (από τα 10 που διαθέτουμε!!!).
Αν και είχαν αρχίσει νωρίτερα τις ρίψεις, να μιλήσω μόνο γι’ αυτό που είδα:
Με τα μάτια μου, λοιπόν, τα έβλεπα, εξήμισι ώρες, να πηγαινοέρχονται σε κύκλους χτυπώντας το θηρίο που είχε ξυπνήσει απ’ το πρωί και κατάτρωγε το δάσος.
Ορμούσαν μέχρι που νύχτωσε, ξανά και ξανά, χωρίς ανάσα, χωρίς φαί, ακατούρητοι, ακούραστοι, χωρίς φόβο, πολεμώντας με τις μικρές τους υδάτινες λόγχες να γκρεμίσουν το θεόρατο καθεδρικό των πύρινων γλωσσών.




Δεν φοβήθηκαν ούτε όταν, κατά τις δύο το μεσημέρι, το τέρας σηκώθηκε όρθιο και ούρλιαξε τόσο δυνατά που ο καπνός του έφτασε στο Σούνιο.
Από κοντά πολέμαγαν και δύο ελικόπτερα, αυτά που είναι σαν τεράστιες ακρίδες, πολύ μικρά όμως στην άνιση μάχη.
Και δεν έφυγαν, παρά μόνο σαν νύχτωσε και δε βλέπανε άλλο.
Και απ’ τα χαράματα της Κυριακής ξανάρχισε ο πόλεμος.
Μέχρι που τελικά, νικήσανε.

ΤΕΧΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
Όσες ώρες τα έβλεπα, τα Canadair γύριζαν σε κύκλους των οκτώμισι λεπτών (άντε πες εννέα), δηλαδή έκαναν τουλάχιστον 43 ρίψεις το καθένα.
Με 5,5 τόνους νερό περίπου σε κάθε ρίψη κουβάλησαν και έριξαν στη φωτιά τουλάχιστον 236 τόνους νερού το καθένα.
Και συνολικά ρίξανε, όσο τα έβλεπα εγώ, πάνω από 1655 τόνους νερού.
Οι 43 ρίψεις αντιστοιχούν σε όσες απο/προσγειώσεις κάνει ένα πλήρωμα Boeing 747 σε 6 μήνες, αν δεν κάνω λάθος.
Η μέγιστη ταχύτητα των CL-415 είναι 375 km/h (λίγο πιο γρήγορα από Formula 1), ενώ όταν κάνουν ρίψη, πετούν (?) με 195 km/h (πιο αργά από την τελική του οικογενειακού μας αυτοκινήτου).
Το κάθε πλήρωμα αποτελείται από δύο άτομα που ανήκουν στην Ελληνική Πολεμική Αεροπορία.


ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ
Είναι πιλότοι, αλλά όχι τέτοιοι πιλότοι:

Είναι στην Πολεμική Αεροπορία, αλλά όχι σ’ αυτήν την Πολεμική Αεροπορία:
Έχουν τελική μεγαλύτερη από Formula 1, αλλά δεν οδηγούν Formula 1.








Και δεν έχει βέβαια, καμία σχέση ο μισθός τους με αυτόν των πιλότων της Formula 1!


Δεν πετούν σε ρομαντικά ηλιοβασιλέματα, πετούν μέσα σε καπνό και φλόγες.
Οι σμαραγδένιες θάλασσες, που κολυμπάμε εμείς που «βλέπουμε» είναι νερό για να σβήσει η φωτιά.

Όταν, όταν και αν, τελειώσουν και γυρίσουν στην Ελευσίνα δεν τους περιμένει κανείς.

Δεν απεργούν. Ποτέ!

Δεν επιτρέπεται να είναι ευρύπυγοι, άρα δεν συνδικαλίζονται.

Δεν είναι αρμόδιοι, άρα είναι υπεύθυνοι.

Δεν φορούν φανταχτερές στολές και δεν εμφανίζονται ποτέ σε κανάλια.

Η γειτονιά τους ξέρει μόνο οτι δουλεύουν (!) στην Αεροπορία.

Δεν θα αναφερθεί ποτέ κανείς γι’ αυτούς με το μικρό τους όνομα.

Ούτε με το επίθετο, διότι

είναι ανώνυμοι!!!

Νομίζω όμως, οτι θυμάμαι κάποιους αριθμούς:
2049
2044
2054
2053
2050
2052
2051

ΑΦΙΕΡΩΣΗ
Με κατανόηση, στην παγκόσμια κότα, που δήλωσε σε «κανάλι» στην τελευταία φωτιά του Υμηττού «...τ’ αεροπλάνα κάνανε μία ώρα να ‘ρθουν...» !!!
Μία, να είναι η ώρα σας, μαντάμ.
Κι εκείνη, στο κρεβάτι!

ΕΥΧΗ
Την έχει κάνει η γιαγιά μου:
«Γειά στα χεράκια σας παλληκάρια μου»
και,
«Να σας χαίρεται η μανούλα σας λεβέντες μου»
Και η γυναίκα σας και τα παιδιά σας κι εμείς
οι κολυμβητές, οι παρατηρητές, οι αμέτοχοι,
οι ευγνώμονες

Υ.Γ. Σαν παρατηρητής, κολυμβητής, αμέτοχος και θλιβερά ανίκανος, έσφιγγα ασυναίσθητα τις γροθιές μου όταν οι πιλότοι πίεζαν (και ίσως με τα ίδια τους τα χέρια τους τραβούσαν) τα CL-415, να σηκωθούν φορτωμένα, βογγώντας από την Καλαμίτσα.
Ο ήχος από τους P&W, που αγωνίζονταν να ισορροπήσουν τα αεροπλανάκια που κλυδωνίζονταν στο δυνατό Βοριά δεν είχε τίποτα το ηρωικό, το φαντασμαγορικό, τέλος πάντων!

- Γιαγιά, οι άγγελοι έχουν φτερά;
- Έχουν, αγόρι μου.
- Γιαγιά, οι άγγελοι έχουν ονόματα;
- Έχουν αγόρι μου.
- Και πώς τους λένε:
- 2049, 2044, 2054, 2053, 2050, 2052, 2051.

