Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2013

Όταν πονά η θηλή της θηλάζουσας, ο θηλασμός αποκτά εντονότερη γεύση ηρωισμού!



     Οι γυναίκες που καταφέρνουν να θηλάσουν στην Ελλάδα είναι ηρωίδες και έχω την τιμή να έχω γνωρίσει τέτοιες ηρωίδες της καθημερινότητας.
     Είμαστε με τη καλή μου στο σπίτι ενός φιλικού ζευγαριού. Τα παιδιά μας παίζουν στο δωμάτιο του γιού τους και εμείς απολαμβάνουμε συζητήσεις με ζεστό καφέ μπροστά στο τζάκι. Δε θυμάμαι πως, όμως η κουβέντα έρχεται στην προσκόλληση του παιδιού με τη μητέρα του και τους περιγράφω ένα κλασσικό πείραμα που είχε πραγματοποιηθεί στην Αμερική. Νεογέννητα πιθηκάκια, λίγες ώρες μετά τη γέννησή τους, τα απομακρύνανε από τις μητέρες τους και τα ανατρέφανε σε ατομικά κλουβιά όπου είχαν τοποθετήσει δύο ομοιώματα μητέρας-πιθήκου. Το ένα ήταν γυμνό συρμάτινο και το άλλο επενδυμένο με κουρέλια. Στα μισά κλουβιά το μπιμπερό από το οποίο τρέφονταν τα πιθηκάκια ήταν στερεωμένο στο συρμάτινο και στα άλλα μισά στο επενδυμένο ομοίωμα. Ανεξάρτητα από το ποιο υποκατάστατο μητέρας παρείχε την τροφή, τα πιθηκάκια περνούσαν τις πιο πολλές ώρες της ημέρας προσκολλημένα στα επενδυμένα ομοιώματα που θύμιζαν περισσότερο τη μητέρα τους. Δεν ολοκλήρωσα την περιγραφή μιας φωτογραφίας στην οποία το μικρό πιθηκάκι αγκαλιάζει το επενδυμένο ομοίωμα και κρέμεται, με ένα ακροβατικό, για να φτάσει και να πιεί το γάλα του από το μπιμπερό που ήταν προσαρμοσμένο στο συρμάτινο ομοίωμα, και η γυναίκα μου με διέκοψε διαμαρτυρόμενη:
-    Έλα μωρέ ‘συ Νίκο, κρίμα είναι τα κακόμοιρα! Στεναχωριέμαι μόνο που τα ακούω!


Σταμάτησα τη διήγηση από την οποία επίτηδες είχα παραλείψει ότι πολλά από τα πιθηκάκια δεν επιβίωσαν της απομάκρυνσης από τη μαμά τους,  όμως φούντωσα από συνειρμούς και  δεν κρατήθηκα από το να διαμαρτυρηθώ υπερασπιζόμενος τα βρέφη που γεννιούνται στα ελληνικά μαιευτήρια:
-         -         Συγνώμη, το συνειδητοποιήσες ότι σε άλλοτε άλλο βαθμό, τα μωράκια που γεννιούνται στα ελληνικά μαιευτήρια, υπόκεινται σε παρόμοιες συνθήκες για αρκετές ώρες ή και μέρες μετά τη γέννησή τους; Προτεραιότητα δίνουμε στην επίδειξη του μωρού στους συγγενείς, στην εξέταση από το γιατρό, στο καθάρισμα, στο ζέσταμα και πολλές φορές, τι ειρωνεία, στο τάισμα, όμως με μπουκάλι και όχι από το πρωτόγαλα της μάνας του. Τα μωρά μας περνάνε όλες τις φάσεις του θρήνου, από το έντονο κλάμα της άρνησης και του θυμού μέχρι την κατάθλιψη και την αποδοχή …

      Τα βλέμματα που με περικύκλωσαν έβαλαν φρένο στη συνέχεια της περιγραφής και στην ανάλυση περί ευαίσθητης φάσης και σπουδαιότητας της συνδιαμονής του βρέφους μαζί με τη μητέρα του από το πρώτο λεπτό της γέννησης, για την επιτυχία και την ευόδωση του θηλασμού. Σταμάτησα γιατί προσπαθώ να μη κουράζω τους άλλους με τον ενθουσιασμό μου για το θηλασμό. Τα παιδιά μας, στη συντριπτική πλειοψηφία όσων γονιών συναναστρεφόμαστε έχουν σταματήσει να θηλάζουν αρκετά χρόνια πριν, και στην περίπτωσή μας δεν προβλέπεται για κανένα μας η τεκνοποίηση για τα χρόνια που ακολουθούν. Άλλωστε, δεν είναι λίγες οι φορές που η προσωπική μου καθημερινότητα στρέφεται γύρω από το θηλασμό και έτσι αναγκαστικά όσοι με συναναστρέφονται ακούν συχνά πυκνά για την αγαπημένη μου φυσική μητρική-βρεφική ζεύξη. Αυτή μου η πώρωση, κάποιους τους κουράζει, ενώ σε άλλους ξυπνά συνειρμούς, ώστε με το που με βλέπουν θυμούνται να μου διηγηθούν κάποια ιστορία θηλασμού. Έτσι έγινε και με πολύ αγαπητή μου συνάδελφο που δουλεύει στο νοσοκομείο μας.
-    
    -            Με φωνάζουν να εκτιμήσω ένα νεογέννητο στην μαιευτική. Μπήκα στο εξεταστήριο όπου μετά τη μαία που έφερε το βρέφος, με λίγα λεπτά διαφορά, ακολούθησε και μια γυναίκα σκυφτή που έσερνε ελαφρά το βήμα της. «Μπορώ να καθίσω και εγώ; είμαι η μητέρα του…» ακούω μια σχεδόν ψιθυριστή, ξέπνοη φωνή να με ρωτά. Βεβαίως της απάντησα, εξέτασα το νεογέννητο, το βρήκα μια χαρά και έδωσα αυθόρμητα οδηγίες να το αφήσουν να ζεσταθεί για λίγο και μετά να το παραδώσουν στη μαμά, για να ακούσω έκπληκτη τη μαμά, σχεδόν με αγωνία να με ρωτά: «δε μπορώ να το πάρω μαζί μου; Δεν έχει λείψει λεπτό από την αγκαλιά μου…». Ομολογώ ότι με αιφνιδίασε, όμως δε μπορούσα να σκεφτώ τίποτα το κακό στο να πάρει το βρέφος μαζί της και έτσι δέχτηκα και η μητέρα έλαμψε μέσα στην ταλαιπωρία του πρόσφατου τοκετού και έφυγε με τη βοήθεια της μαίας και το μωρό της αγκαλιά. Λίγες στιγμές αργότερα, οι μαίες εξέφραζαν το θαυμασμό τους και την απορία τους: «από πού να είναι; Δεν έχει αφήσει λεπτό το μωρό της και το θήλασε αμέσως…»