Κυριακή 3 Αυγούστου 2008

Μια τυπική καλοκαιρινή μας βόλτα, Σάββατο πρωί στο Ρέθυμνο

Το «κοντέρ» με τις μέρες του καλοκαιριού γυρίζει σαν τρελό! Τηλεφωνώ σε συναδέλφους και τους πετυχαίνω σε παραλίες.
Εμείς εδώ! Στην ζεστή, εξουθενωτική καθημερινότητά μας.
Τις καθημερινές, η δουλειά στο ιατρείο εναλλάσσεται με τα απογεύματα (Τρίτη και Πέμπτη) που περνώ με τα ζουζούνια μου. Τόσο ανεξάντλητα σε ατάκες και «σκηνικά», όσο εξαντλητικά σε σωματική κούραση. Η εβδομάδα κυλά και φτάνει το Σαββατοκύριακο. Εκεί που άλλοι, μόλις φτάσει η Παρασκευή λένε «άντε ένα κουράγιο και αύριο είναι Σάββατο, θα ξεκουραστώ», εγώ ακριβώς το αντίθετο. Βλέπετε, η καλή μου δουλεύει, οπότε το Σάββατο, αναλαμβάνω τα πιτσιρίκια μου από τις έξι το πρωί, μέχρι τουλάχιστον το απογευματάκι. Όχι, ότι περνάμε άσχημα. Ίσα-ίσα, κάνουμε βόλτες, δουλειές, βλέπουμε για εκατομμυριοστή φορά τον Νέμο, τις Αριστογάτες ή Την Λαίδη με τον Αλήτη της. Μέχρι και κουκλοθέατρο παίζουμε.
Θα μου πείτε «ε! τότε τι γκρινιάζεις;;». Και θα σας πω ότι και το ποδόσφαιρο ή το ποδήλατο, μου αρέσει, όμως μετά από κάποια χιλιόμετρα … τα παίζω! Λυπάμαι, από την άλλη, γιατί η γυναίκα μου κουράζεται ακόμα περισσότερο, και δεν έχω το κουράγιο να την βοηθήσω όσο θα ήθελα. Έστω, να την στηρίζω ψυχικά! Ακόμα και αυτά μας τα αποθέματα, εξαντλούνται!

Κάθε πρωί λοιπόν, σαν να έχω γεννήσει ένα κοκοράκι, ακριβώς στις 6:00 τα ξημερώματα, η ησυχία του σπιτιού διακόπτεται από ένα (πολλές φορές και δύο ταυτόχρονα) «Μπαμπά, έλα!» ή «Αγκαλιά μπαμπά»…
Αφού κάνουμε μια στάση στα γιογιό μας, βγάζουμε την νυχτερινή μας πάνα, βάζουμε τα βρακάκια μας και πάμε στην κουζίνα για να φτιάξουμε γάλα και καφέ. Ο Ερμής, με μια βδομάδα διαφορά, έβγαλε και αυτός την πάνα την ημέρα, ενώ όλο και πιο συχνά έχει στεγνή την πάνα που φοράμε για τον ύπνο. Όσο ετοιμάζω το πρωινό, τους δίνω και τρώνε ένα από τα αγαπημένα τους σνακ: «νιφάδες βρώμης» ή «νιφάδες καλαμποκιού», τα πιο γνωστά ως corn-flakes. Για τα δικά μου παιδιά είναι σαν τα «πατατάκια» ή τα «γαριδάκια», που άλλοι, κακώς, δίνουν για να περνά η ώρα στα μικρά τους. Έχουν από ένα μικρό μπολ μπροστά τους και μασουλάνε φλυαρώντας.
Με το που ετοιμάζεται το πρωινό, μεταφερόμαστε οικογενειακώς στο καθιστικό, να αποκτήσουμε τηλεοπτική παρέα και πρωινή ενημέρωση. Πίνουμε λοιπόν, το γάλα μας και σκαρώνουμε φανταστικά παιχνίδια με τα κουκλάκια-ζωάκια που έχουμε σε αφθονία. Τον δεύτερο χρόνο ζωής, τα παιδιά αρχίζουν να κοινωνικοποιούνται. Σιγά-σιγά παίζουν παράλληλο παιχνίδι, δίνοντας ο ένας στην άλλη τους πρωταγωνιστές της αστείρευτης φαντασίας τους και περιμένοντας την σειρά τους για να παίξουν. Αυτό το τελευταίο όχι και τόσο συχνά είναι η αλήθεια. Θα διδαχθούν όμως την υπομονή, στο νηπιαγωγείο, που είναι προ των πυλών.
Ήδη τα «πορώνουμε», παίρνοντας τα, βόλτα στο «σχολείο» και με προτροπές του στυλ «άντε τώρα που μεγαλώσατε θα πάτε σχολείο» ή και καλά για να συνηθίζουν και την ιδέα του αποχωρισμού της πιπίλας, «έλα τώρα, ολόκληρος παίδαρος, σε λίγο θα πηγαίνεις σχολείο και να φοράς πιπίλα!». Αυτό το τελευταίο, δηλαδή την απαλλαγή από την πιπίλα, το εφαρμόζουμε πλέον κάθε πρωί. Τις περισσότερες φορές, με περίσσεια θεατρικότητα, τραβάνε αποφασιστικά την πιπίλα με την πλαστική της αλυσίδα, ξεκολλώντας το μανταλάκι που την κρατά στην μπλούζα τους και μας την δίνουν, για να εισπράξουν άμεσα την επιβράβευση «μπράβο! Τώρα είσαστε μεγάλα παιδιά…». Στην πλειοψηφία τους, οι μέρες περνούν χωρίς πιπίλα, και όπως με την πάνα, την χρησιμοποιούμε μόνο για τον βραδινό ύπνο.
Την πιπίλα, καλό είναι εκεί μεταξύ δύο και τριών χρονών, κυρίως για να μην μας στραβώσουν και χαλάσουν τα δόντια μας, να την πετάμε. Λένε, ότι είναι πολύ πιο εύκολο από ότι φανταζόμαστε. Εκεί που τρέμεις στην ιδέα, του «πως θα κοιμάται;» ή «πως θα ησυχάζει χωρίς την πιπίλα;», την παίρνει το ποντικάκι ή η θάλασσα, γκρινιάζουμε μια δυό μέρες (ή μάλλον νύχτες) και την ξεχνάμε.
Η ώρα του Σαββατιάτικου πρωινού περνά, η μαμά σηκώνεται και όσο ετοιμάζεται για τη δουλειά, εμείς ετοιμαζόμαστε για βόλτα. Βάζουμε αντηλιακό (γιατί πρέπει να περάσουν τουλάχιστον 20 λεπτά πριν βγούμε στον ήλιο), και φοράμε τα ρουχαλάκια, που είναι συνήθως επιλογή της αγουροξυπνημένης μαμάς. Πριν βγούμε καθόμαστε στα γιογιό για μια τελευταία «κατάθεση»…
Η καμπάνα της Αγίας Βαρβάρας ηχεί 9:00 το πρωί, οπότε και ο ήλιος δεν είναι ακόμα επικίνδυνος. Οι Αυστραλοί λένε «να βγαίνεις στον ήλιο, μόνο όταν η σκιά σου είναι αρκετά μεγάλη ώστε να σε “καλύπτει”-προφυλάσσει». Πρακτικά, περιγράφουν τις ώρες πριν τις 11:00 το πρωί και μετά τις 5 με 6 το απόγευμα, όταν ο ήλιος δεν είναι κάθετος στη γη και οι ακτίνες του δεν είναι τόσο επικίνδυνες. Εννοείται ότι, και πάλι βάζουμε αντηλιακό, καπέλο και γυαλιά ηλίου. Όσον αφορά στα τυπάδικα γυαλιά μας, προσέξαμε να πάρουμε μάρκας, με καλούς φακούς και εκπαιδεύσαμε τα ζουζούνια, να τα φοράνε μόνο όταν βγαίνουνε και μόλις γυρίσουν σπίτι να τα φυλάμε στην θήκη τους.
Είναι προτιμότερο να μην φοράνε καθόλου γυαλιά ηλίου τα παιδιά, παρά κάποια «ψεύτικα», που αφήνουν το βλαβερό φάσμα της ηλιακής ακτινοβολίας να περνά. Όταν το μάτι βλέπει μέσα από σκουρόχρωμα γυαλιά, δεν το ενοχλεί ο ήλιος και η κόρη του διαστέλλεται, ανοίγει δηλαδή, όπως όταν προσπαθούμε να δούμε στο σκοτάδι, επιτρέποντας στις βλαβερές ακτινοβολίες να το «βομβαρδίσουν». Καλύτερα λοιπόν να ξοδευτείτε ή να αφήσετε τα βλαστάρια σας χωρίς καθόλου γυαλιά.
Στη βόλτα, είτε με το καρότσι, είτε με το ποδηλατάκι στο οποίο κάθονται εκ περιτροπής στη θέση του οδηγού, είτε με τα πόδια, κρατώντας ΠΑΝΤΑ το χέρι του μπαμπά, συνήθως είναι πολύ καλά παιδιά. Υπάρχουν όμως και κάποιες περιπτώσεις που ξυπνάμε στραβά και που η ήσυχη βόλτα καταλήγει σε θορυβώδη επανάσταση, η οποία «καταπνίγεται παραδειγματικά». Κάπως έτσι, εξελίχθηκε η βόλτα, το περασμένο μόλις Σάββατο, όταν μια και δυό, κρατώντας από ένα χέρι ο καθένας, ξεκινήσαμε για μια ήρεμη περιήγηση, στα σοκάκια της παλιάς πόλης. Κάτι ο Ερμής που ήθελε να πάμε από την άλλη μεριά προς το ιατρείο, κάτι η Χαρούλα που επέμενε να περπατά πάνω στο πεζοδρόμιο φωνάζοντας και τραβώντας όταν τελείωσε το πεζοδρόμιο, καταλήξαμε μετά από τουλάχιστον 3-4 προειδοποιήσεις ότι εάν δεν ηρεμήσουν και δεν είναι καλά παιδιά θα γυρίσουμε σπίτι, να κάνουμε ακριβώς αυτό. Τα σήκωσα από ένα σε κάθε χέρι, μούσκεμα στον ιδρώτα από την κούραση και την ζέστη, και στο όνομα της ιεράς διαπαιδαγώγησης, έγινα ρεζίλι στον κεντρικότερο δρόμο του Ρεθύμνου. Από την μία ένας Ερμής να ωρύεται, «όχι σπίτι, όχι σπίτι! Θέλω βόλτα». Από την άλλη η Χαρούλα να έχει ψιλο-λουφάξει, γιατί κατάλαβε ότι από δική της «καρακατσουλιά» κινδύνευαν να χάσουν την βόλτα τους. Στη μέση εγώ να ασθμαίνω, μούσκεμα στον ιδρώτα, ξεχειλίζοντας θυμό. Φτάσαμε σπίτι και αφού τους άφησα στο καθιστικό, μάζεψα την ψυχραιμία μου και τους έδωσα μια ακόμα ευκαιρία. Η κάθε τιμωρία, δεν έχει εκδικητικό αλλά εκπαιδευτικό χαρακτήρα. Το ζητούμενο δεν ήταν να μην κάνουμε τελικά βόλτα, αλλά να μάθουν κανόνες για μια ασφαλή βόλτα. Λέω λοιπόν, κυρίως στον Ερμούκο, «σταμάτα να κλαις, και θα πάμε βόλτα», μην νομίζει ότι επειδή ούρλιαζε υπέκυψα. Και αμέσως μετά, «τι έχουμε πει για τα καλά παιδιά όταν πάνε βόλτα; Κρατάνε πάντα από το χεράκι τον μπαμπά ή την μαμά, και δεν τραβάνε ή φωνάζουνε! Εντάξει;». Συγκρατώντας όσο μπορούσε ο μικρούλης μου τους λυγμούς του, ηρέμησε και μου έδειξε ότι συμφωνεί, κουρνιάζοντας μαζί με την αδερφή του στην αγκαλιά μου, και φιλοδωρώντας με, με φιλάκια. Ξαναβγήκαμε και κάναμε μια μεγάλη βόλτα καταλήγοντας στην θάλασσα, όπου παίξαμε στην άμμο.