Δεν χρειάστηκε να μου ολοκληρώσει την ιστορία. Μάντεψα το όνομα της μητέρας, και έπεσα μέσα. Τις προηγούμενες βδομάδες είχε γεννήσει στο νοσοκομείο μας, το αγοράκι της, μια από τις πιο δραστήριες ακτιβίστριες του θηλασμού που έχει η πόλη μας. Ήταν το δεύτερο μωρό της και ήταν αποφασισμένη να τα κάνει όλα σωστά αυτή τη φορά.
Το νοσοκομείο μας προσπαθεί όσο μπορεί να εφαρμόζει το φυσιολογικό τοκετό και οι μαίες με τους παιδίατρους κάνουν φιλότιμες προσπάθειες για να βοηθήσουν το θηλασμό. Εφαρμόζουν το rooming-in, τη συνδιαμονή δηλαδή του βρέφους με τη μητέρα του, για όσο νοσηλεύονται. Δε χορηγούν στο μωρό τίποτα άλλο εκτός από το γάλα της μαμάς του, εκτός εάν συντρέχει πραγματικός ιατρικός λόγος ή το επιθυμεί η μητέρα. Σε αυτό το σκηνικό, η καλή μου φίλη γέννησε το αγοράκι της και το έβαλε αμέσως στο στήθος της, όση ώρα ολοκλήρωναν μαιευτήρας και μαίες τον τοκετό. Βγήκε από την αίθουσα με το μικρό της πάνω στο στήθος της και όταν της ζήτησε η μαία να της το πάρει για να το πάει στο παιδίατρο προκειμένου να το εξετάσει, εκείνη τη παρακάλεσε να τον αφήσει μερικές στιγμές ακόμα για να ολοκληρώσει το γεύμα του και θα τον έφερνε εκείνη. «Μα! Μια ώρα θηλάζει…». 
Σαν να άκουσε τις ήπιες διαμαρτυρίες της μαίας ο μικρός, άφησε το στήθος της μαμάς του και εκείνη τον παράδωσε για να τον πάνε να εξεταστεί. Την ιστορία την άκουσα αργότερα και από την ίδια τη μητέρα που μου εξομολογήθηκε ότι, αφού πλύθηκε λίγο η ίδια για να συνέλθει, δεν κρατήθηκε και πήγε μέχρι το εξεταστήριο όπου πραγματικά, αφού εξέτασαν τον γιό της, της τον παρέδωσαν για να επιστρέψουν μαζί πίσω στο δωμάτιο τους.
Το πείραμα με τα πιθηκάκια από τα μέσα του προηγούμενου αιώνα, στεναχώρησε τη γυναίκα μου για τη σκληρότητά του. Αναρωτιέμαι αν κατανοούν όσοι εφαρμόζουν τις λάθος πρακτικές κατά τη γέννηση και τα πρώτα λεπτά, τις πρώτες ώρες ή σε κάποιες περιπτώσεις ακόμα-ακόμα και τις πρώτες μέρες, το στρες στο οποίο καταδικάζουν το βρέφος; Από την ηρεμία και την προστασία
του αμνιακού υγρού στη φιλόξενη κοιλιά της μητέρας του, εκεί όπου το μικρό μας όχι μόνο δεν ασχολείται με το τι θα φάει, μια που του χορηγεί όσο γλυκόζη χρειάζεται ο πλακούντας, αλλά δεν το έχει απασχολήσει ούτε καν το πώς θα αναπνεύσει! Έρχεται η ώρα του τοκετού και το βρέφος μας μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα νιώθει σαν έκπτωτος από το παράδεισο. Νιώθει τη γύμνια του μέσα από το κρύο και παλεύει για το οξυγόνο, που πλέον δεν είναι δεδομένο. Ξεδιπλώνει τον πνεύμονά του και φωνάζει με όλη του τη δύναμη προς το φύλακα άγγελό του, τη μητέρα του. Αποζητά να ακούσει και πάλι την καρδιά της να χτυπά δίπλα στη δική του. Ψάχνει τη ζεστασιά της αγκαλιάς της, το άρωμα και τη γεύση του αμνιακού υγρού που τόσους μήνες γευόταν και μύριζε. Το συντομότερο που η δυάδα θα σμίξει και πάλι, το μωρό μας θα γευτεί το πύαρ, που έχει την ίδια γεύση με το αμνιακό υγρό, θα ακούσει τη καρδιά, τη φωνή, την ανάσα, τα σπλάχνα της μητέρας του και θα νιώσει και πάλι τη ζεστασιά, αυτή τη φορά της αγκαλιάς της.
Αν αφήσουμε μόνο του το μικρό μαςπάνω στη μαμά του, με ένα μαγικό τρόπο, λες και είναι το χελωνάκι που μόλις γεννηθεί κατευθύνεται προς τη θάλασσα, έρπει, σπρώχνει και καταφέρνει να βρεθεί πάνω στο στήθος της μητέρας του, όπου «ραμφίζοντας» εντοπίζει τη θηλή της και αρχίζει να θηλάζει.
Οτιδήποτε παρεμβαίνει σε αυτή την ενστικτώδη αλληλουχία κινήσεων, εκτρέπει το μωρό μας από αυτό που του ‘χει ταγμένο η φύση του. Παράλληλα το στρεσάρει, αυξάνοντας κατακόρυφα τις πιθανότητες για επιπλοκές όπως η υπογλυκαιμία ή η αφυδάτωση. Δεν είναι όμως ειρωνικό; Να χορηγούμε «προληπτικά» οτιδήποτε ξένο από το γάλα της μητέρας του, γιατί φοβόμαστε τις επιπλοκές που αυτή ακριβώς η πρακτική μας σχεδόν εξασφαλίζει… Από την άλλη, το μικρό μας προσαρμόζεται γρήγορα στα νέα δεδομένα για να μπορέσει να επιβιώσει. Εφόσον, αντί για το στήθος της μαμάς του, του προσφέρουμε μπιμπερό, μαθαίνει να έχει σχεδόν κλειστό το στοματάκι του, να χρησιμοποιεί τη γλώσσα του όχι για να απομυζεί το γάλα, αλλά για να μπλοκάρει την ελεύθερη ροή του μπιμπερό, καταπίνοντας βίαια προκειμένου να μην πνιγεί. Αναλογιστείτε τις διαφορές: στο στήθος το βρέφος οφείλει να έχει ορθάνοιχτο το στοματάκι του και με τη γλώσσα του να πιέζει τη θηλαία άλω και τη θηλή, ρουφώντας με δύναμη προκειμένου να απολαύσει το νέκταρ της μητέρας του. Αν του προσφέρουμε έστω και ένα γεύμα με μπιμπερό,  τις περισσότερες φορές βρισκόμαστε να παλεύουμε για να ξε-μάθει το μπιμπερό και να καταφέρει να πιάσει σωστά το στήθος.
Όχι σπάνια, για αρκετές μέρες ή ακόμα και εβδομάδες, η μητέρα που θηλάζει αισθάνεται στις θηλές  της μια δυσφορία που αγγίζει ή ακόμα και ξεπερνά τα όρια του πόνου. Διαρκεί μόλις λίγα λεπτά στην αρχή του γεύματος και με τη πάροδο του χρόνου παύει να ενοχλεί τη μαμά. Αν ο θηλασμός είναι επώδυνος κάτι δεν πάει καλά! Η δυάδα μωρό και στήθος για κάποιο λόγο δεν τα βρίσκει. Οι λάθος πρακτικές στην εκκίνηση της σχέσης του βρέφους με το στήθος, όταν δηλαδή το «ξεγελάμε» με υποκατάστατα, σίγουρα υποσκάπτουν το κοινό μέλλον τους. Το μωρό εκτρέπει προς λάθος κατεύθυνση τα ένστικτα του και η μάνα, που τις περισσότερες φορές δεν έχει εκπαιδευτεί για να βοηθήσει το μωρό της να θηλάσει, βρίσκεται να πιάνει λάθος, να προσφέρει λάθος και τελικά να πονά η μία και να πεινά το άλλο…
Ο δρόμος του θηλασμού δεν είναι πάντοτε στρωμένος με ροδοπέταλα. Είναι ό, τι καλύτερο για
μωρό και μαμά, όμως συχνά, όπως λέει και ο καλλιτέχνης, «ό, τι αξίζει, πονάει και είναι δύσκολο»! Έτσι, πολλές μητέρες απολαμβάνουν με τα παιδιά τους το μοναδικό δέσιμο που βιώνουν όσες θηλάζουν, όμως είναι και άλλες που κάνουν μεγάλες προσπάθειες και μοιάζει να παλεύουν έναν άδικο αγώνα. Μπορεί να τα κάνουμε όλα σωστά, η μαμά να γνωρίζει πώς να το χειριστεί, όμως να έχουμε θέμα από τη πλευρά του μικρού μας, όπως για παράδειγμα τη μόλις 23 ημερών πιτσιρίκα που είδα στο ιατρείο πριν από περίπου δεκαπέντε μέρες.