Όχι ότι δεν ξανακάνανε σκανδαλιά στον δρόμο, όμως ξέρουν ότι δεν αστειευόμαστε και ότι μια, δυό και τρίτη δεν έχει, γυρίζουμε σπίτι. Η αγωνία μας είναι, όχι να έχουμε φρόνιμα και υπάκουα παιδιά, αλλά να τα μεγαλώνουμε με ασφάλεια. Πριν μόλις μερικές μέρες, είχαν βγει βόλτα με την μαμά τους και μια φίλη. Ο Ερμής είχε περίεργες διαθέσεις και τραβολογούσε την μαμά του. Μια σταματούσε απότομα, τάχατες χαζεύοντας κάτι. Την άλλη επιτάχυνε σαν να βιαζόταν. Σε κάποια τέτοια φάση, παρά τις προτροπές της μαμάς του να είναι καλό παιδί, ξεγλίστρησε από το χέρι της και έτρεξε μέσα από ένα στενοσόκακο να βγει προς το δρόμο. Δεν θέλω ούτε στιγμή να φανταστώ τι μπορούσε να συμβεί αν δεν τον προλάβαινε η μαμά του πριν πεταχτεί ανάμεσα στα αυτοκίνητα. Δεν χρειάζεται να σας πω ότι η βόλτα τερματίστηκε εν τη γενέσει της. Δεν έχω καμία πρόθεση να κάνω παιδιά στρατιωτάκια και κατανοώ την ανάγκη τους για σκανδαλιές, καθώς και τον αυθορμητισμό του παιχνιδιού τους. Προχθές όμως, διάβασα ένα άρθρο του οποίου ομολογώ πως ζήλεψα την έμπνευση … «Αυστηροί γονείς, ευτυχισμένα παιδιά».
Θα σας αφήσω με ένα από αυτά τα μικρά, υπέροχα, καθημερινά, που συνέβη σε μια από τις περιπλανήσεις μας στα στενάκια της παλιάς πόλης του Ρεθύμνου.
Πρώτα όμως, να σας πληροφορήσω για τις διατροφικές συνήθειες των μωρών μου, από όταν συμπλήρωσαν τον πρώτο χρόνο της ζωής τους. Μετά τα πρώτα τους γενέθλια, τα παιδιά μπορούν να τρώνε τα πάντα. Καλό είναι να μην συνηθίσουν στο αλάτι και την ζάχαρη. Το πρώτο, επιβαρύνει τα νεφρά, ενώ η δεύτερη σε φορτώνει θερμίδες χωρίς ιδιαίτερη θρεπτική αξία. Το γάλα, να περιοριστεί στο πρωινό και το βραδινό και όχι κατά την διάρκεια της ημέρας. Μπορεί να αποτελεί πλούσια πηγή θρεπτικών συστατικών όπως το ασβέστιο, όμως περιορίζει την απορρόφηση άλλων, όπως τον σίδηρο. Ένα καλό ημερήσιο πρόγραμμα είναι: γάλα το πρωί, φρούτα και αυγό(καθημερινά τα πρώτα 2-3χρόνια ζωής) για δεκατιανό, λαχανικά, όσπρια, κρέας και ψάρι για μεσημέρι, δημητριακά ή γιαούρτι το απόγευμα, και γάλα για βραδινό.
Τι γάλα; Οποιοδήποτε! Υπάρχουν τα τρίτης βρεφικής ηλικίας, κατάλληλα διαμορφωμένα και εμπλουτισμένα για τις ανάγκες του νηπίου. Ένα από τα καλύτερα γάλατα είναι το κατσικίσιο. Δυστυχώς, λόγω έλλειψης κάποιων βιταμινών, δεν μπορούμε να το χρησιμοποιήσουμε σε βρέφη γιατί κινδυνεύουν να πάθουν αναιμία. Μετά όμως το πρώτο χρόνο, τα συστατικά που λείπουν, τα παίρνουν από τις υπόλοιπες τροφές και έτσι το κατσικίσιο γάλα, συμπεριλαμβάνεται στις διαιτολογικές μας εναλλακτικές. Τα δίδυμά μου, έχουν το προνόμιο να πίνουν φρέσκο γάλα, από μια κατσικούλα ονόματι «μπιμπίνα». Ανάμεσα στα προτερήματα του να ζεις στην επαρχία, είναι η άμεση επαφή σου με την φύση. Τα μωράκια μου, έχουν επισκεφτεί την θεία τους στο χωριό δίπλα στο Ρέθυμνο, και έχουν γνωρίσει από κοντά την «μπιμπίνα». Ξέρουν ότι το γάλα που μας έρχεται κάθε μέρα σε μπουκάλια και που αφού το βράσουμε καλά(σέρνεται και μελιταίος πυρετός), το φυλάμε στο ψυγείο και το πίνουμε πρωί και βράδυ.
Σε μια περιπλάνηση μας στα σοκάκια του Ρεθύμνου, στο γεμάτο τουρίστες και χρώματα, σταμάτησαν μπροστά σε ένα στατό με καρτ ποστάλ. Ξαφνικά λοιπόν, ακούμε τα δίδυμα να φωνάζουν ενθουσιασμένα «μπιμπίνα, μπιμπίνα!». Είχαν εντοπίσει μια καρτ-ποστάλ που απεικόνιζε μια κατσικούλα σε βουκολικό κρητικό τοπίο. Έπρεπε να ήσασταν από μια μεριά να δείτε το απορημένο βλέμμα του πωλητή όταν τα μικρά μου χάρισαν από ένα φιλάκι στην κάρτα λες και αντίκριζαν κάποιον αγαπημένο συγγενή τους.
Να είστε όλοι καλά, και τα παιδιά μας καλύτερα!

Πέμπτη 5 Ιουνίου 2008

Η εποχή των μουσώνων ή πώς να βρέχεις όλο το σπίτι για να μένει στεγνό το …βρακάκι μας!

Καλοκαίριασε λοιπόν, και ήρθε ο καιρός να μάθουμε να μένουμε στεγνοί. Ο δρόμος όμως για το στεγνό βρακάκι είναι στρωμένος με πολύ υγρασία… Γυρίζω σπίτι μεσημεράκι, μετά από μια πολύ ζεστή μέρα. Φτάνοντας στο κεφαλόσκαλο ακούω την μαμά μας να με ρωτά «Μάντεψε, ποιος έκανε τσίσα στο γιογιό;!»
Ήχο είχα και μόλις που πρόλαβα να αποκτήσω και εικόνα, για να θαυμάσω τον Ερμούκο να θριαμβολογεί «Η Χαούααα!!!», κάνοντας και μια κίνηση δείχνοντας την αδερφή του, παρόμοια με αυτή των μετεωρολόγων όταν μας δείχνουν το χάρτη με τα βαρομετρικά. Ξεσπάσαμε σε γέλια με την μαμά τους, γιατί έμοιαζε η παιδική αθωότητα και ο αυθορμητισμός του ενός, να φορά στα δικά μας ενήλικα μάτια ένα μανδύα ειρωνείας, στην θριαμβευτική αναφορά του στο κατόρθωμα της άλλης. Για λίγα δευτερόλεπτα δεν ήξερα ποιόν να πρωτοφιλήσω τον γλυκό ετοιμόλογο Ερμή ή την ώριμη Χαρούλα που κατάφερε να ελέγξει τον σφικτήρα της. Πήρε ένα πεταχτό φιλί ο μικρός που ήταν στο δρόμο μου, για να αρπάξω στην συνέχεια την μικρή και να την λούσω με μπράβο για το κατόρθωμα της (η μικρή δεν είναι και πολύ των φιλιών).
Η εκπαίδευση είχε ξεκινήσει χαλαρά εδώ και αρκετούς μήνες. Απλά βηματάκια στην αρχή.
Μάθημα πρώτο! Μαθαίνουμε ότι αυτό που κάνουμε στην πάνα λέγεται κακά και τσίσα: «πω-πω! Τι βαριά πάνα, πόσα πολλά τσίσα έκανε η Χαρούλα!», ή «πουφου! Κάποιος έκανε κακά!» και κατά την αλλαγή της πάνας περιγράφουμε σχολιάζοντας. Εγώ, ένεκα των διδύμων, έχω εφεύρει το «πριτς στοπ» (κατά το «πιτ στοπ» της F1), με βοηθό. Αν τα έχει κάνει ο Ερμής, έρχεται για βοηθός η Χαρούλα. Την καθίζω στο πάνω μέρος της αλλαξιέρας και ανάμεσα στα ποδαράκια της ξαπλώνει ο αδερφός της. Αρχικά, μου δίνει μωρομάντηλα για να καθαρίσουμε τα πολλά, πριν πάμε να καθαριστούμε στην βρύση. Ακολουθεί η πετσετούλα, η κρέμα και τέλος η πάνα. Εννοείται ότι, κλείνουμε το καπάκι από τα μωρομάντηλα ή την κρέμα, παρακολουθούμε όλη την διαδικασία καθαρίσματος, (με τις επεξηγήσεις «εδώ πετάμε τα κακά» κλπ) και πάντα παίρνουμε την λεκτική ανταμοιβή «τι καλή βοηθό που έχω εγώ! Μπράβο, μωρό μου». Φυσικά, το σκηνικό λαμβάνει χώρα και με αντεστραμμένους όρους.
Μάθημα δεύτερο! Εξοικείωση με την τουαλέτα και το γιογιό. Από περίπου 15μηνών, αποκτήσαμε κάτι μικρά, πλαστικά καθηκάκια, κοινώς γιογιό (στα ελληνικά!). Ειδικά στην αρχή, η χρήση τους, μόνο για αυτή του κατασκευαστή τους δεν ήταν. Το μέσα μέρος, εκείνο που συλλέγει τις δημιουργίες, είναι αποσπώμενο, μαζί με το καπακάκι του. Ο Ερμής, συνήθιζε να το βγάζει, και να μπαίνει και με τα δύο ποδαράκια, μέσα στην τρύπα που δημιουργούταν. Άλλες φορές, ανέβαιναν απάνω όρθιοι φωνάζοντας «ολέ!». Πολύ σύντομα, τα πλαστικά καπάκια εξαφανίστηκαν και αποφασίσαμε τα γιογιό να τα έχουμε μόνο στο μπάνιο.
Μάθημα τρίτον! Η πράξη, αυτή καθ’ αυτή! Όταν ξυπνάς αξημέρωτα, με ένα ή ακόμα δυσκολότερα, με δύο μωρά και σκοπός σου είναι, να τα απασχολείς, χωρίς να ξυπνήσει τζάμπα και η καλή σου, είναι στιγμές που πρέπει να αυτοσχεδιάζεις. Από τις μεγαλύτερες προκλήσεις είναι όταν σε καλεί επειγόντως η φύση… Όταν ήταν μικρότερα τα «μπουντρούμιαζα» μέσα στην μπανιέρα, στην πορεία τα κάθιζα στην αλλαξιέρα και τελευταία τα βάζω να κάθονται στα γιογιό και να μιμούνται ότι κάνει ο μπαμπάς… Δεν ξέρω πως σας ακούγεται, πάντως είναι μια κωμικοτραγική πραγματικότητα. Κάποιες φορές που έχω όρεξη, γέρνω την πλάστιγγα προς την κωμωδία, τονίζοντας κάπως την προσπάθεια και τα οπτικοακουστικά εφέ, και στην συνέχεια προτρέποντας τα ζουζούνια μου να μου δείξουν πως κάνει ο μπαμπάς. Είναι όλα τα λεφτά, ένα πιτσιρίκι που κάθεται σε ένα καθηκάκι και σφίγγεται μέχρι που κοκκινίζει! Δεν κρατιέμαι, και σκάμε και οι δύο ή και οι τρεις στα γέλια.
Αφού λοιπόν, κατανοήσουμε το αντικείμενο του πόθου μας (κακά ή/και τσίσα), δούμε που επιθυμούμε να καταλήξουν (γιογιό ή τουαλέτα) και μάθουμε και τον τρόπο (τι περιμένατε να διαβάσετε σε αυτή την παρένθεση άραγε;), μένει να καταφέρουμε να τα σουμάρουμε όλα στα μυαλουδάκια τους.
Άλλα παιδάκια δεν είναι έτοιμα, όπως ο Ερμής που είτε κάπου τα κατάλαβε λάθος, είτε μας δουλεύει. Ενώ έχει κάνει κακά και κινδυνεύει η Ελλάδα να αποκλειστεί μόνιμα από την συνθήκη του Κιότο, παρόλα αυτά επιμένει «όχι Εμη κακά, όχι Εμή κακά».
Άλλα παιδάκια είναι έτοιμα, απλά τα μπερδεύουν λίγο, όπως η Χαρούλα, που μας ενημερώνει «Χαλά, κακά», είτε κάνει ψιλό είτε χοντρό. Βέρα κρητικιά από τα γεννοφάσκια της. Μέχρι να πάρω χαμπάρι ότι στο Ρέθυμνο λένε «κατούρησε» εννοώντας και τα δύο (κακά και τσίσα), πήγα να πάθω. Ακόμα θυμάμαι, την μάνα που ήρθε στις πρώτες βοήθειες του Νοσοκομείου, να μου ανακοινώσει «Γιατρέ, το μωρό έχει να κατουρήσει μια βδομάδα τώρα!». Την παραμικρή σχέση με την ιατρική να έχεις, καταλαβαίνεις ότι είναι σαν να έρθει κάποιος και να σου πει «το παιδί έχει να αναπνεύσει εδώ και μια ώρα!». Από τα πρώτα ιδιωματικά κρητικά που έμαθα και δεν θα ξεχάσω!