Το ζευγάρι των γονιών της, το γνωρίζω από τη πρώτη τους κόρη που καταφέραμε με τα χίλια ζόρια και θήλασε με βία λίγους μήνες. Αυτή τη φορά το ζευγάρι είναι αποφασισμένο να τα καταφέρει με το θηλασμό του νέου τους μωρού. Με τον ενθουσιασμό της μυημένης στα μυστικά του θηλασμού, μια που όντας έγκυος δεν έχασε ευκαιρία να παρακολουθήσει τα μαθήματα, η μητέρα έκλεινε τα αυτιά της με πείσμα στη γιαγιά που την «έπνιγε» με την αγωνία της και τα σχόλια τύπου «δεν θωρείτε πως δε του φτάνει του κοπελιού το γάλα; δώστε βρε ‘σεις και λίγο από το κανονικό γάλα για να το πιάσει το κακορίζικο!».  Χαμογελούσε και προσπερνούσε τα ακούσια σκληρά λόγια, που άθελά τους επιτείνανε την αγωνία της και τον πόνο. Ένα πόνο που αντί να υποχωρεί αθροιζόταν και γιγαντώνονταν. Το ζύγισμα στο ιατρείο ήταν καθησυχαστικό και την όπλιζε με κουράγιο να συνεχίσει. Όμως ο θηλασμός δεν πρέπει να είναι βάσανο. Αν αντί για ικανοποίηση γεμίζει με άλγος τη μάνα, το πιθανότερο είναι πως θα στερέψει από κουράγιο και στην συνέχεια και από γάλα. Αυτό το δρόμο άρχισε να κατηφορίζει και η δική μας περίπτωσή. Το ζευγάρι αναγκάστηκε να καταφύγει σε ένα κατά συνθήκη ψέμα για να καθησυχάσει την γιαγιά. Της είπαν ότι η μικρή πήρε περίσσιο βάρος και ότι είναι πολύ καλά. Η αλήθεια ήταν ότι η μικρή άρχισε να μην παίρνει ικανοποιητικό βάρος, όμως το σοβαρότερο ήταν ότι, μόλις ζήτησα από τη μητέρα να τη θηλάσει για να δω μήπως κάτι δε πάει καλά, διέκρινα σχεδόν πανικό στο πρόσωπό της. Καθώς ετοιμαζόταν να προσφέρει το στήθος της στη κόρη της, οι εκφράσεις της θύμιζαν ετοιμοθάνατο που έβαζε το κεφάλι του στην γκιλοτίνα. Το μωρό έπιανε με ένταση το στήθος και η μητέρα σχεδόν δάκρυζε. Μόνο που αναλογιζόμουν ότι αυτό συνέβαινε καθημερινά, πολλές φορές τη
μέρα, για περισσότερο από τις τρεις εβδομάδες, ένιωσα επιτακτική την ανάγκη να την ανακουφίσω. Το στοματάκι πάνω στο στήθος δεν ήταν αρκετά ανοιχτό και το κάτω χείλος, αντί να είναι ξεδιπλωμένο και να κρύβει μέσα του τη θηλαία άλω, εκείνο εξαφανιζόταν μέσα στο στήθος. Απεγκλωβίσαμε το στήθος και ξαναπροσπαθήσαμε ξανά και ξανά. Η μικρή δεν έλεγε να βυθίσει μεγάλο μέρος του στήθους στο στόμα της. Κάποια στιγμή, εφαρμόζοντας το χειρισμό «σάντουιτς», κατά τον οποίο πιάνει η μητέρα τη θηλής της μαζί με τη θηλαία άλω και τα «συνθλίβει» ελαφρά ανάμεσα στον αντίχειρα και το δείκτη της ώστε η περίμετρος να μικρύνει και να καταφέρει το μωρό να πιάσει περισσότερο στήθος με το στόμα του, η μητέρα αναθάρρησε και φάνηκε να ανακουφίζεται. Όμως δυστυχώς η αγαλλίαση στο πρόσωπό της δεν άργησε να χαθεί και πάλι. Διακόψαμε το θηλασμό και αποφάσισα να εξετάσω τη μικρή ξανά. Η λύση του προβλήματος ήταν εκεί μπροστά μας και μας έβγαζε κοροϊδευτικά τη γλώσσα.
Η μπέμπα με είχε ξεγελάσει. Όταν την είχα πρωτο-εξετάσει, τότε που ακόμα το κουράγιο της
μάνας περίσσευε και η μικρή έπαιρνε καλά βάρος, είδα τη γλώσσα να προβάλει όμως δεν πρόσεξα ότι δεν έβγαινε αρκετά από το στόμα ώστε να καλύπτει άνετα την κάτω γνάθο. Η μικρή μπορεί να μην είχε καθηλωμένη τη γλώσσα στο κάτω μέρος του στόματός της, όμως ένα σκληρός κοντός χαλινός δεν της επέτρεπε να χρησιμοποιεί σωστά τη γλώσσα της και να θηλάζει ανώδυνα από τη μητέρα της. Ανώδυνα για τη μητέρα δηλαδή, γιατί η μικρή ειδικά στην αρχή δε φαινόταν να έχει πρόβλημα. Όταν όμως τα αποθέματα δύναμης της μητέρας της άρχισαν να μειώνονται, ακολούθησε η ποσότητα του γάλακτος και τέλος και αυτή η αποτελεσματικότητα του θηλασμού. Κοντός χαλινός της γλώσσας λοιπόν η διάγνωση και απλή χειρουργική διόρθωση η λύση, για να λυθεί το γλωσσαράκι και να πάψει να ταλαιπωρεί τη μαμά της.
     Το ραντεβού με το παιδοχειρουργό κανονίστηκε. Παρακάλεσα να παραστώ, όχι μόνο για να βοηθήσω αλλά και γιατί ομολογώ πως ήθελα να ζήσω το σκηνικό όπου η μητέρα θα θήλαζε χωρίς να πονά. Μόλις είδε το χαλινό ο παιδοχειρουργός, προτίμησε να χρησιμοποιήσει υπέρηχους για να ελευθερώσει τη γλώσσα από τα δεσμά της. Βρέθηκα να ακινητοποιώ το κεφάλι της μικρής με τα χεράκια της, προτρέποντας τον συνάδελφο να κάνει άφοβα τη δουλειά του και καθησυχάζοντας τη μαμά ότι σε λίγα μόνο λεπτά όλα θα είναι καλά. Η μικρή περισσότερο αιφνιδιάστηκε και ενοχλήθηκε από την ανάταση της γλώσσας της, παρά πόνεσε από την επέμβαση. Όντως σε λίγα λεπτά έσκυβα πάνω από τη μητέρα με τη μπέμπα να εφορμά στο βυζί και τη μητέρα να δακρύζει όχι από πόνο αλλά από χαρά, ανακούφιση και ευγνωμοσύνη!
     Υπάρχει καλύτερη αμοιβή από το ευχαριστώ μιας μάνας που μπορεί να προσφέρει
απρόσκοπτα την πεμπτουσία της αγάπης της για το μωρό της, το γάλα της; Η αγαπημένη μητέρα είχε μελετήσει όσα είχαμε συζητήσει για το θηλασμό, γι αυτό άλλαζε θέσεις στο μωρό ώστε να προστατεύει τη θηλή της, βοηθούσε με μαλάξεις όσο θήλαζε η μικρή ώστε να πίνει ευκολότερα και μεγαλύτερη ποσότητα γάλακτος, όμως αν δε κόβαμε το χαλινό, τότε μάλλον θα κοβόταν πρώτα η θηλή της μαμάς και στο τέλος το γάλα της.
      Μετά από μόλις μερικές μέρες, η μικρή «εκπαιδεύτηκε» στα νέα δεδομένα και στις νέες της δυνατότητες. Ξεδίπλωσε τη γλώσσα της και το ταλέντο της στο θηλασμό, αρχίζοντας παράλληλα να χτίζει «δίπλες» στην κορμάρα της που εφησύχασαν ακόμα και τη γιαγιά της. 
      Η ηρωίδα μάνα όμως δεν έπαψε να πονά! Ο πόνος δεν ήταν πλέον τόσο έντονος κατά το θηλασμό. Εκεί, με σχετική ευκολία πλέον, κάπως τα έβρισκαν μετά από λίγη ώρα μάνα και κόρη. Ο πόνος συνοδευόταν από μια εντυπωσιακή όσο και αξιοπρόσεκτη αλλά και τυπική συμπτωματολογία. Η άκρη της θηλής, όταν άρχιζε να πονά γινόταν άσπρη, στην συνέχεια μπλάβιζε για να καταλήξει έντονα κόκκινη. Η τυπική αλληλουχία του αγγειοσπασμού, ενός συνδρόμου που ακούει στον επιστημονικό ορισμό «σύνδρομο Raynaud» ξεδιπλώθηκε τόσο εντυπωσιακά μπροστά μου, που ομολογώ ότι η πρώτη μου σκέψη ήταν να το απαθανατίσω με τη κάμερά μου. Μέχρι όμως να μου δώσει το Ο.Κ. η μητέρα, τα συμπτώματα είχαν υποχωρήσει και σε καμία περίπτωση δε μπορούσα να υποβάλω τη μάνα σε πόνο προκειμένου να το κινηματογραφήσω… Αν τα καταφέρει η ίδια μέχρι να σας κοινωνήσω αυτές τις αράδες, θα προσπαθήσω να σας το δείξω! Η θεραπεία είναι  συμπτωματική και εστιάζεται κυρίως στην αποφυγή του κρύου. Συνιστούμε στους ασθενείς, εκτός από το να ντύνονται καλά, να αποφεύγουν τα κρύα μέρη γενικότερα, μέχρι ακόμα και στα σούπερ-μάρκετ τα τμήματα με ψυγεία που έχουν χαμηλότερη θερμοκρασία, γιατί μπορεί να προκληθεί κρίση. Η τυπική εικόνα του συνδρόμου παρουσιάζεται στα δάκτυλα των ποδιών και των χεριών, όμως αναφέρεται και στις θηλές και μπορεί να εκδηλώνεται κατά το θηλασμό. Υπάρχει και φαρμακευτικό σκεύασμα, συμβατό με το θηλασμό, το οποίο κατά κύριο λόγο χρησιμοποιούν οι καρδιολόγοι ως αντιυπερτασικό. Βελτιώνεται η κυκλοφορία στη περιφέρεια και έτσι μειώνονται οι κρίσεις. Όντως η μητέρα ανακουφίστηκε σημαντικά και συνεχίζει να θηλάζει τη μικρή της, η οποία θεριεύει και πάει. Από όσα σας εκμυστηρεύτηκα καταλαβαίνετε πιστεύω γιατί βρίσκεται στο Πάνθεον των ηρωίδων που έχω την τιμή να γνωρίζω προσωπικά και που κατορθώνουν να θηλάζουν τα μωρά τους στη χώρα μας.
Να είστε όλοι καλά και τα παιδιά μας καλύτερα!         
     

Δευτέρα 2 Σεπτεμβρίου 2013

Μια καλοκαιρινή ιστορία με αισιοδοξία, μια διαφορετική ματιά στην καθημερινότητα!



Οδηγώ προς τα νότια παράλια του Νομού.
Είναι μεσημέρι Πέμπτης και αφήνουμε πίσω μας το ζεστό Ρεθυμνάκι, με κατεύθυνση προς τον Άγιο Παύλο. 
Η έμπνευση ήταν της καλής μου: «Δε δουλεύω αυτό το Σαββατοκύριακο, μήπως να έκλεινες το ιατρείο την Παρασκευή και να πηγαίναμε κάπου για τριημεράκι;».
Άλλο που δεν ήθελα! Έχουμε τη δυνατότητα, αν όχι σε λίγες ώρες, πάντως σίγουρα σε λίγες μέρες, να σκαρώσουμε εκδρομή που για άλλους αποτελεί ολόκληρο ταξίδι, με προηγούμενη οργάνωση μηνών… Τηλεφώνησα και έκλεισα δωμάτιο για ένα ζευγάρι και δύο παιδιά. Άλλαξα μερικά ραντεβού, για να ελευθερώσω την Παρασκευή και  έκανα κανονικά το πρωινό ιατρείο της Πέμπτης. Η σημερινή  είναι μια από τις δύο μέρες την εβδομάδα που δεν εξετάζω στο ιατρείο  και το απόγευμα. Έτσι, να ‘μαστε οικογενειακώς  καθοδόν για το, ελαφρώς ξεχειλωμένο Σ/Κ, το Σαββατοκύριακο δηλαδή, στην αργκό του στρατού.
Τα παιδιά πολύ σύντομα, μετά από ένα χλιαρό καυγά μεταξύ τους  για το πώς θα βολευτούν δεμένα με τις ζώνες τους στο πίσω κάθισμα , κοιμήθηκαν. Η διαπραγμάτευση εδώ και χρόνια, δεν αφορά πλέον τις ζώνες ασφαλείας, αλλά την εδαφική επικράτηση όπως ξαπλώνουν στο πίσω κάθισμα. Οι ζώνες ασφαλείας είναι δεδομένες από τη στιγμή που θα μπούνε στο αυτοκίνητο, κατάκτηση της εκπαίδευσής τους από τα μικράτα τους. Δεν φοράς ζώνη; Δεν μπαίνεις στο αυτοκίνητο, και δεν πάμε βόλτα.
 Θυμάμαι, πριν από περίπου ένα χρόνο, όταν τα δίδυμα ήταν έξι χρονών, φεύγοντας από μια θεατρική παράσταση ο Ερμής έδωσε στεγνά την αδερφή του: «Η Χαρούλα δε φοράει ζώνη!!». Τα αλάρμ άναψαν και το αυτοκίνητο σταμάτησε στην άκρη του δρόμου. Γυρίζω πίσω και κοιτάζω τα παιδιά πολύ σοβαρά, γιατί η αλήθεια ήταν ότι είχαμε ήδη διανύσει αρκετή απόσταση από το θέατρο, με την Χαρούλα «λυτή» στο πίσω κάθισμα: «Δεν έχουμε πει ότι όποτε είμαστε στο αυτοκίνητο, πάντοτε φοράμε ζώνη ασφαλείας; Έχετε δει ποτέ τη μαμά σας ή εμένα χωρίς ζώνη;». «Μααα! Την ξέχασα…» γουργούρισε η μικρή μου. Είχαμε περάσει πολύ όμορφα στην παράσταση του «Θεατρικού Περίπλου» της ομάδας που αναλαμβάνει τη θεατρική μας ψυχαγωγία εδώ και περισσότερο από δεκαετία στο Ρέθυμνο, και δεν ήθελα να χαλάσω τη βραδιά με αναίτιο καυγά. Ο.Κ. η αφορμή για μάθημα ήταν εκεί, όμως στην πραγματικότητα πίστευα τη Χαρούλα μου, ότι δηλαδή είχε απλώς  ξεχάσει να φορέσει τη ζώνη της. Γύρισα μπροστά και κοιτώντας την από το καθρέφτη, καθώς τσέκαρα και το δρόμο για να ξεκινήσω και να συνεχίσουμε την πορεία μας, της λέω: «Αγάπη μου, ξέρεις ότι είναι σημαντικό, και για αυτό επιμένω… Φοβάμαι  για εσάς. Δε το κάνω για να σας ταλαιπωρώ... Μην τρομάξετε τώρα. Θα σας δείξω γιατί είναι σημαντικό να φοράμε ζώνη». Είχα ήδη αναπτύξει μικρή ταχύτητα και διπλοελέγχοντας ότι ήμουν μόνος μου στο δρόμο, κοκάλωσα τα φρένα, στο βαθμό που δεν κινδυνεύαμε ακόμα και χωρίς ζώνη. Η δύναμη της ορμής έσπρωξε πάντως τα μικρά μου που σχεδόν διπλώθηκαν προς το μπροστινό κάθισμα.

«Είδες ζουζού μου γιατί είναι απαραίτητη η ζώνη; Αν ήσουν χωρίς τη ζώνη δεμένη και εγώ φρέναρα με μεγαλύτερη ταχύτητα ή ακόμα χειρότερα, τρακάραμε με κάποιο άλλο αυτοκίνητο…»
«Εντάξει βρε μπαμπά! Αφού σου λέω ότι τη ξέχασα…»
«Ο.Κ., Ο.Κ. έληξε το θέμα. Όμως είδατε με πόση δύναμη πεταχτήκατε προς τα εμπρός και εγώ δεν έτρεχα και σας είχα προειδοποιήσει κιόλας… Σας θύμισε κάτι;» σπάω λίγο την αυστηρότητα, γιατί η συζήτηση δεν ήθελα να εξελιχθεί σε αντιπαράθεση.
«Ναι, εμένα μου θύμισε το τρενάκι στο Λούνα-Παρκ!» και συνεχίσαμε προς το σπίτι, σχολιάζοντας την παράσταση που μόλις είχαμε απολαύσει.

Στην διαδρομή προς τον Άγιο Παύλο, η καλή μου, φροντίζει τη μουσική υπόκρουση. Ο Τζον Λέννον Imagine”. Διαχρονική μουσική, από μια προσωπικότητα που άφησε βαθύ το αποτύπωμά της στην λεωφόρο της ανθρωπότητας.
χαϊδεύει τα αυτιά μας, με τη μελωδία του “
-Άραγε τα παιδιά μας θα ακούνε Lennon?
-Δε ξέρω αν θα ακούνε, ελπίζω πως ναι, όμως πρέπει να τα βοηθήσουμε να μην τον ξεχάσουν…
-Τι εννοείς;
-Τη περασμένη βδομάδα πήγαμε βόλτα με τα ποδήλατα κάτω στον παραλιακό, που αυτές τις μέρες είναι κλειστός για τα αυτοκίνητα. Κάποια στιγμή βλέπω την Χαρά να σταματά μπροστά από την παλέτα ενός καλλιτέχνη του δρόμου, ξέρεις αυτούς που φτιάχνουν καρικατούρες με τα πρόσωπα των περαστικών και που προκειμένου να  διαφημίσουν το ταλέντο τους, επιδεικνύουν τις δυνατότητές τους αλλοιώνοντας τις μορφές  γνωστών ηθοποιών και τραγουδιστών, κρατώντας όμως κάποια χαρακτηριστικά που σε παραπέμπουν στην αυθεντική μορφή. Ακούω λοιπόν την ζαργάνα μου να φωνάζει στον έτερο ποδηλάτη: «Ερμή, Ερμή!! Έλα να δεις! Ο Χάρυ Πόττερ…». Πριν προλάβω  να εντοπίσω το γνωστό πρωταγωνιστή των βιβλίων, ταινιών και εφιαλτών του Ερμή, ακούω τον τελευταίο να διορθώνει την αδερφή του: «Δεν είναι ο Χάρι Πόττερ! Είναι αυτός ο άλλος που μας είχαν δείξει η μαμά και ο μπαμπάς στην τηλεόραση! Αυτός που τραγουδούσε για την ειρήνη…», «Α! ναι…» απάντησε η Χαρούλα με μια εσάνς αδιαφορίας αν όχι απογοήτευσης.
Ανακαλώ στη μνήμη μου την εικόνα, με τη «γλυκιά συμμορία» των ποδηλατιστών να στέκονται   Έχει τόση ομορφιά και γοητεία και η παρούσα φάση. Ότι μπορώ να σκεφτώ, από τα ουσιώδη, αυτά που δίνουν την πραγματική υπόσταση στην ευτυχία, τα έχω και τα απολαμβάνω. Μπορεί η φθορά του χρόνου να είναι πλέον έκδηλη στις δυνάμεις και τις δυνατότητες, σέρνει όμως μαζί της μια σοφία, που σε καθιστά ικανό να κατανοήσεις και να εκτιμήσεις πράγματα που παλιότερα τα προσπερνούσες είτε ως δεδομένα, είτε χωρίς να τους δίνεις την πρέπουσα σημασία. Να ας πούμε, αυτή η μυρωδιά του καλοκαιριού που κατακλύζει το αυτοκίνητο από το ανοιχτό παράθυρο. Το στεγνό χώμα, το μπερδεμένο με την ελιά και λίγο από σκίνο, με ταξιδεύει πίσω στην Καβάλα, στις ατέλειωτες σκάλες που σκαρφαλώναμε για να βρεθούμε από τη θάλασσα στο εξοχικό της θείας Ρούλας, στο Παλιό. Ώρες και ώρες παιχνιδιού, πλαισιωμένου από την αρμύρα της θάλασσας και αρώματα που δεκαετίες μετά, αναδύονται για να μου θυμίσουν πως είναι να είσαι παιδί και πόσο τυχερός που μπορείς και αισθάνεσαι τέτοιες στιγμές.