Άλλα τέλος παιδιά, παραείναι έτοιμα και σε βομβαρδίζουν με ερωτήσεις του τύπου «τι είναι τα κακά ή τα τσίσα» (απάντηση: τα σκουπιδάκια που περισσεύουν από ότι φάμε και ότι πιούμε) ή «και που πάνε τα κακά/τσίσα» (απάντηση: πάνε στην θάλασσα). Σε αυτά τα παιδιά, η πρόκληση έγκειται κυρίως στο να τα πείσουμε, σεβόμενοι το αίσθημα του δημιουργού, που μπορεί να νιώθουν. Μην θεωρείτε δεδομένο ότι τα «κακά» είναι κακά και για αυτόν που τα «έκανε». Είναι φορές που είναι πιο διπλωματικό, να τα αποχαιρετήσετε μαζί, όταν ξεκινούν το ταξίδι τους για την θάλασσα. Δώστε τους την ικανοποίηση να τραβήξουν το καζανάκι. Σε αυτά τα τελευταία, τα πιο ώριμα, αξίζει τον κόπο να δοκιμάσουμε και ένα κόλπο που μου έμαθε μια μαμά στο ιατρείο. Βρίσκεις κάποιον αγαπημένο ήρωα, όπως μια νεράιδα, μια πριγκίπισσα, τον σπάιντερ μαν ή την σταχτοπούτα και κάτι που αρέσει στο παιδί σου για ανταμοιβή. Όχι πολύ μεγάλο (όπως ποδήλατο), αλλά κάτι μικρό (όπως μπισκότο, σοκολατάκι, μικρό παιχνίδι κλπ). Στην συνέχεια σκαρώνεις μια ιστορία του τύπου «ξέρεις τι έμαθα σήμερα; ο/η «ήρωας/ίδα», έρχεται και αφήνει στο παράθυρο του μπάνιου ένα «δωράκι» σε όποια παιδάκια κάνουν τσίσα στο γιογιό τους. Θέλεις να δοκιμάσουμε;». Εάν το μικρό μας ψαρώσει, έχουμε έτοιμο στην τσέπη μας ή στην θέση του, το δωράκι έκπληξη και εάν τα καταφέρει, διαπιστώνετε με ενθουσιασμό ότι η ιστορία είναι αληθινή και ο ήρωας του, του έφερε δωράκι. Αυτό χρειάζεται για μόλις λίγες μέρες και στην συνέχεια το παιδί μαθαίνει να ελέγχει το σφικτήρα του χωρίς ανταμοιβή. Το δώρο πλέον του ήρωα του, είναι ότι του έμαθε να κατουράει (ή να κάνει κακά).
Πως θα διακρίνεις όμως, σε ποια φάση βρίσκεται το βλαστάρι σου; Απλά, δοκιμάζεις κατά καιρούς. Πριν τα κάνουμε μπάνιο το βράδυ, κάτι μεταξύ παιχνίδι και προσπάθεια, δοκιμάζαμε όπως τα έχουμε γυμνά, να καθίσουν λίγο στα γιογιό. Πριν από μερικές μέρες η Χαρούλα κατάφερε να παραγάγει μια μικρή ποσότητα. Ακολούθησε Το Πάρτυ! Ούτε στο πανεπιστήμιο να έμπαινε (ξέρετε το κλασσικό ελληνικό «μπράβο! Χαρούλα, και εγώ θα σου πάρω αυτοκίνητο!»). Την δεύτερη βραδιά έγινε μάλλον πιο συνειδητά. Η μικρή μου ήταν έτοιμη, έκατσε, σφίχτηκε λίγο και κατάφερε να αδειάσει ότι υπολείμματα είχαν απομείνει στην κύστη της.
Κάπως έτσι, τώρα που ζέστανε ο καιρός, η μικρή μου φόρεσε τα πρώτα της βρακάκια. Κάθε μια ώρα, την ρωτάμε και μετά την καθίζουμε στο γιογιό και όλο και κάτι καταφέρνει. Όσο για τον Ερμή, μάλλον θα πρέπει να περιμένουμε λίγο διότι δεν έμοιασε να πτοήθηκε από το γεγονός ότι και εκείνου του βγάλαμε την πάνα. Όταν τον βάζαμε στο γιογιό, σκέτη λειψυδρία, σε αντίθεση με τις λιμνούλες που ξαφνικά εμφανίζονταν σε διάφορα σημεία του σπιτιού. Μέσα σε λίγες ώρες είχε κάνει μούσκεμα όλα τα βρακάκια που είχαμε προμηθευτεί, οπότε αναγκαστήκαμε να συμβιβαστούμε προσωρινά και να του φορέσουμε και πάλι την πάνα. Όχι ότι και η Χαρούλα μένει «ακατούρητη» συνεχώς. Αν ξεχαστούμε και περάσει λίγο η ώρα, ή πιεί λίγο παραπάνω, ή ενθουσιαστεί με το παιχνίδι, βρέχεται και εκείνη. Απλά το ισοζύγιο με την Χαρούλα, αναφορικά στα βρακάκια που στεγνώνουν σε σχέση με αυτά που βρέχει, είναι θετικό και μας επιτρέπει να συνεχίζουμε την προσπάθεια. Εννοείται ότι προς το παρόν και τα δύο κοιμούνται με πάνα (σημάδια για να την βγάλουμε και την νύχτα, θα είναι ο καλός έλεγχος την ημέρα σε συνδυασμό με στεγνές πάνες τα πρωινά μόλις ξυπνούν). Συνήθως, ο έλεγχος των σφικτήρων την νύχτα, ακολουθεί αυτόν της ημέρας.
Ένα από τα απροσδόκητα ατυχήματα, έγινε προχθές το μεσημέρι (3ο εικοσιτετράωρο εκπαίδευσης) όταν η βέρα Ρεθυμνιώτισα Χαρούλα κατούρησε το χοντρό της (μετ.: έκανε κακά), μέσα στο βρακάκι της και συνέχισε αμέριμνη το παιχνίδι. Η «τούρτα» έκπληξη μας προέκυψε όταν ανυποψίαστοι πήγαμε να της κατεβάσουμε το βρακάκι για την ωριαία επίσκεψή της στο γιογιό. Το καλό ήταν ότι συνέχισε την προσπάθεια και έκανε και μια μικρή κατάθεση και στο γιογιό.
Ο δε Ερμής, το πήρε Μανιάτικο, αφού η Χαρούλα τα πάει καλά με το γιογιό, είναι δική της υπόθεση. Ούτε το δικό του να πλησιάσει δεν θέλει. Τον ρωτάμε και εκείνον, χωρίς να τον πιέζουμε, «θέλεις να καθίσεις και εσύ λίγο στο γιογιό σου;», για να δεχθούμε κατά μούτρα ένα απαξιωτικό και κατηγορηματικό «Όχι!». Είπαμε λοιπόν ότι θα περιμένουμε και ότι απλά θέλει τον χρόνο του. Η λύση, μας προέκυψε εντελώς τυχαία χθες. Πήραμε για την λεκάνη έναν εντυπωσιακό «θρόνο». Είναι ένα πτυσσόμενο καθισματάκι, με μια σκαλίτσα, που δίνει την δυνατότητα στο παιδί να κάθεται στην δική μας τουαλέτα. Μάλιστα το σκεπτικό ήταν, όταν αργότερα ο Ερμής κατουράει όρθιος, να μπορεί να ανεβαίνει και να πατάει για να τα κάνει στην λεκάνη. Όπως λοιπόν το συναρμολογούσα, έμοιαζε με κάποιο παιχνίδι και όταν το πρωτοτοποθέτησα ο Ερμής διεκδικούσε την πρωτοκαθεδρία. Τον αφήσαμε λοιπόν και έκατσε εκείνος λίγη ώρα και μετά ακολούθησε η Χαρούλα, με την καθιερωμένη πια κατάθεσή της. Αυτή την φορά τα εύσημα τα έλαβε και ο Ερμής. Όλο και πιο συχνά θέλει και ο ίδιος να κάθεται στον «θρόνο» και να κάνει ότι σφίγγεται. Πιστεύω πως είναι ζήτημα χρόνου να ακούσουμε το πολυπόθητο τσιρτσίρισμα από τις δημιουργίες του μικρού μας στην λεκάνη.
Ωριμάζουν τα μικρά μου, όπως ωριμάζει και η γραφή μου μέσα από το blog που μοιραζόμαστε. Ένας χρόνος μετά και νιώθω τις οικογένειες μου να μεγαλώνουν. Μέσα σε ένα χρόνο και μέσα κυρίως από τις εμπειρίες από την δική μου οικογένεια, απόκτησα μια νέα, γοητευτική, τρυφερή οικογένεια. Όλους εσάς.
Να είστε όλοι καλά και τα παιδιά σας καλύτερα.