στηριγμένοι στο ένα πόδι και να χαζεύουν την καρικατούρα που όντως δεν ήταν ο Χάρι Πόττερ

αλλά ο John Lennon. Ένας βαθύς αναστεναγμός μου ξεφεύγει καθώς αναλογίζομαι την αλλαγή ρόλων. Πότε εγώ ήμουν καβάλα στα μικρά ποδήλατα μαζί με τον αδερφό μου και τώρα εγώ βρίσκομαι καβάλα σε μεγάλο ποδήλατο, να είμαι ο «μεγάλος», ο ενήλικας ή μάλλον πιο σωστά ο «μεσήλικας», αυτός που διδάσκει, νουθετεί και φροντίζει… Ευτυχώς, ο αναστεναγμός δε ξέφυγε μόνο από εμένα αλλά και από την προσοχή της καλής μου, μια που δεν ήταν εκδήλωση πικρίας ή στεναχώριας.
Η ώρα πλησίαζε τέσσερις το απόγευμα. Ευτυχώς η πιτσιρικαρία μας, ξύπνησε αφού περάσαμε το φιδωτό κομμάτι του δρόμου, που σίγουρα θα δημιουργούσε εσωτερική αναταραχή στον Ερμή. Ήδη βλέπαμε μπροστά μας το Λιβυκό και δεν αργήσαμε πολύ να βρεθούμε στο μικρό δωμάτιο που θα μας φιλοξενούσε για τις επόμενες μέρες.
Τι γλυκός ύπνος! Εγώ, κουρασμένος από την πρωινή μου εργασία και τον δρόμο, «ίσιωσα το κορμάκι μου» κατά την προσφιλή έκφραση αγαπημένης μου φίλης. Λίγα μέτρα από εμένα, καθόταν η γυναίκα πέρασαν γρήγορα. Με ξύπνησε η φωνούλα της Χαράς μου: «δηλαδή σηκώθηκε έτσι, και έγραψε με τη πέτρα στον τοίχο …». Η ανάγκη της να αναπαριστά κάθε διήγηση, έχει δώσει αφορμή για πολλά πειράγματα από πλευράς της  καλής μου. Την βλέπω πίσω από τη μικρή πλατούλα να σηκώνει τα βλέφαρά της, δείχνοντάς μου την κόρη μας, σαν να μου λέει «κοίτα τη, κοίτα τη πως θέλει να το ζει!».
μου με τα παιδιά μου. Από την ανοιχτή πόρτα άκουγα σαν νανούρισμα, τις περιπέτειες της Νικόλ, της Λίνας, του Άγγελου, του Αλέξη και του Κλου καθώς ψάχνανε να βρουν το «Θησαυρό της Βαγίας». Τα μικρά μου ήταν απορροφημένα από την ανάγνωση του βιβλίου της Ζώρζ Σαρή, από τα χείλη της μαμάς τους, ενώ εγώ επέτρεψα στον εαυτό μου την πολυτέλεια ολιγόλεπτης σιέστας. Οι στιγμές ονείρου και χαλάρωσης
-Πάμε για μπάνιο; τους ρωτώ καθώς σηκώνομαι από την υγρασία του μαξιλαριού.
-Ναι, πετάχτηκαν και οι τρείς. Ο καθένας για διαφορετικό λόγο είμαι σίγουρος. Ο μικρός μου για να εξερευνήσει το βυθό με τα γυαλάκια του, η κουκλίτσα μου για να κολυμπήσει σχεδόν κολλημένη επάνω μας και η καλή μου για να ξεκουράσει τις φωνητικές της χορδές και να δροσιστεί στα νερά που βρέχουν τους αμμόλουφους.
 Φυσούσε ένα ελαφρύ μελτέμι, δροσίζοντάς μας και ταυτόχρονα συντηρώντας τις ανησυχίες μας για τον καιρό. Τα παιδιά του Αίολου, το φετινό καλοκαίρι το πέρασαν εξ ολοκλήρου στην Ελλάδα. Μια η δύναμη των γιών του και μια το χάιδι από τις κόρες του, δεν επέτρεψαν τη ζέστη να ταλαιπωρήσει το δοκιμαζόμενο τόπο μας. Όμως, επειδή δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα, μπορεί καύσωνα να μην είδαμε, είδαμε όμως πολλές καρέκλες, ομπρέλες και γιαγιάδες να κουτρουβαλίζονται στην θάλασσα, παρά τη θέλησή τους. Ειδικά όταν φυσάει νότια, κυριολεκτικά σηκώνει πέτρες και αισθάνεσαι στο πετσί σου τις ριπές άμμου, λες και κάνεις απολέπιση με αμμοβολή. Τούτο όμως το αεράκι ήταν ευλογία. Μας συντρόφευε καθώς κατηφορίζαμε τους αμμόλοφους. Το κύμα ερχόταν και έγλυφε την παραλία, αγκαλιάζοντάς μας απαλά και τραβώντας μας στην αγκαλιά της θάλασσας. Ο Ερμής, κολυμπούσε χωμένος με τα μούτρα στο νερό, με το λάστιχο από τα γυαλάκια του να πλαισιώνουν το «μπαφ», τη φετινή μας πατέντα για προστασία από τον ήλιο.
Μέχρι πρόσφατα είχαμε Ομηρικούς καυγάδες για να τον πείσω να φορά το καπέλο του όσο βρίσκεται στη θάλασσα.
-Μα βρε μπαμπά θα κάνω βουτιές και με ενοχλεί. Δε θα έχω το κεφάλι μου έξω…
-Έλα, άστα αυτά, να σου δείξω πώς να το βάλεις που να μη σε ενοχλεί. Όσο είσαι κάτω από τον ήλιο πρέπει να φοράς καπέλο..
Και τον ταλαιπωρούσα, βάζοντάς του το καπέλο ανάποδα με το γείσο προς τα πίσω, να καλύπτει το σβέρκο του, και τα γυαλιά θαλάσσης δεμένα από επάνω. Ένας υποβρύχιος «ράπερ» εξ ανάγκης, μια που δεν ήθελα να είναι με το κοντοκουρεμένο κεφαλάκι του εκτεθειμένο με τις ώρες να το καίει ο ήλιος. Όμως όντως, οι συνεχόμενες καταδύσεις συχνά  αποσκέπαζαν τον μικρό μου. Το καπέλο επέμενε να μένει στην επιφάνεια, παρόλη τη προσπάθεια του  λάστιχου από τα γυαλάκια να το συγκρατήσουν στη θέση του, με αποτέλεσμα συχνά να αναδύεται ένας Ερμής σαν έμπνευση του Πικάσο.  Η λύση λοιπόν ήρθε με τη μορφή «μπαφ», ενός υφασμάτινου κυλίνδρου που καλύπτει το κεφαλάκι του Ερμή, το δικό μου, τα μαλλιά της Χαρούλας αλλά και της μαμάς τους. Για όσους δεν γνωρίζουν, θυμίζει σε σχέδια και σχήμα τη μπαντάνα. Η μαμά μας το φορά κυρίως για να συγκρατεί τα μαλλιά της προς τα πίσω. Η Χαρούλα, αγκαλιάζοντας όλα της τα μαλλιά σαν ένα πολύχρωμο κουκούλι, από του οποίου την άκρη  προβάλει ένας ξανθωπός καταρράκτης, μοιάζει με Αιγυπτιακή Θεά. Εγώ με τον Ερμή καλύπτουμε πλήρως τα κεφάλια μας και περνώντας το άκρο που περισσεύει μέσα από τη τρύπα του κυλίνδρου, προσομοιάζουμε στο αισθητικό αποτέλεσμα τη μπαντάνα, που    Όπως και να έχει,  με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, όλη η οικογένεια φορά και από ένα. Η οικογένεια με τους «μπάφους» δηλαδή, μια έκφραση που την εκμυστηρεύομαι μόνο σε εσάς, και την αστειεύομαι ψιθυριστά στη παρέα μας, γιατί μπορεί εύκολα να μας οδηγήσει σε μπελάδες, αν τη συλλάβουν τα λάθος αυτιά.    
ειδικά στο γιό μου, παραπέμπει σε λιλιπούτιο πειρατή.
 Η μαμά με τη Χαρούλα σκαρφαλώνουν τους αμμόλοφους και δοκιμάζουν να κάνουν βαρελάκια, ενώ εγώ με τον Ερμή πάμε «εξερεύνηση» από την άλλη μεριά της σχεδόν έρημης παραλίας. Βρήκαμε ξύλα με εντυπωσιακά σχήματα, όλα δημιουργήματα της φύσης και της φαντασίας μας. Η θάλασσα αφού τα λύανε και τα γυάλισε τα ξέβρασε στα πόδια των αμμόλοφων.
-Κοίτα αυτό πως μοιάζει με πιστόλα, μου φωνάζει με ενθουσιασμό ο Ερμής καθώς κράδαινε ένα ξύλινο περίστροφο από αυτό που είχαν οι κουρσάροι στα πειρατικά έργα. Σύντομα πλαισιώθηκε από σπάθα και ένα τουφέκι, και ο πειρατής μου ήταν πάνοπλος.
-Κοίτα αυτό πως μοιάζει με κόκκαλο από κατσίκι! Του φωνάζω με τη σειρά μου…
Η  κίνηση μου σταμάτησε απότομα,  με το χέρι μου να αιωρείται μερικά εκατοστά απόσταση από το κόκκαλο, μια που επρόκειτο για πραγματικό κόκκαλο. Ζήτησα από τον Ερμή να μείνει ακίνητος και σαν αυθεντικός λάτρης του CSI, οριοθέτησα το πτώμα, δείχνοντας στο μικρό μου πως διαγράφεται ο επίγειος τάφος που φιλοξενούσε εδώ και αρκετές βδομάδες φαντάζομαι, το άτυχο ζωντανό. Χαζεύαμε εντυπωσιασμένοι  πόσο  είχε ενσωματωθεί το μουμιοποιημένο κουφάρι, με το  δεν προσπαθούσες να το διακρίνεις μέσα από την άμμο, τα ξύλα και τα υπόλοιπα λάφυρα της ακροθαλασσιάς.   
περιβάλλοντα χώρο. Σχεδόν δεν το ξεχώριζες, αν υποψιασμένος
Εννοείται,  ότι επισπεύσαμε την επιστροφή μας στα κορίτσια για να τους διηγηθούμε με πόρωση την ανακάλυψη μας. Ο μικρός μου πειρατής, αρματωμένος κατάλληλα πλέον, εξιστορούσε και περιέγραφε, πως βρήκαμε το κακόμοιρο το κατσικάκι, που μάλλον είχε κτυπήσει και πέθανε στην παραλία, η οποία το φρόντισε και το έκανε σαν μούμια…
Ο ήλιος άγγιζε σχεδόν τον ορίζοντα και πήγαινε να κρυφτεί πίσω από τα βράχια της Τριόπετρας.   Ήλιο. Υψώνονταν προς τον ουρανό και εφορμούσαν και πάλι προς τη θάλασσα, αφήνοντας μικρές φωνούλες, σαν παιδιά που παίζουν ανέμελα. Τα λιγοστά σύννεφα ντύθηκαν με υπέροχα χρώματα και γαργάλισαν τη φαντασία μας, με τα μικρά μου να ανταγωνίζονται σε έμπνευση:
Ήπιες ριπές αέρα, ανατρίχιαζαν την επιφάνεια της θάλασσας. Καθόμασταν και οι τέσσερις με ευλάβεια πάνω στην άμμο και απολαμβάναμε τη τελετουργία του ηλιοβασιλέματος. Στο βάθος ακουγόταν το τιτίβισμα από μικρά πουλάκια που σε σχηματισμό αποχαιρετούσαν το βασιλιά
-Αυτό εκεί δε μοιάζει με δράκο!
-ΝΑΙ! ΝΑΙ! Και αυτό εκεί με πειρατικό καράβι!
-Αυτό με κατσικάκι που χοροπηδά στον ουρανό…
Και όλο αυτό που ζούμε, με τον ορισμό της ευτυχίας. 
Να είστε όλοι καλά και τα παιδιά μας καλύτερα.

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2013

Όταν τα παιδιά μας μιλούν σαν μωρά, ίσως να τους χρωστάμε μια συγνώμη



Τι περίεργο! Τα τζιτζίκια σταμάτησαν ξαφνικά το ξέφρενο τραγούδι τους! Θα μου πεις εδώ, πριν από λίγα μόνο λεπτά,  αυτό ακριβώς το τραγούδι, το τόσο πρόωρο, ήταν που ξεκίνησε τους συνειρμούς μου: «τόσο νωρίς το πρωί και τραγουδούν με τόση ένταση; μάλλον μας περιμένει ζεστή μέρα». Πραγματικά, το ρολόι δεν δείχνει παρά λίγα λεπτά μετά τις έξι τα ξημερώματα και ο ήλιος μόλις που αρχίζει να προβάλει και να μας χαμογελά.
 Ένας σκύλος κατηφορίζει μόνος του τον άδειο δρόμο στον απέναντι λόφο. Μου φαίνεται πως κάποιο όνειρο με σκύλο είδα το περασμένο βράδυ… καλό όνειρο; Κακό; Δεν μπορώ να θυμηθώ. Το γκρίζο της νύχτας που μας αποχαιρετά, δίνει τη θέση του στο λυκαυγές με τις αποχρώσεις του κόκκινου να αρχίζουν να κυριαρχούν. Μια παρέα γλάρων σχεδόν ισορροπεί σταθερά πάνω στον αέρα, έναν αέρα που δυναμώνει και με κάνει σε ώσεις να ανατριχιάζω. Ίσως για αυτό τα τζιτζίκια να σίγησαν. Είχαν ζεσταθεί και κρύωσαν. Ίσως τελικά να μην είναι τόσο ζεστή η σημερινή μέρα.
Τα «προβατάκια» στην θάλασσα πυκνώνουν. Έχω την πολυτέλεια να μυρίζω και να ατενίζω την θάλασσα, χαζεύοντας τα κύματα που όσο νιώθω  την ανάσα του πρωινού αέρα να με τυλίγει,  τόσο φουντώνουν και αυτά. Γιατί σηκώθηκα τόσο νωρίς; Χόρτασα ύπνο! Ξεκουράστηκα και δεν υποτάχτηκα στο ρολόι όταν το διέκρινα να μου φωνάζει «έξι παρά κοιμήσου είναι νωρίς ακόμα»! Απολαμβάνω τα χρώματα και τα αρώματα που ντύνουν τους  ήχους της θάλασσας και του αέρα και που με κάνουν να αισθάνομαι τυχερός που ζω και υπάρχω.  Παλεύω να δω την θετική πλευρά μιας ζωής που την περικυκλώνει το μαύρο. Το μαύρο στις οθόνες, το μαύρο στο μέλλον, το μαύρο που δεν ρίξαμε σε όλους αυτούς τους σωτήρες που μας κατάντησαν σε αυτό που τώρα, τόσο βίαια, τάχα μου, πάνε να αλλάξουν.
Περιφέρομαι όσο πιο αθόρυβα μπορώ σε ένα σπίτι που ακόμα κινείται στους ρυθμούς της νύχτας. Ενδίδω  στο πειρασμό να ρίξω μια ματιά στα μικρά μου. Τα παιδάκια μου κοιμούνται και σχεδόν δακρύζω από αγαλλίαση. Αυτά!  Αυτά να προστατεύσουμε! Είναι κρίμα, τόση ομορφιά να τσαλακωθεί. Αγκαλιασμένα τα ξαδερφάκια, τόσο ήρεμα και τόσο ανέμελα, σαν το παιχνίδι τους που σε λίγο θα ξεκινήσει.  Πόσο μεγάλωσαν! Και πόσο θα μεγαλώσουν ακόμη…. Τα παιδιά μας μεγαλώνουν και εμείς …γερνάμε. Οι πληγές αργούν πια να επουλωθούν, τα μάτια θαμπώνουν να διαβάσουν από κοντά και οι αντοχές μας φθίνουν θαρρείς μέρα με την μέρα. Λες και υπάρχει μια «συμπαντική» ισορροπία σύμφωνα με την οποία τα μικρά μας ρουφούν την ενέργεια που εμείς σιγά-σιγά  χάνουμε.
«Είσαι ο πιο πιο πιο πιο καΰτελος μπαμπάς του κόσμου!» μου φώναζε προσποιητά  η Χαρούλα μου χτες βράδυ, όταν πήγα να τους φιλήσω καληνύχτα. Χαμογελούσε με τα λειψά της δοντάκια και με έσφιγγε από τον λαιμό. Έχουμε αλλάξει ήδη εφτά δόντια, όσα και τα χρόνια μας, και το χαμόγελό μας υπολείπεται αισθητά των δυνατοτήτων του. Τα σκαμπανεβάσματα στην οδοντοστοιχία  μας, προσδίδουν μια δική τους γοητεία στο προσωπάκι που μορφοποιείται. Το «καΰτελος» αντί του καλύτερος, ήρθε να ενισχύσει σε τρυφερότητα και αγάπη τα πολλά «πιο». Έχουν καταλάβει ότι όσο πιο μικρά τόσο πιο γλυκά, όμως κάθε ηλικία έχει τη δική της αξία. Συνδιαλέγομαι τόσο όμορφα με τα μικρά μου πλέον, που σχεδόν με τρομάζει η ωριμότητά τους. Για αυτό μου ακούγεται τόσο παράταιρο και ξένο αυτό το ψευτο-παιδικό στο λόγο της. Δεν αντιδρώ όμως, το δέχομαι και το απολαμβάνω γιατί ξέρω ότι πηγάζει από την αμόλυντη ψυχούλα της. Κάτι που όφειλα να γνωρίζω και τρία χρόνια πριν, όταν βλακωδώς και άδικα είχα στεναχωρήσει τον αδερφό της, για τον ίδιο ακριβώς λόγο, επειδή μιλούσε μωρουδίστικα.