Κυριακή 18 Μαΐου 2008

Ένας καλύτερος κόσμος είναι εφικτός

Παρ όλες τις βρόχινες παραφωνίες, το καλοκαίρι είναι εδώ! Άλλωστε, αυτό το νόημα έχει η Άνοιξη, να μας προετοιμάσει για τις επερχόμενες ζέστες. Έβρεξε λίγο, και δρόσισε. Το ποτισμένο χώμα, μοσχομύρισε. Έγιναν ένα χαρμάνι, το βρεγμένο χώμα με την μυρωδιά από την γαρδένια, τα τριαντάφυλλα και λίγο από το αγιόκλημα. Και ταξίδεψα! Πήρα μια βαθιά τζούρα, και βρέθηκα στο πατρικό μου, με την γιαγιά μου και τον παππού μου. Είναι αλήθεια, οι άνθρωποί μας δεν πεθαίνουν ποτέ, όσο ταξιδεύουμε κοντά τους, με την σκέψη, τα αρώματα, τους ήχους και τα γραφόμενα. Αυτό κάνω και εγώ εδώ και κοντά ένα χρόνο…
Πλησιάζουν τα πρώτα γενέθλια του blog. Ένας χρόνος γεμάτος αναμνήσεις. Χρώματα και αρώματα, που τραγουδά και ο Ξυλούρης. Όλα δείχνουν ότι είμαστε μόνο στην αρχή. Χαίρομαι την γυναίκα μου, που την βλέπω να γεμίζει το πουγκί των αναμνήσεων των δίδυμων. Μαγειρεύει, και τα παιδιά κάθονται το καθένα από μια πλευρά του τραπεζιού και «βοηθάνε». Η Χαρούλα, και καλά, ραντίζει με νερό και ο Ερμής, τάχαμου, προσθέτει το αλάτι. Αν τους ρωτήσεις ξέρουν:
-Τι βάζει η μαμά στην ζύμη;
-Νεόοο! Φωνάζει η μικρή
-αατι! Προσθέτει ο μεγάλος
-Και τι άλλο;
Έχουν ήδη σηκώσει τα κεφαλάκια τους, σαν να έχουν αρχίσει ήδη να εκφέρουν την λέξη, κερδίζοντας χρόνο για να σκεφτούν και ξαφνικά ανεβοκατεβάζουν τα κεφαλάκια τους, με την έκφραση του νικητή, φωνάζοντας
-Αλέλιιι!
Θέλω να γεμίζουν με όμορφες στιγμές όλη τους την ζωούλα. Να μυρίζουν και αυτά αγιόκλημα, όταν μεγαλώσουν, και να ξεχειλίζουν τα μάτια τους από συγκίνηση, από την ανάμνηση του πατρικού τους. Την ίδια συγκίνηση που προσδοκώ να νιώθω και εγώ, διαβάζοντας αυτές τις αράδες και παίζοντας με τα μικρά των μικρών μου…
Έχει μια μυρωδιά από παρελθόν το blog και ίσως και λίγο από εγωισμό. Αν και στην ουσία μοιράζεσαι κομμάτια από την ζωή σου, ή μάλλον από την ψυχή σου, λειτουργεί και σαν καθρέφτης. Κάτι σαν το είδωλό σου στα μάτια των άλλων ή ακόμα και στα δικά σου μετά από κάποια χρόνια… Αξίζει! Χαίρομαι, να μας διαβάζω. Χαίρομαι, να είμαι μέρος αυτού του όμορφου, αυθόρμητου χώρου. Χαίρομαι, όταν με πειράζει η θεια μου, προκαλώντας με να συνεχίσω να γράφω γιατί «ευτυχώς που υπάρχει και το blog σου και μαθαίνω τα νέα σας…». Χαίρομαι, όταν και εγώ μαθαίνω τα νέα κατορθώματα των ανιψιών μου, από το blog της κουνιαδούλας μου.
Μιλώντας λοιπόν για νέα, πριν από ένα δεκαπενθήμερο τα δίδυμα έγιναν …ΔΥΟ ΧΡΟΝΩΝ! Διανύουν μια από τις πιο όμορφες περιόδους. Βελτιώνουν την κινητικότητα τους και επιτέλους, όλο και πιο συχνά κάνουμε βόλτες χωρίς το καρότσι μας. Κρατάμε χεράκι και σουλατσάρουμε στην παλιά πόλη του Ρεθύμνου. «Όχι αγκαγιά» μας επισημαίνει ο Ερμής, κουνώντας δεξιά και αριστερά το χεράκι του με τον δείκτη τεντωμένο. Στην αρχή, είτε επειδή κουραζόντουσαν εύκολα, είτε επειδή προτιμούσαν την αγκαλιά, κάνανε ξαφνικά, εκεί που περπατούσαμε, επιτόπια στροφή γύρω από τον άξονα του χεριού και αρπάζανε το πόδι μας, σινιάλο ότι θέλουν αγκαλιά. Αρχίσαμε λοιπόν και εμείς να εξηγούμαστε… «όχι αγκαλιά τώρα. Τώρα βόλτα». Συνδύασαν λοιπόν τα μικρά την βόλτα με το περπάτημα και τώρα απολαμβάνουμε τις απογευματινές μας εξορμήσεις στα μαγαζιά. Για την δε Χαρούλα, φρόντισαν οι δικοί μου και δεν αφήνει βιτρίνα για βιτρίνα που να μην σταματήσει για να χαζέψει.
Αν όμως η βελτίωση στις κινητικές δεξιότητες είναι αισθητή, αυτό που μας ενθουσιάζει είναι οι καθημερινές εκπλήξεις στον λόγο. Βρίσκονται στη φάση που πασχίζουν να επικοινωνήσουν όσο πιο ολοκληρωμένα μπορούν, χρησιμοποιώντας ρήμα και δειλά-δειλά, όλο σωστότερα και αντωνυμίες. Έχει όμως πολύ πλάκα να τα χαζεύεις να παλεύουν για να κάνουν διάλογο μεταξύ τους. Είμαστε στην κουζίνα και τους ετοιμάζω τα πρωινά γάλατα. Αρχίζουν λοιπόν, με αισθητή βραδύτητα στον λόγο