Ήταν περίπου τέτοιος καιρός, πριν από τρία  καλοκαίρια. Επιστρέφαμε οδικώς από εκδρομή στους  συγγενείς μας στην Μακεδονία, προκειμένου να μπούμε στο καράβι για την επιστροφή μας στη νέα μας πατρίδα, στον νότο. Μη σας γελά το «άκης» στο επίθετό μας. Η καταγωγή μου είναι από την Καβάλα. Μάλλον, όταν θα αποφάσιζα την απόδραση από την Αθήνα,  ξύπνησαν γονίδια από γενιές σε νάρκη και με κέρδισε τελικά για να ζήσω κοντά της, η Κρήτη. Λόγω της μεγάλης διαδρομής για την επιστροφή μας από τις διακοπές μας, μια από τις πρώτες με τα παιδιά στο αυτοκίνητο, είχαμε φροντίσει να ξεκινήσουμε νωρίς ώστε να χωρέσουμε χρονικά όποια παράκαμψη από το πρόγραμμα μας προκύψει. Όλα κύλησαν ανέλπιστα ομαλά. Τα παιδιά σε μεγάλο μέρος της διαδρομής κοιμόντουσαν, σε άλλο παίζαμε παιχνίδια με λέξεις που αρχίζουν από…, ή επιλέγαμε χρώμα αυτοκινήτων και αθροίζαμε όσα περνούσαν για να δούμε ποιανού το χρώμα έχει τα περισσότερα και άρα κερδίζει. Ομολογώ ότι μπόλικη ώρα μας κέρδισε και η τηλεοπτική σειρά κινουμένων σχεδίων με θέμα την μυθολογία που είχαμε μαζί μας και βλέπανε στο dvd, ειδικά προς το τέλος της μικρής μας Οδύσσειας.
Με την προνοητικότητα μας λοιπόν, κατορθώσαμε να φτάσουμε στην Αθήνα, αρκετές ώρες πριν από τον απόπλου του καραβιού μας. Είχαμε λοιπόν αρκετό  χρόνο για  να πάμε στον παππού και την γιαγιά, να χαρούν λίγο και εκείνοι τα εγγόνια τους που «τόσο πολύ τους έχουνε λείψει». Ανεβαίνοντας τις σκάλες του πατρικού μου, ο Ερμής κατάφερε παρ’ όλες τις αυστηρές προτροπές μας τύπου «δεν τρέχουμε στις σκάλες!!» να προσπεράσει την αδερφή του και να χτυπήσει πρώτος το κουδούνι.  Στο άκουσμα της φωνής της γιαγιάς του που ρωτούσε ποιος είναι, απάντησε με μια τόσο ερασιτεχνικά προσποιητή μωρουδίστικη αργκό «εγκώ ο Ελμής!» που μας ξένισε τα μάλα!
Η θεατρική παράσταση του Ερμή ως «Ελμής», ενός νηπίου δηλαδή κάτι πάνω από δύο χρονών, ενώ εκείνος είχε διπλασιάσει το ηλικιακό του  σκορ εδώ και αρκετούς μήνες, συνεχίστηκε καθ’ όλη την παραμονή μας στους γονείς μου. Οι σοφοί παππούδες, όχι μόνο δεν έδειξαν να ενοχλούνται αλλά μάλλον το διασκέδαζαν. Εμείς όμως, οι «ριμαδογονείς», οι μόνιμα επιφορτισμένοι με το άγχος της σωστής ανατροφής,  φουντώναμε!
-          Απεχθάνομαι τα παιδιά που μπεμπεκίζουν. Μου λέει η καλή μου καθώς γύριζε προς το γιό μας για να τον επιπλήξει που μιλά μωρουδίστικα.
Ο μικρός έμοιαζε για λίγο να υπακούει στις χλιαρές παραινέσεις μας για να σοβαρευτεί, και μετά ξανάρχιζε το δικό του το χαβά. Κάπως έτσι πέρασε η ώρα με τα νέα μας διανθισμένα από ένα απροσδόκητο μωράκι με μυαλό νηπίου να περιγράφει τις θερινές μας περιπέτειες με αξάν γεμάτη «λου» και «θου».
Αποχαιρετίσαμε το παππού και την γιαγιά με τον Ερμή, δεδομένο πλέον, να έχει κολλήσει ή μάλλον να έχει παλινδρομήσει λεκτικά. Σιγούσε ή υπάκουε για λίγο στις προτροπές μας και μετά και πάλι επιδεικτικά το «λ» έπαιρνε την θέση του «ρ». Όπου κανονικά ακούγεται «λ» ή και άλλα σύμφωνα, εσκεμμένα δεν ακουγόταν τίποτα. Έτσι ακούγαμε «καηνύχτα»   αντί για «καληνύχτα» και άλλα τέτοια φαιδρά και ενοχλητικά. Ειδικά η μαμά μας ήταν να σκάσει.
Η αλήθεια είναι ότι και εγώ, όσο χαίρομαι και απολαμβάνω τα μικρά με τις ιδιαιτερότητές τους, τόσο με ξενίζουν και με ενοχλούν τα «παράωρα» στη συμπεριφορά. Και τα δύο άκρα με φρικάρουν. Τα μικρομέγαλα από την μία, κάτι κακορίζικα παιδάκια που οι  γονείς τους θεωρούν όμορφο  να τα ντύνουν, να τα μακιγιάρουν, να τα  χτενίζουν και να τα  στολίζουν σαν μινιατούρες ενηλίκων. Αγριεύομαι  στην θέα κάτι απίστευτων αμερικάνικων σώου που ντύνουν νήπια και τα βάζουν σε διαγωνισμούς ομορφιάς, μιας στρεβλής, παραμορφωμένης ομορφιάς, συρρικνωμένης σε μερικά εκατοστά μπόι. Αλλάζω κανάλι σε δευτερόλεπτα για να αποφύγω τη θέα της εκκολαπτόμενης Λολίτας, με τα φουντωτά μαλλιά κομμωτηρίου, το μακιγιάζ γκέισας, την τουαλέτα ηθοποιού προτεινόμενης για Όσκαρ  και τα τακούνια πρωταγωνίστριας σε κρητικό γάμο. Στα δευτερόλεπτα που μεσολαβούν  μέχρι να αλλάξω κανάλι αναλογίζομαι την ασχήμια που κληροδοτούν στο μέσα αυτών των παιδιών.

Εξίσου όμως αποκρουστική είναι η όψη του άλλου άκρου του φάσματος, εκεί όπου παιδιά που βρίσκονται στα πρόθυρα του δημοτικού, κυκλοφορούν με μια πιπίλα στο στόμα και ακούγονται ανάμεσα σε σάλια που τρέχουν να αρθρώνουν έναν ακατάληπτο λόγο. Το απαίδευτο αυτί σου χρειάζεται συνήθως την βοήθεια των γονιών τους, που λειτουργούν ως μεταφραστές, για να καταλάβει τι θέλει να πει ο μικρός καλλιτέχνης που αρνείται πεισματικά να συμβαδίσει με την ωριμότητα που του υπαγορεύει η ηλικία του. Είναι όμως ο μικρός πρωταγωνιστής του παραλόγου υπεύθυνος, ή μήπως οι φανατικοί οπαδοί του, οι fun του, που ακούν στο όνομα «γονείς» και που δεν θέλουν να αφήσουν το «μωρό τους» να μεγαλώσει;  Σε καμία από τις δύο κατηγορίες δεν ανήκουμε εγώ με την καλή μου και ξαφνικά  βρεθήκαμε εγκλωβισμένοι σε μια πραγματικότητα τόσο ξένη στην ιδιοσυγκρασία μας. Όσο δε, προσπαθούσαμε να ξεφύγουμε τόσο περισσότερο βυθιζόμασταν στην κινούμενη άμμο του  «ξενινιάσματος» του Ερμή.         
Την πρώτη μέρα που περάσαμε στο σπίτι μας, μετά από δεκαήμερες διακοπές, οι ρυθμοί σταδιακά επανέρχονταν στο φυσιολογικό. Τα παιδιά επέστρεψαν στην καθημερινότητά τους και ο Ερμής όταν ξεχνιόταν μιλούσε κανονικά, όταν όμως το θυμόταν, άρχιζε τα δικά του.  Εμείς του υπενθυμίζαμε σε διάφορους τόνους ότι δεν πρέπει να μιλάει σαν μωρό και εκείνος κάποιες φορές έμοιαζε να μας ακούει και σιωπούσε, κάποιες να υπακούει και μιλούσε κανονικά και κάποιες, λες και μας αγνοούσε επιδεικτικά, συνέχιζε ακάθεκτος τη μωρουδιακή του διάλεκτο. Την δεύτερη μέρα, ή μάλλον πιο σωστά την δεύτερη νύχτα, βρεθήκαμε σε έναν πρόγαμο, μια μάζωξη μετά λουκούλλειου δείπνου με αφορμή επικείμενο γάμο. Ομολογώ ότι δεν γνωρίζω ποια είναι η ιδιαίτερη σημασία του συγκεκριμένου εθίμου. Πιθανολογώ, άλλη μια ευκαιρία για να επιδοθούμε στο αγαπημένο μας εθνικό σπορ, το …φαγητό.  Στο πρόγαμο λοιπόν, ο Ερμής κάποια στιγμή, ξέρετε μια από αυτές τις στιγμές που κοκορευόμαστε εμείς οι γονείς «από εδώ  η Χαρά και αυτός είναι ο Ερμής» αποφάσισε να αρχίσει τα δικά του. Για να μην τον προσβάλουμε, αλλά και από δική μας συστολή προς τον ξένο κόσμο, ανεχόμασταν το φέρσιμο στέλνοντάς του «δολοφονικά» βλέμματα και ψιθυρίζοντας στο αυτί του όταν δεν μας έπαιρναν χαμπάρι οι υπόλοιποι καλεσμένοι, κάτι αυστηρό και εμπνευσμένο του τύπου «σταμάτα να μιλάς σαν μωρό!».
Η βραδιά πέρασε χωρίς ιδιαίτερες εντάσεις παρόλη τη διαρκώς αυξανόμενη προκλητική συμπεριφορά από τη πλευρά του Ερμή. Προκλητική την θεωρούσαμε εμείς, γιατί όπως θα καταλάβαινα λίγες ώρες αργότερα, ούτε προκλητική ούτε καν προκλητή από τον Ερμούκο μου δεν ήταν.
Το επόμενο πρωί, όπως τη πλειοψηφία των πρωινών στο σπίτι μας, η μαμά μας έφυγε νωρίς για δουλειά και εγώ ετοίμαζα πρωινό για τα παιδιά στην κουζίνα. Το μικρό μου κοκοράκι έτρεξε και χώθηκε στα πόδια μου. Έσκυψα τον αγκάλιασα και αφού του έριξα δύο φιλούμπες τον ρώτησα αν θέλει το γάλα του για να ακούσω:
-          Ναι, ναι σέλω το λάλα μου και τοθτάκι…
Σβήνω το χαμόγελο από το πρόσωπό μου και φορώ το σοβαρό μου προσωπείο . Σκύβω και δηλώνω στο όμορφο αντράκι που με κοιτούσε μέσα στα μάτια:
-          Αγορίνα μου, η μαμά και ο μπαμπάς αγαπάνε και θέλουν τον Ερμούλη τους. Το έξυπνο αγοράκι που μας μιλούσε και χαιρόμασταν να το ακούμε. Αν θέλαμε ένα μωράκι θα σας κάναμε ένα μωρούλι…
Δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω τη φράση μου και τα ματάκια του μικρού μου  κατακλύστηκαν από δάκρυα, το στοματάκι του άνοιξε διάπλατα και ένα βραχνό παράπονο γέμισε την κουζίνα. Ένιωσα λες και έφαγα ένα παγωμένο μπουγέλο, και ξύπνησα!  Οι συνειρμοί έτρεξαν με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Πρώτη σκέψη: «τι ηλίθιος είμαι!!». Σκύβοντας για να έρθουν τα πρόσωπα μας  πλάι το ένα στο άλλο τον έπνιξα σε αλμυρά φιλιά, λέγοντάς του:
-          Σσσς! Εντάξει αντράκι μου συγνώμη. Εγώ φταίω! Συγνώμη… μίλα όπως θέλεις. Σε αγαπάμε… σε λατρεύουμε αντράκι, όσο τίποτε στο κόσμο. Συγνώμη φίλε, συγνώμη…
-          Και εγώ σ’ αγαπώ! Μου λέει προσπαθώντας να βάλει φρένο στους λυγμούς που αναδύονταν σε κύματα
Για να τον πειράξω και να του αποσπάσω την προσοχή, ώστε να τον βοηθήσω να ηρεμήσει τον πειράζω με μια προσωπική μας στιχομυθία:
-          Σε αγαπώ ως εκεί που με αγαπάς και άλλο τόσο!
-          ΕΕΕ!! Μου διαμαρτύρεται. ΕΓΩ σε αγαπώ ως εκεί που με αγαπάς και άλλο τόσο…
-          Αυτό δεν γίνεται φιλαράκι… εγώ ξεκίνησα να σε αγαπώ πρώτος!!!
-          Εγώ σε αγαπώ, ως εκεί που με αγαπάς και άλλο τόσο…
Τον έχουμε κάνει τόσες φορές αυτόν το διάλογο… Η ένταση μπορεί να αγγίξει τα όρια του καυγά, ενός τρυφερού καυγά, σε μια κόντρα αγάπης. Μια κόντρα που οφείλω να ομολογήσω, ο γιός μου ξεκίνησε, όταν εκείνος πρώτη φορά είχε την έμπνευση να μου δηλώσει ότι με αγαπά ως εκεί που τον αγαπώ εγώ και άλλο τόσο…
Τον σήκωσα στην αγκαλιά μου και τον φίλησα και τον ξαναφίλησα, στα μάγουλα και στο λαιμό ώσπου άρχισε να γελά γιατί τον γαργαλούσα. Ρουφούσα αχόρταγα την μυρωδιά του, το γέλιο του και την αθωότητά του. Του έβαλα να φάει το γάλα και το τοστ του ή μάλλον πιο σωστά το «λάλα» και το «τοθτ» του.
Ενώ τον θαύμαζα να τρώει και να πίνει, ήρεμος και χαρούμενος πλέον και πάλι, αναλογίστηκα το μέγεθος της ανοησίας μου . Το αγοράκι μου,  δεν έκανε συνειδητά και από πρόθεση το μωρό. Του προέκυψε τυχαία.  Έτσι του ‘ρθε και μίλησε για λίγο σαν μωρό. Ίσως να προσδοκούσε για μια ακόμα μεγαλύτερη αγκαλιά από τον παππού και την γιαγιά. Εμείς οι «μεγάλοι», δηλαδή η μάνα του και εγώ, σπεύσαμε να τον νουθετήσουμε. Να του βάλουμε τα όρια και να τον πλάσουμε όπως εμείς θέλουμε. Θα μου πείτε, αυτός δεν είναι ο ρόλος μας; Δεν πλάθουμε σιγά-σιγά βάζοντας όρια το χαρακτήρα του παιδιού, δείχνοντας το καλό και το κακό; Το ασφαλές και το επικίνδυνο;  Δεν του μαθαίνουμε την ευγένεια, την ανιδιοτέλεια, τη συντροφικότητα, τη καλοσύνη… Όλα καλά και άγια όμως στο συγκεκριμένο είχαμε λάθος. Άλλο να μαθαίνεις στο παιδί να μοιράζεται τα παιχνίδια του, να λέει ευχαριστώ όταν του προσφέρουν κάτι, να μη βάζει το χέρι του στη μπρίζα και άλλο να το μαλώνεις για κάτι που δεν κάνει επίτηδες και που στο κάτω-κάτω δεν είναι δα και έγκλημα. Όμως το σημαντικότερο, ακόμα και για την αντιμετώπιση του φαινομένου, είναι η κατανόησή του. Στην συγκεκριμένη λοιπόν φάση πόνταρα όλα τα λεφτά μου στο ότι ο μικρός μου ΔΕΝ μιλούσε μωρουδίστικα επίτηδες…
Αλλαγή πλεύσης λοιπόν! Μόλις βρεθήκαμε το μεσημέρι με την καλή μου της περιγράφω το σκηνικό και της αναλύω τη σκέψη μου.
-          Όπως με το «τικ» με τα μάτια του. Τον αγνοούμε πλήρως, ότι στοίχημα ότι θα το σταματήσει μόνος του!
-          Τέρμα δηλαδή τα «μη μιλάς μωρουδίστικα!» ή έστω «αυτό δε είναι ωραίο»;
-          Ναι, ναι! Πιστεύω ότι είναι σαν να ρίχνουμε λάδι στην φωτιά, κάτι που το έκανε έτσι, αυθόρμητα, για πλάκα ή ακόμα-ακόμα και για να κάνει τον γλυκούλη, σχολιάζοντάς το, τον σπρώχνουμε στο να το επαναλαμβάνει! Κάποιες φορές ίσως και άθελά του πλέον…
Έτσι έγινε. Τον αγνοήσαμε πλήρως για τις επόμενες μέρες και εκείνος πολύ σύντομα ξέχασε τελείως πως μιλούσε σαν μωρό.
Ευτυχώς, η παρεξήγηση έληξε σχετικά γρήγορα. Η ταλαιπωρία του Ερμή κράτησε μόνο τρεις μέρες. Μάθαμε όμως από αυτή ότι πρέπει να έχουμε διαρκώς τον νου μας και να αναθεωρούμε τις πρακτικές που δεν έχουν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Μπορεί να είναι λάθος και τότε οφείλουμε εμείς να ζητήσουμε συγνώμη από τα παιδιά μας.

Να είστε όλοι καλά και τα παιδιά μας καλύτερα!