-Όοοχι Εμή πιάνει ροθ ποτήιι, Χαλά μόνο πίει ροθ ποτήι, Εμή μπλέ ποτήι πίνει
Για να έρθει η απάντηση από απέναντι…
-Όοοχι Χαλά μααίρι (μαχαίρι), μόνο μαμά μααίρι..
Ξεκινούν και λες άντε να δούμε που θα καταλήξει. Βλέπεις την προσπάθεια να ολοκληρώσουν προτάσεις με νόημα. Τώρα, με τα δικά μου παιδιά, κατάλαβα τι σημαίνει στην ανάπτυξη, πρόταση με ρήμα ή πρόταση με δύο λέξεις. Μικρότερα, ήταν φορές που σε ξεγελούσαν ότι χρησιμοποιούν ρήμα, ενώ αυτά απλά λέγαν σαν μία λέξη πχ «μαμά-νάνι». Πλέον η Χαρούλα, πολύ συνειδητά μαλώνει τον αδερφό της, όταν κάνει θόρυβο τα πρωινά: «μη Εμή! Μαμά οιμάται. Οιμάται μαμά». Ο Ερμούκος εκδηλώνει την αγάπη του, και μόλις δει κάποιον αρχίζει «παππού, τάτε. Τάτε παππού!», χτυπώντας το χεράκι του στο μαξιλάρι του καναπέ, προτρέποντας τον πατέρα μου να καθίσει. Από την άλλη, η μικρή μου δηλώνει-απαιτεί, «Εγώ! τωια βότα» και φορά το καπέλο της, προειδοποιώντας τους γονείς μου να μην διανοηθούν να καθίσουν γιατί, μετά την βόλτα του Ερμή, σειρά έχει της Χαράς. Όλο και πιο ολοκληρωμένες προτάσεις. Βέβαια το λεξιλόγιο συχνά είναι κατανοητό από λίγους. Άντε τώρα κάποιος άσχετος με τα δίδυμά μου, να καταλάβει ότι όταν φωνάζουν «τος, τοσσς» μπαίνοντας στο δωμάτιο, εννοούν «φως» ή ότι θαυμάζουν το φεγγάρι και συχνά του στέλνουν φιλιά προσκαλώντας το κοντά μας, κοιτώντας προς τον βραδινό ουρανό, δείχνοντας και λέγοντας «έα γγάρι, έα!».
Αυτά τα όμορφα, χτίζουν σιγά-σιγά τα βλαστάρια μας. Εκεί που χαζεύεις την Χαρούλα σου αποκοιμισμένη, έρχεται σαν βροντερό χαστούκι η είδηση… Νεαρός πρόσφατα αποφυλακισμένος, μαχαίρωσε στην καρδιά και σκότωσε 21χρονο φοιτητή, επειδή τόλμησε, κατά λάθος, να του ρίξει κάτω το σουβλάκι στο σουβλατζίδικο!!! Πρόλαβε και ζήτησε και συγνώμη το έρημο το παλικάρι, πριν ο θρασύδειλος του μπήξει το μαχαίρι στην καρδιά.
Ποτίζεις στιγμή την στιγμή, με ροδόνερο από την ψυχή σου, για να ανθίσει και να μεγαλώσει το βλαστάρι σου και έρχεται ένα ανθρωπόμορφο τέρας, αποφυλακισμένο μετά από πολιτική παρέμβαση, και στο θερίζει. Όλοι αυτοί οι πολιτικοί και οι τοπικοί παράγοντες αυτού του ευλογημένου και συνάμα καταραμένου τόπου, θα έπρεπε να είναι υποχρεωμένοι δια νόμου, να παρακολουθούν τις κηδείες και το θρήνο για τα αδικοχαμένα παιδιά. Ο εκτελεστής κρύβεται κάπου στα βουνά, ενώ ο πραγματικός αυτουργός ζεσταίνει κάποια βουλευτική καρέκλα.
Είναι φορές που προβληματίζεσαι. Μήπως, να μην κάνω καλά παιδιά. Μήπως είναι καλύτερα να τα μάθω να λένε ψέματα, να ελίσσονται, να προστατεύουν τον εαυτό τους. Έχω άραγε το δικαίωμα να φτιάξω ένα κρίνο και να τον πετάξω μέσα στα ζιζάνια και τα αγριόχορτα. Η απάντηση έρχεται αμέσως. Όλοι αυτοί οι δύστυχοι, που μπερδεύουν την βία με την δύναμη, ζούνε διαρκώς σε μία κόλαση. Όταν δεν αγαπάς τον άλλο, όταν είσαι καχύποπτος με όλους, δεν αγαπάς ούτε τον ίδιο σου τον εαυτό. Είσαι κενός. Δεν δίνεις τίποτα, γιατί δεν έχεις τίποτα να δώσεις. Θα προσπαθήσω να θωρακίσω όσο καλύτερα μπορώ τις καρδούλες τους, μαθαίνοντάς τα να αγαπούν και να φέρονται όπως θα ήθελαν να τους φερθούν. Θα προσπαθήσω να κάνω τον κόσμο στον οποίο τα έφερα, καλύτερο. Θέλω να γεμίζει η ζωή τους, με δυνατές στιγμές και συγκινήσεις, όχι με προκατάληψη, φόβο και μαυρίλα. Θέλω μουσική και χρώματα για εκείνα. Σαν τα χρώματα που ήδη ξεχωρίζουν και ας μην είναι ακόμα τεσσάρων χρονών όπως λένε τα βιβλία μας. Μπλέ για τον Ερμή και «κόκκιτο» για την Χαρούλα. «Κίτινο» για την «ΑΚ» και μωβ για το κυπελάκι που πίνουν «νελό». «Ροθ» για την πετσέτα της «Λαλάς», «άσπο» για τα παπά του Εμή και «μάο» όπως λέει ο Ερμής μου το μαύρο, για την «μπλούμπα» όπως λέει η Χαρούλα την μπλούζα, που φοράει συνέχεια η μαμά μας με τον «Τε», δηλαδή τον Τσε που πλέον τα μωρά μου αναγνωρίζουν. Όλα αυτά γιατί πιστεύω ότι ένας καλύτερος κόσμος είναι εφικτός, αλλιώς θα είχα πάρει την ζωή μου αλλιώς…

Να είστε όλοι καλά και τα παιδιά μας καλύτερα.